Please wait. Loading...
 
  •  
  •  
  • Με τον όρο “RNA παρέμβαση” (RNA interference-RNAi) αναφερόμαστε σε έναν θεμελιώδη βιολογικό μηχανισμό κυτταρικής ρύθμισης της γονιδιακής σίγασης μετα-μεταγραφικά. Η εκκίνηση του γίνεται από πρόδρομα δίκλωνα μόρια RNA (double-stranded RNA-dsRNA) των οποίων το μέγεθος και η προέλευση ποικίλει. Τα μόρια αυτά αρχικά εξελίσσονται ταχύτατα σε μικρά δίκλωνα μόρια RNA με μήκος περίπου από 21 έως 28 νουκλεοτίδια. Στη συνέχεια συμμετέχουν στην αναγνώριση των συμπληρωματικών τους μονόκλωνων μορίων RNA και οδηγούν είτε στη διάσπαση ή τη μεταφραστική καταστολή των τελευταίων. Στους στόχους του μηχανισμού της RNAi συμπεριλαμβάνονται RNAs ιών και μεταθετών στοιχείων (με ιδιαίτερη σημασία για κάποιες μορφές έμφυτης ανοσολογικής αντίδρασης), καθώς και μόρια RNA με ρυθμιστικό ρόλο στην ανάπτυξη, και στην τροποποίηση της δομής της χρωματίνης, συμβάλλοντας έτσι στην ακεραιότητα του γονιδιώματος1.
     
  • Cuneyt Tetikkurt
    SUMMARY. Endobronchial tuberculosis (EBTB) is the tuberculous infection of the tracheobronchial tree, with microbial and histopathological evidence. EBTB is present in 10-40% of patients with active tuberculosis. It can easily be confused with other diseases since the clinical findings are non specific. A clear chest X-ray does not exclude the diagnosis because the X-ray appearances may be normal in 20% of patients. A “tree-in-bud” appearance is a characteristic high resolution computed tomography (HRCT) appearance in EBTB. Bronchoscopic examination is the key to diagnosis, and CT and bronchoscopy are the methods used for the assessment of treatment options. Early diagnosis with prompt treatment is important to prevent the serious complications of EBTB, such as bronchostenosis and bronchiectasis. Antituberculous chemotherapy is effective in controlling the infection but may not preclude residual bronchostenosis. Corticosteroid therapy for the prevention of bronchial stenosis remains controversial. This article presents a clinical, radiological and pathological overview of EBTB, with the current treatment options. Pneumon 2008; 21(3):–
     
  • ΠΕΡIΛΗΨΗ. Η συγγενής βρογχοοισοφαγική επικοινωνία ανευρίσκεται σπάνια σε ενηλίκους, και δύναται να οδηγήσει σε υποτροπιάζουσες αναπνευστικές λοιμώξεις, οι οποίες μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα την εμφάνιση βρογχεκτασιών. Τα ‘tumorlets’ εντοπίζονται συνήθως δίπλα σε ουλώδη ιστό που δημιουργήθηκε λόγω λοιμώξεων. Παρουσιάζουμε μία περίπτωση καρκινοειδούς που περιβάλλεται από ‘tumorlets’ και ανακαλύφθηκε τυχαία κατά τη διάρκεια επέμβασης για την αντιμετώπιση βρογχοοισοφαγικής επικοινωνίας σε μία γυναίκα ηλικίας 65 ετών. Πνεύμων 2008, 21(3):-.
     
  • ΠΕΡIΛΗΨΗ. Περιγράφεται περίπτωση γυναίκας, 39 ετών, μη καπνίστριας, η οποία προσήλθε στο τμήμα επειγόντων περιστατικών για θωρακικό άλγος αιφνίδιας έναρξης και δύσπνοια στην κόπωση (ΙΙΙ/IV). Από την κλινική εξέταση του αναπνευστικού συστήματος προέκυψε μείωση αναπνευστικού ψιθυρίσματος στο δεξιό ημιθωράκιο. H ακτινογραφία θώρακα έδειξε πνευμοθώρακα δεξιά, ενώ η αξονική τομογραφία (CT) θώρακος έδειξε: α) εκτεταμένο πνευμοθώρακα δεξιού πνεύμονα, β) ατελεκτασία του δεξιού κάτω πνευμονικού λοβού, γ) πολλαπλές πνευμονικές κύστεις σε όλη την έκταση των πνευμονικών πεδίων, δ) πάχυνση του διάμεσου πνευμονικού ιστού στον αριστερό κάτω λοβό και στη γλωσσίδα, ε) περιφερικά οζίδια στα οπίσθια βασικά πνευμονικά πεδία, στ) μετατόπιση μεσοθωρακίου αριστερά. Η εικόνα που παρατηρείται είναι συμβατή με την ύπαρξη λεμφαγγειολειομυομάτωσης (LAM). Δεδομένων των απεικονιστικών ευρημάτων και της κλινικής υποψίας για LAM η ασθενής υπεβλήθη σε ανοικτή βιοψία πνεύμονα, η οποία τεκμηρίωσε τη διάγνωση. Η LAM είναι μια σπάνια νόσος του αναπνευστικού συστήματος, η οποία ανήκει στις διάμεσες πνευμονοπάθειες και μπορεί να εμφανιστεί είτε σαν μονήρης νόσος (S-LAM) είτε μέσα στα πλαίσια της οζώδους σκλήρυνσης (TSC). Ακολουθεί η παρουσίαση της σπάνιας αυτής περίπτωσης και παράλληλα γίνεται ανασκόπηση της βιβλιογραφίας για τη νόσο. Πνεύμων 2008, 21(3):-.
     
  • ΠΕΡIΛΗΨΗ. Αν και οι διεθνείς οδηγίες για το άσθμα χρησιμοποιούνται ολοένα και συχνότερα τα τελευταία χρόνια, τα στοιχεία μαρτυρούν ότι το άσθμα δεν ελέγχεται καλά σε μεγάλο ποσοστό ασθενών. Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες κατευθυντήριες οδηγίες για την αντιμετώπιση του άσθματος, ο στόχος της θεραπείας του άσθματος είναι ο έλεγχος, αλλά και η διατήρηση του ελέγχου της νόσου για όσο μεγαλύτερο χρόνο γίνεται, χωρίς να υπάρχουν παρενέργειες από τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται. Ωστόσο, «έλεγχος του άσθματος» σημαίνει διαφορετικά πράγματα για τους περισσότερους ανθρώπους. Για πολλά χρόνια, οι θεραπείες για το άσθμα αξιολογούνταν σύμφωνα με την αποτελεσματικότητά τους σε επιμέρους παραμέτρους ελέγχου, όπως τα συμπτώματα, την αναπνευστική λειτουργία, τους παροξυσμούς, τους δείκτες φλεγμονής ή την ανάγκη χρήσης ανακουφιστικής θεραπείας. Στην κλινική πράξη, οι θεράποντες γιατροί, παρακολουθούσαν τον ασθενή και εκτιμούσαν τη βαρύτητα της νόσου, θεραπεύοντας τα συμπτώματα. Τελευταία, μεγάλες πληθυσμιακές μελέτες, δείχνουν ωστόσο, ότι ένα σημαντικό ποσοστό ασθενών με άσθμα διατηρούν επίπεδα ελέγχου κατώτερα των ιδανικών, γεγονός που αντανακλά το χειρισμό του άσθματος τόσο από τους γιατρούς όσο και από τους ασθενείς. Σκοπός αυτής της ανασκόπησης είναι να αναζητηθούν τα κυριότερα αίτια που ευθύνονται για το φτωχό έλεγχο του άσθματος και να υποδείξει τρόπους που μπορεί να αυξήσουν τις προσδοκίες μας για καλύτερο έλεγχο της νόσου. Πνεύμων 2008, 21(3):-.
     
Βρέθηκαν 7 αποτελέσματα. Σελίδα 1 από 1
© 2011 PNEUMON Magazine, Hellenic Bronchologic Society.
Developed by LogicONE Logo LogicONE