Please wait. Loading...
 
  • Η Πνευμονική Αρτηριακή Υπέρταση (ΠΑΥ) χαρακτηρίζεται από αύξηση της μέσης πίεσης της πνευμονικής αρτηρίας που προκαλείται από παθολογικά αυξημένες πνευμονικές αγγειακές αντιστάσεις ως αποτέλεσμα πνευμονικής αγγειακής αναδόμησης (remodeling) και αγγειοσύσπασης. Το κύριο παθολογανατομικό εύρημα της ΠΑΥ είναι η υπερτροφία όλων των χιτώνων των πνευμονικών αρτηριών και η «πλεξοειδής βλάβη» (plexiform lesion). Κατά την ανάπτυξη ΠΑΥ, προκύπτουν σημαντικές αλλοιώσεις στο ενδοθήλιο των προτριχοειδικών πνευμονικών αγγείων, όπως η μείωση των επιπέδων της συνθάσης της προστακυκλίνης, με συνοδό μείωση της τελευταίας και η αυξημένη σύνθεση της θρομβοξάνης και της ενδοθηλίνης-1 (ΕΤ-1). Η πτώση των επιπέδων του μονοξειδίου του αζώτου (ΝΟ) και της προστακυκλίνης (PGI2) και η αύξηση της θρομβοξάνης και της ET-1 προάγουν την αγγειοσύσπαση και τον πολλαπλασιασμό υποπληθυσμών λείων μυϊκών κυττάρων και ινοβλαστών από τον μέσο και εξωτερικό χιτώνα των αγγείων αντίστοιχα. Στη λίστα των πιθανών ερεθισμάτων που πυροδοτούν τις αλλοιώσεις αυτές περιλαμβάνονται οι γενετικές μεταλλάξεις, το shear stress (η βλάβη δηλαδή που προκαλείται λόγω αυξημένης ροής παράλληλης με την επιφάνεια του αγγείου), μηχανισμοί αυτοανοσίας, η φλεγμονή, φάρμακα και οι ιοί. Σήμερα διαθέτουμε τρεις κατηγορίες εξειδικευμένων φαρμάκων για την καταπολέμηση της ΠΑΥ: τα προστανοειδή, τους ανταγωνιστές των υποδοχέων της ενδοθηλίνης και τους αναστολείς της φωσφοδιεστεράσης- 5. Σημασία έχει και η βασική υποστηρικτική αγωγή με οξυγόνο και αντιπηκτικά, ενώ θα πρέπει να τονισθεί οτι πνευμονική υπέρταση, λόγω αριστερής καρδιακής νόσου, δεν χρήζει αγωγής με ειδικά φάρμακα, εκτός εάν επιμένει για ικανό χρόνο μετά την αντιμετώπιση του καρδιακού αιτίου. Η συνεχιζόμενη έρευνα και κατανόηση της φύσης των βλαβών στην πνευμονική υπέρταση αναμένεται να βοηθήσει σημαντικά στη θεραπευτική αντιμετώπιση της καταστρεπτικής αυτής διαταραχής. Πνεύμων 2006, 19(4):290-302.
     
  • H Φωσφοδιεστεράση 4 (PDE4) είναι ένα από τα κύρια υδρολυτικά ένζυμα που απενεργοποιούν το κυκλικό AMP στα φλεγμονώδη και ανοσορρυθμιστικά κύτταρα. Η ευρύτητα των φλεγμονωδών μηχανισμών, που βρίσκονται υπό τον έλεγχο της PDE4, την καθιστά ελκυστικό στόχο για μια νέα θεραπευτική παρέμβαση που θα βασίζεται στην αναστολή της. Οι αναστολείς της PDE4 παρουσιάζουν σε in vitro και in vivo μελέτες ευρεία αντι- φλεγμονώδη δραστηριότητα που περιλαμβάνει καταστολή φλεγ- μονωδών κυττάρων, μείωση της μικροαγγειακής διαπερατότητας, καταστολή της απελευθέρωσης κυτταροκινών και χημειοκινών από φλεγμονώδη κύτταρα, μείωση της παραγωγής οξειδωτικών μορίων καθώς και της έκφρασης των μορίων προσκόλλησης. Επιπρόσθε- τα, μέσω της κατασταλτικής τους δράσης στα CD4+ T-κύτταρα και στα δενδριτικά κύτταρα, θεωρούνται ως ανοσορρυθμιστικοί παράγοντες. Οι κύριοι αναστολείς PDE4 είναι το cilomilast και το roflumilast με το τελευταίο να θεωρείται πιο εκλεκτικό και με μεγαλύτερο θεραπευτικό εύρος. Παρά όμως τα παραπάνω in vitro και in vivo θετικά ευρήματα, η πλειοψηφία των κλινικών μελετών τόσο στο άσθμα όσο και στη ΧΑΠ, δεν παρουσιάζει ισχυρή απόδει- ξη κλινικής αποτελεσματικότητας. Η ασφάλεια και ανεκτικότητα του φαρμάκου είναι ανώτερη προκειμένου περί του roflumilast, με κύριες ανεπιθύμητες ενέργειες διάρροια, ναυτία και κοιλιακό άλγος. Η αξιολόγηση των μέχρι σήμερα κλινικών μελετών οδηγεί σε έντονο σκεπτικισμό σχετικά με την κλινική αποτελεσματικότητα του φαρμάκου. Μελλοντικές, καλύτερα τεκμηριωμένες μελέτες, θα καθορίσουν αν οι αναστολείς PDE4 εκπροσωπούν μια ακριβή θεοφυλλίνη ή ένα αποτελεσματικό νέο αντιφλεγμονώδες φάρμακο. Πνεύμων 2006, 19(4):303-310.
     
  • Κ. Κατσούλης
    Ο όρος οξειδωτικό stress αναφέρεται στη διαταραχή της ισορροπίας μεταξύ ελευθέρων ριζών, κυρίως του οξυγόνου, και αντιοξειδωτικών, ως αμυντικών μηχανισμών έναντι της βλαπτικής δράσης των ελευθέρων ριζών. Οι ελεύθερες ρίζες είναι δραστικά μόρια με πολλαπλούς μηχανισμούς δράσης πάνω σε βασικά βιομόρια, όπως τα λιπίδια της κυτταρικής μεμβράνης, οι πρωτεΐνες και το DNA. Παράγονται από εξωγενείς και ενδογενείς πηγές με κυριότερη απ’ αυτές τα κύτταρα που ενέχονται σε φλεγμονώδεις διαδικασίες. Το οξειδωτικό stress εμπλέκεται σε πολλά νοσήματα του αναπνευστικού μεταξύ των οποίων και το βρογχικό άσθμα. Πληθώρα μελετών σε διάφορα βιολογικά υγρά όπως περιφερικό αίμα, βρογχοκυψελιδικό έκπλυμα, κύτταρα βρογχικού βλεννο- γόνου, εκπνεόμενος αέρας και συμπύκνωμα, ακόμη και ούρα, έχουν δείξει αυξημένη παραγωγή ελευθέρων ριζών στο άσθμα με συνυπάρχουσα διαταραχή στους αντιοξειδωτικούς μηχανισμούς, όπως επίσης και συμμετοχή των ελευθέρων ριζών στην παθογένεια και παθοφυσιολογία της νόσου. Υπάρχουν επίσης ενδείξεις οτι το οξειδωτικό stress μπορεί να σχετίζεται με την υποκείμενη φλεγμονή ή, σε ορισμένες περιπτώσεις και με τη βαρύτητα της νόσου. Η μειωμένη πρόσληψη αντιοξειδωτικών με την τροφή έχει αναφερθεί ως ένας από τους παράγοντες που ίσως συμβάλλει στην ήδη αυξημένη επίπτωση του άσθματος. Μελέτες που έχουν γίνει με εξωγενή χορήγηση αντιοξειδωτικών έχουν δώσει αμφιλεγόμενα αποτελέσματα, αν και τα αποτελέσματα της χορήγησης συνθε- τικών αντιοξειδωτικών σε πειραματόζωα υπήρξαν περισσότερο αισιόδοξα. Με δεδομένο το ενδιαφέρον των ερευνητών, κατά τα επόμενα χρόνια αναμένονται περισσότερες και πλέον τεκμηριωμέ- νες απαντήσεις σχετικά με τη σημασία του οξειδωτικού stress στο άσθμα και κυρίως τη σημασία των αντιοξειδωτικών στη θεραπεία του. Πνεύμων 2006, 19(4):311-323.
     
  • Χ.Δ. Μαρκέτος
    Οι οστικές μεταστάσεις και οι σχετιζόμενες με αυτές επιπλοκές είναι αρκετά συχνές στους ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονα. Υπολογίζεται οτι ποσοστό 30-40% των ασθενών αυτών εμφανίζει οστικές μεταστάσεις, κυρίως οστεολυτικού τύπου, με σημαντική νοσηρότητα που περιλαμβάνει οστικά άλγη, παθολογικά κατάγματα, συμπίεση νευρικών ριζών, συμπίεση του νωτιαίου μυελού, νεοπλασματική διήθηση του μυελού των οστών και υπερασβεστιαιμία της κακοήθειας. Οι επιπλοκές αυτές είναι αποτέλεσμα αυξημένου οστικού μεταβολισμού, ειδικότερα αυξημένης οστικής απορρόφησης, με συνέπεια τη διαταραχή της οστικής δομής. Η κλασική αντιμετώπιση των οστικών μεταστάσεων και των επιπλοκών τους περιλαμβάνει κυρίως την ακτινοθεραπεία, τη χορήγηση ειδικών ραδιοϊσοτόπων, τις χειρουργικές επεμβάσεις, σε επιλεγμένες περιπτώσεις και την αναλγητική αγωγή. Τα τελευταία χρόνια η χορήγηση των νεότερων αμινοδιφωσφωνικών αποδείχθηκε αποτελεσματική και καλά ανεκτή θεραπεία για την αντιμετώπιση των οστικών μεταστάσεων σε διάφορους τύπους κακοήθων νόσων, μεταξύ των οποίων και ο καρκίνος του πνεύμονα. Τα διφωσφωνικά αναστέλλουν την οστική απορρόφηση κυρίως προκαλώντας την αυξημένη απόπτωση των οστεοκλαστών, παρεμβαίνοντας στη δραστηριότητα βιολογικών μορίων απαραίτητων για την κυτταρική λειτουργία και επιβίωση, ενώ παράλληλα φαίνεται οτι διαθέτουν και άμεση αντινεοπλασματική δράση. Χορηγούνται συνήθως ενδοφλέβια κάθε 3-4 εβδομάδες, με διάρκεια έγχυσης που διαφέρει μεταξύ των διαφόρων φαρμάκων, ενώ τα από του στόματος χορηγούμενα διφωσφωνικά φαίνεται οτι έχουν μικρότερη βιοδιαθεσιμότητα και συνδέονται με μεγαλύτερη επίπτωση γαστρεντερικών παρενεργειών. Οι συχνότερες παρενέργειες των διφωσφωνικών περιλαμβάνουν οστικά άλγη, ναυτία και έμετο, κεφαλαλγία, πυρετό, “σύνδρομο γρίπης”, αναιμία και νεφροτοξικότητα. Παρά το γεγονός οτι το συνολικό όφελος της θεραπείας με διφωσφωνικά δεν είναι εύκολο να εκτιμηθεί στους ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονα, οι οποίοι συνήθως έχουν προσδόκιμο επιβίωσης μικρότερο των 6 μηνών από τη διάγνωση των οστικών μεταστάσεων, σειρά μελετών έδειξαν σημαντική μείωση των σχετιζόμενων με το σκελετό συμβαμάτων (SREs), με εξαίρεση τη συμπίεση του νωτιαίου μυελού, καθυστέρηση της εμφάνισης του πρώτου σκελετικού συμβάματος και ουσιαστική βελτίωση του οστικού πόνου, καμμία όμως επίδραση στην επιβίωση. Συμπερασματικά, τα νεότερα διφωσφωνικά φαίνεται οτι έχουν ένα σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση της οστικής μεταστατικής νόσου σε ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονα, ενώ βρίσκονται υπό διερεύνηση άλλες θεραπευτικές εφαρμογές τους, όπως η άμεση αντικαρκινική δράση και η πρόληψη των οστικών μεταστάσεων. Πνεύμων 2006; 19(4):324-338.
     
  • Βασίλειος Τζίλας
    To άσθμα χαρακτηρίζεται από χρόνια φλεγμονή των αεραγωγών. Έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος στην κατανόηση της παθογένειας της νόσου, χωρίς να έχουν απαντηθεί όλα τα ερωτήματα. Σχετικά πρόσφατη είναι η θεωρία του Holgate σχετικά με την επανενεργοποίηση της επιθηλιακής μεσεγχυματικής τροφικής μονάδας. Τα επιθηλιακά κύτταρα, με την επίδραση διαφόρων ερεθισμάτων, εκκρίνουν μεσολαβητές που δρουν στους υποβλεννογόνιους αδένες και στους μυοϊνοβλάστες της υποκείμενης μεσεγχυματικής μονάδας. Τελικά προκαλούνται μόνιμες δομικές αλλαγές του τοιχώματος των αεραγωγών που συνιστούν το φαινόμενο της επαναδιαμόρφωσης. Η θεωρία αυτή ανοίγει καινούργιους στόχους στη θεραπεία του άσθματος. Πνεύμων 2006; 19(4):339-348.
     
  • Αντικείμενο της παρούσης μελέτης αποτελεί η ιστορία της φυματίωσης κατά την περίοδο 1854 έως 1901, δηλ. στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Η πραγμάτευση του θέματος στηρίχθηκε κυρίως στη σχετική επιστημονική αρθρογραφία του ιατρικού Τύπου της εποχής. Μέσα από τον τελευταίο αναδύεται η εξέλιξη της εικόνας που είχε η τότε επιστημονική κοινότητα για τη φυματίωση. Η μεγάλη θνησιμότητα της νόσου ώθησε τους επιστήμονες να ασχοληθούν εντατικά με την έρευνά της. Κατά την περίοδο 1854 έως 1901 λαμβάνουν χώρα σπουδαίες ανακαλύψεις, που ανατρέπουν πολλές θεωρίες που ίσχυαν μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα. Συγκεκριμένα, δίνεται ένα τέλος στις διαφωνίες των ιατρών ως προς τους τρόπους μετάδοσης της φυματίωσης, αφού αποδεικνύεται η μολυσματική της φύση, ενώ η ανακάλυψη του αιτίου της νόσου θέτει σε νέα βάση τις έρευνες για την ανεύρεση αποτελεσματικής θεραπείας. Οι Έλληνες ιατροί παρακολουθούν τις έρευνες των ξένων συναδέλφων τους, όπως φαίνεται μέσα από τα άρθρα τους, όπου αναδημοσιεύουν και σχολιάζουν ξένες μελέτες ενώ παράλληλα δημοσιεύουν και τα αποτελέσματα δικών τους πειραματισμών. Πνεύμων 2006, 19(4):349-356.
     
  • Οι μεταλλοπρωτεϊνάσες και οι ιστικοί αναστολείς τους, δρουν στο μεταβολισμό του κολλαγόνου του διάμεσου δικτύου και σχετίζονται με την παθογένεια της ιστικής αναδιαμόρφωσης και της ίνωσης. Στόχος της έρευνας είναι η αξιολόγηση της ΜΜP9 και TIMMP1 σε ασθενείς με σαρκοείδωση και ιδιοπαθή πνευμονική ίνωση (ΙPF) και η συσχέτισή τους με λειτουργικούς και υπερηχοκαρδιογραφικούς δείκτες. Οι ΜΜP9 και TIMMP1 μετρήθηκαν στον ορό (ELISA, Human Biotrak, Amersam) 22 ασθενών με σαρκοείδωση, 10 ασθενών με ΙPF και 12 μαρτύρων. Στους ασθενείς με σαρκοείδωση εκτιμήθηκε η φάση της νόσου (σπινθηρογράφημα Ga167) και η διαστολική λειτουργία της αριστεράς κοιλίας (παλμικό και Tissue Doppler). Στους ασθενείς με ΙPF μετρήθηκε η συστολική πνευμονική πίεση (SPAP), ενώ όλοι υποβλήθηκαν σε πλήρη έλεγχο της αναπνευστικής λειτουργίας. Τα επίπεδα MMP9 και TIMMP1 δεν διέφεραν μεταξύ των ασθενών αλλά ήταν στατιστικά σημαντικά υψηλότερα στους ασθενείς με σαρκοείδωση (p<0,001, p<0,01) και IPF (p<0,01, p<0,05) συγκριτικά με τους μάρτυρες. Στους ασθενείς με σαρκοείδωση, διαπιστώθηκε στατιστικά σημαντική συσχέτιση της MMP9 με την FEF25-75 (p<0,05) και την ενεργό φάση της νόσου (p<0,01), ενώ στους ασθενείς με ΙPF με την τιμή DLCO (p<0,05). Το 41% ασθενών με σαρκοείδωση είχε διαταραχή της διαστολικής λειτουρ- γίας της αριστεράς κοιλίας του τύπου της χάλασης και το 40% ασθενών με ΙPF, SPAP >35mmHg. Δεν διαπιστώθηκε στατιστικά σημαντική συσχέτιση των υπερηχοκαρδιογραφικών ευρημάτων με τις ΜΜP9, TIMMP1 και MMP9/TIMMP1. Τα επίπεδα της ΜΜP9 αντανακλούν τον επηρεασμό της αναπνευστικής λειτουργίας στους ασθενείς με σαρκοείδωση και ΙPF. Δεν φαίνεται να εκφράζουν αξιόπιστα τη συμμετοχή του καρδιαγγειακού συστήματος, αλλά στη σαρκοείδωση είναι δείκτες του ενεργού της νόσου. Πνεύμων 2006, 19(4):357-366.
     
  • Η προσβολή του θωρακικού τοιχώματος αποτελεί σπάνια εκδήλωση της φυματιώσεως, ειδικά μάλιστα οι περιπτώσεις που συνοδεύονται από τοπική καταστροφή υποκείμενου οστού. Παρουσιάζουμε την περίπτωση ενός άνδρα 66 ετών, γεωργού στο επάγγελμα, ο οποίος προσήλθε για διερεύνηση ανώδυνης μάζας στο πρόσθιο θωρακικό τοίχωμα διαμέτρου περίπου 5 cm. Η βλάβη παρουσίασε τριπλασιασμό των διαστάσεών της όταν ο ασθενής εξετάστηκε εκ νέου μετά πάροδο μηνός για προγραμματισμένη χειρουργική εξαίρεση. Διενεργήθηκε διαδερμική παρακέντηση και το αναρροφηθέν υλικό, το οποίο είχε μακροσκοπική εμφάνιση πύου εστάλη για έλεγχο κοινών μικροβίων και β-Κoch. Η άμεση χρώση κατά Ziehl-Nielsen για β-Koch ήταν θετική, οπότε ο ασθενής ετέθη άμεσα σε αντιφυματική αγωγή. Η πιθανότητα φυματιώσεως πρέπει να περιλαμβάνεται πάντοτε στη διαφορική διάγνωση ογκόμορφων αλλοιώσεων του θωρακικού τοιχώματος. Η αξονική τομογραφία, όπως και η μαγνητική τομογραφία θώρακος, αποτελούν τις απεικονιστικές μεθόδους εκλογής, παρέχοντας πληροφορίες για την φύση και της έκταση της υποκείμενης βλάβης. Πνεύμων 2006; 19(4):376-380.
     
  • Παρουσιάζεται περίπτωση ασθενούς ο οποίος εμφάνισε χυλοθώρακα την 27η μετεγχειρητική ημέρα μετά από επέμβαση αορτοστεφανιαίας παράκαμψης. Η αντιμετώπιση βασίστηκε στην τοποθέτηση σωλήνα θωρακικής παροχέτευσης, τη διακοπή της από του στόματος σίτισης, τη χορήγηση ολικής παρεντερικής διατροφής καθώς και, οκτρεοτίδης υποδορίως. Η ανωτέρω αγωγή ήταν αποτελεσματική και ο ασθενής 6 μήνες αργότερα παραμένει σε αρίστη κατάσταση, χωρίς υποτροπή του χυλοθώρακα. Πνεύμων 2006, 19(4):381-384.
     
  • Περιγράφεται εικόνα ασθενούς με σύνδρομο Swyer- James το οποίο λόγω των ήπιων κλινικών εκδηλώσεων παρέμεινε αδιάγνωστο μέχρι την ηλικία των 78 ετών οπότε και απεικονίσθηκε σε έλεγχο με αξονική τομογραφία θώρακος. Πνεύμων 2006, 19(4):385-388.
     
  • Παρουσιάζουμε περίπτωση σκληρυντικού αιμαγγειώματος του πνεύμονα σε γυναίκα 35 ετών. Η ασθενής προσήλθε αιτιωμένη δύσπνοια ηρεμίας και κατά τον ακτινολογικό έλεγχο διαπιστώθηκε μονήρης όζος στο ΔΕ πνεύμονα. Ακολούθησε χειρουργική αφαίρεση της μάζας και παθολογοανατομική εξέταση αυτής, η οποία ανέδειξε χαρακτηριστικά ευρήματα σκληρυντικού αιμαγγειώματος. Πνεύμων 2006; 19(4):389-392.
     
  • Παρουσιάζεται η περίπτωση ασθενούς 22 ετών ο οποίος εισήχθη για διερεύνηση παθολογικής ακτινογραφίας θώρακα, που έγινε σε τυχαίο ακτινολογικό έλεγχο. Ο ασθενής ήταν ασυμπτωματικός, χωρίς ευρήματα από την κλινική εξέταση και με αρνητικό ατομικό αναμνηστικό. Η αξονική τομογραφία θώρακος ανέδειξε την ύπαρξη ενδοθωρακικής πλευράς συνοστεούμενης με το σπόνδυλο Θ3. Η ενδοθωρακική πλευρά αποτελεί μια σπανιότατη συγγενή ανωμαλία, εως τώρα έχουν αναφερθεί περίπου 40 περιπτώσεις, ενώ σε λίγες από αυτές έχει διενεργηθεί αξονική τομογραφία θώρακος. Η ανάγκη διάγνωσης αυτής της συγγενούς ανωμαλίας έγκειται στην αναγνώριση της καλοήθους φύσης της και τον αποκλεισμό άλλων παθολογικών καταστάσεων. Πνεύμων 2006; 19(4):393-395.
     
Βρέθηκαν 12 αποτελέσματα. Σελίδα 1 από 1
© 2011 PNEUMON Magazine, Hellenic Bronchologic Society.
Developed by LogicONE Logo LogicONE