Please wait. Loading...
 
  • Το αναπνευστικό σύστημα αποτελείται ουσιαστικά από δύο μέρη, το όργανο της ανταλλαγής των αερίων του πνεύμονα και μια αντλία που αντλεί τα αέρια μέσα και έξω από τον πνεύμονα, αποτελουμένη από τους αναπνευστικούς μύες και το θωρακικό τοίχωμα. Ο πνεύμων και τα νοσήματά του ήταν παραδοσιακά στο κέντρο του ενδιαφέροντος, ενώ οι διαταραχές της αντλίας είχαν ύχει μικρής προσοχής. Η έρευνα για τους αναπνευστικούς μύες έχει ενταθεί κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Οι αναπνευστικοί μύες είναι όλοι τους σκελετικοί μύες που έχουν την ίδια σύνθεση ινών με τους μύες των άκρων. Η σύνθεση των ινών των αναπνευστικών μυών είναι σημαντικός παράγων για την αντοχή τους και τις συσταλτικές τους ιδιότητες. Υπάρχουν δύο τύποι ινών, οι ταχείας (FT) και οι βραδείας (ST) σύσπασης. Οι FT ίνες έχουν δύο υποομάδες, τις FOG και FG ίνες. Το διάφραγμα έχει μεγάλο ποσοστό ανθεκτικών στην κόπωση ινών. Οι κύριοι αναπνευστικοί μύες είναι το διάφραγμα, οι μεσοπλεύριοι μύες και οι μύες του κοιλιακού τοιχώματος. Οι επικουρικοί μύες της αναπνοής περιλαμβάνουν το στερνοκλειδομαστοειδή και άλλους μύες του τραχήλου, της ράχης και της ωμικής ζώνης. Οι μεσοπλεύριοι μύες υποδιαιρούνται σε δύο ομάδες: Τους έξω και έσω μεσοπλεύριους. Η σύσπαση του διαφράγματος ελαττώνει την ενδοθωρακική πίεση και αυξάνει την κοιλιακή πίεση σε φυσιολογικά άτομα με την κάθοδο του διαφραγματικού θόλου. Οι μεσοπλεύριοι μύες κινούν το θωρακικό τοίχωμα και μπορεί να έχουν είτε εισπνευστική είτε εκπνευστική λειτουργία. Οι έξω μεσοπλεύριοι και το μεσοχόνδριο τμήμα των έσω μεσοχονδρίων μυών θεωρούνται ότι είναι εισπνευστικοί μύες, ενώ το μεσόστεο μέρος των έσω μεσοπλευρίων εκπνευστικοί. Οι σκαληνοί θεωρούνται πλέον ότι είναι πραγματικοί μύες της εισπνοής και όχι "επικουρικοί". Οι σημαντικότεροι επικουρικοί μύες είναι πιθανώς οι στερνοκλειδομαστοειδείς. Οι αναπνευστικοί μύες είναι η κινητήριος δύναμη της αναπνοής και παρουσιάζουν αδυναμία από ποικιλία παραγόντων που προσβάλλουν τα κινητικά νεύρα, τη νευρομυική σύναψη και το μυικό κύτταρο. Οι χρόνιες νευρομυικές διαταραχές επηρεάζουν τους πνευμονικούς όγκους. Η αποτελεσματικότητα του βήχα ελαττώνεται σε αδυναμία των εκπνευστικών μυών. Οι ασθενείς με αδυναμία των αναπνευστικών μυών αναπνέουν γρηγορότερα και με μικρότερο αναπνεόμενο όγκο από τα υγιή άτομα. Η σημαντικότερη αλλαγή των αερίων αίματος σε αδυναμία των αναπνευστικών μυών είναι η πτώση της PaO2. Η υπερκαπνία επέρχεται αργότερα. Ως κόπωση των αναπνευστικών μυών καλείται η αδυναμία τους να διατηρήσουν την αναμενόμενη δύναμη με συνεχείς συσπάσεις, που είναι αναστρέψιμη. Οι αναπνευστικοί μύες, ειδικά οι εισπνευστικοί, μπορεί να κοπωθούν και να επισπεύσουν ή να ενισχύσουν την αναπνευστική ανεπάρκεια. Πνεύμων 2001, 14 (2): 91-108
     
  • ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Τα μόρια προσκόλλησης, μέσω αλληλεπιδράσεων κυττάρου προς κύτταρο ή κυττάρου προς στοιχεία της εξωκυτταρικής θεμέλιας ουσίας, πέραν του φυσιολογικού τους ρόλου, ενέχουν και σημαντικότατη σημασία στην καρκινογενετική διαδικασία. Αυτό συμβαίνει τόσο στην αρχική φάση της εγκατάστασης της, όσο και μετέπειτα, κατά τη φάση των μεταστάσεων. Ειδικότερα στον καρκίνο πνεύμονα έχουν μελετηθεί διάφορα μόρια προσκόλλησης, όμως ισχυρή ευαισθησία ως βιοδεικτών δεν έχει ακόμη πλήρως τεκμηριωθεί. Κύρια αναφορά γίνεται σε μόρια ιντεγκρινών, στην Ε-καντερίνη, στο ICAM-1, στο VCAM, στο NCAM, στο CEA, στις σελεκτίνες και στο CD44. Παρατίθενται τα τελευταία διεθνή επιστημονικά δεδομένα και αναδεικνύονται οι κατευθύνσεις της μελλοντικής έρευνας. Πνεύμων 2001, 14 (2): 109-117
     
  • ΠΕΡΙΛΗΨΗ. Η διαβρογχική αναρρόφηση με λεπτή βελόνα (ΔΑΛΒ) (No 21,22G), αποτελεί μια σχετικά νέα μέθοδο για τη λήψη κυτταρολογικών δειγμάτων μέσω του ευκάμπτου βρογχοσκοπίου, η οποία έχει πλέον καθιερωθεί και χρησιμοποιείται ευρέως. Οι ενδείξεις της μεθόδου αυτής εκτείνονται από τη σταδιοποίηση του βρογχογενούς καρκίνου έως τη διάγνωση των βρογχογενών κύστεων. Εν τούτοις η τεχνική αυτή χαρακτηρίζεται από ορισμένους περιορισμούς, οι οποίοι όμως δεν ισχύουν για την παθολογοανατομική εξέταση ιστού που λαμβάνεται με τη χρήση ιστολογικής βελόνης (No 19G) διά μέσου του ινοβρογχοσκοπίου, από το μεσοθωράκιο ή από τις πύλες. Οι πρώτες ανακοινώσεις με την παραπάνω τεχνική αναφέρουν ικανοποιητικά αποτελέσματα χωρίς επιπλοκές, στην πλειονότητα των περιπτώσεων. Μολονότι η σύγχρονη τεχνολογία των βελόνων έχει σχεδιάσει το σύστημα ώστε να διαπερνά το τοίχωμα με ευκολία, εν τούτοις, πολλές φορές απαιτείται συνδυασμός απλών τεχνικών για την επιτυχή λήψη υλικού, τεχνικών που περιγράφονται παρακάτω. Στη βιβλιογραφία αναφέρεται ολική διαγνωστική αξία με την ιστολογική βελόνα που αναφέρεται ανέρχεται σε ποσοστό από 52% έως 72%, ενώ εάν συμπεριληφθεί και κυτταρολογική εξέταση από το υλικό έκπλυσης της βελόνας (flush specimen), τότε η συνολική ευαισθησία ανέρχεται στο 86%. Συνοπτικά, αν και η διεθνής εμπειρία από τη χρήση της ιστολογικής βελόνας για διαβρογχική βιοψία είναι περιορισμένη, θεωρείται ότι θα καθιερωθεί στο μέλλον ως μια εξέταση ρουτίνας για τη σταδιοποίηση του βρογχογενούς καρκίνου. Επίσης δύναται να θεωρηθεί εξέταση αναφοράς για τη διάγνωση σαρκοειδώσεως σταδίων Ι και ΙΙ, λεμφώματος, καθώς και άλλων καταστάσεων που παρουσιάζουν παθολογία από το μεσοθωράκιο, με αποτέλεσμα την ελάττωση της ανάγκης για μεσοθωρακοσκόπηση στο μέλλον. Πνεύμων 2001, 14 (2): 118-125
     
  • ΠΕΡΙΛΗΨΗ. Ο μη επεμβατικός μηχανικός αερισμός χρησιμοποιείται τα τελευταία χρόνια ιδιαίτερα σε ΜΕΘ, για την αντιμετώπιση της οξείας αναπνευστικής ανεπάρκειας, με στόχο την αποφυγή της διασωλήνωσης και των επιπλοκών της. Σκοπός της μελέτης είναι η εκτίμηση της δυνατότητας αντιμετώπισης της οξείας αναπνευστικής ανεπάρκειας με μη επεμβατικό μηχανικό αερισμό σε πνευμονολογική κλινική. Σε 21 ασθενείς, 16 με οξεία υπερκαπνική αναπνευστική ανεπάρκεια και οξέωση (ομάδα Α) και 5 με υποξυγοναιμική αναπνευστική ανεπάρκεια (ομάδα Β), εφαρμόστηκε μη επεμβατικός μηχανικός αερισμός με συσκευή BiPAP με στόχο την αποφυγή της διασωλήνωσης και τη βελτίωση των PaO2, PaCO2 και του pH. Σε 12 ασθενείς της ομάδας Α βελτιώθηκε η PaO2 (από 45,1±8 mmHg σε 62,8±10,5 mmHg, p<0,001) η ΡaCO2 (από 83,5±15,4 σε 65,7±11,4mmHg, p<0,001) και διορθώθηκε η οξέωση (pΗ από 7,25±0,04 σε 7,37±0,06, p<0,001). Στους 5 ασθενείς της ομάδας Β βελτιώθηκε η PaO2 (από 35,4±6,5 σε 63,6±7,3 mmHg) υπό τη συσκευή. Τέσσερις ασθενείς της ομάδας Α διακομίστηκαν στη ΜΕΘ. Οι ώρες χρήσης της συσκευής ήταν 48,9±35,7 και 90,8±46,7 και οι ημέρες νοσηλείας ήταν 11,3±9,1 και 14,8±8,2 αντίστοιχα για τις δύο ομάδες των ασθενών. Ο μη επεμβατικός μηχανικός αερισμός μπορεί να εφαρμοστεί σε πνευμονολογική κλινική στην αντιμετώπιση της βαριάς οξείας αναπνευστικής ανεπάρκειας. Ιδιαίτερα στους ασθενείς με οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια από χρόνια πνευμονική νόσο (όπως σε έξαρση της XAΠ), βοηθά στη διόρθωση της αναπνευστικής οξέωσης, απομακρύνοντας την ανάγκη της διασωλήνωσης. Πνεύμων 2001, 14 (2): 126-132
     
  • ΠΕΡΙΛΗΨΗ. Τα τελευταία χρόνια επιστημονικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι μελέτες του ύπνου και η κατανομή του στη διάρκεια του 24ώρου. Σκοπός της μελέτης ήταν η καταγραφή των συνηθειών ύπνου των φοιτητών Ιατρικής στη διάρκεια της εξεταστικής περιόδου. Ένα ερωτηματολόγιο 14 ερωτήσεων και ωριαίου διαγράμματος ύπνου συμπληρώθηκε σε καθημερινή βάση από 493 φοιτητές Ιατρικής, προ και κατά τη διάρκεια των εξετάσεων. Το υλικό αποτέλεσαν 202 φοιτητές και 291 φοιτήτριες μέσης ηλικίας 22,9±1,87 (x±SD), που φοιτούσαν στο πρώτο ως το 6ο έτος σπουδών της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης. Η μέση διάρκεια βραδινού ύπνου προ των εξετάσεων ήταν 7,21±1,02 ώρες, ενώ κατά τις εξετάσεις ήταν 6,14±0,63 ώρες, στατιστικά σημαντικά μειωμένη (p<0,001). Επίσης στατιστικά σημαντική διαφορά εμφάνισε και η ώρα έναρξης νυκτερινού ύπνου που στην προ εξεταστική περίοδο ήταν 1,29±1,21 το πρωί, ενώ κατά την εξεταστική ήταν 02,28±0.58 (p<0,02). Οι ώρες μελέτης πριν τις εξετάσεις ήταν 3,45±1,63 ,ενώ μετά αυξήθηκαν σε 5,98±2,02 ώρες (p<0,001). Σε 36% των ημερών προ εξεταστικής οι φοιτητές ανέφεραν ότι ένιωθαν υπνηλία κατά την αφύπνιση και τη διάρκεια της ημέρας, ενώ κατά την εξεταστική περίοδο το ποσοστό αυξήθηκε σε 44% (p<0,003). Κατά τη διάρκεια των εξετάσεων η μέση διάρκεια ύπνου των φοιτητών μειώνεται, ενώ η έναρξη του βραδινού ύπνου μετατίθεται σε πλέον προχωρημένες πρωινές ώρες και περίπου στις μισές μέρες της εξεταστικής περιόδου οι φοιτητές, όταν αφυπνίζονται, αισθάνονται κουρασμένοι. Συμπερασματικά, οι εξετάσεις επηρεάζουν τις συνήθειες ύπνου των φοιτητών. Πνεύμων 2001, 14 (2): 133-138
     
  • ΠΕΡΙΛΗΨΗ. Η δύσπνοια και η μειωμένη ανοχή στην κόπωση αποτελούν συνήθεις κλινικές εκδηλώσεις σε ασθενείς με σαρκοείδωση. Σκοπός της εργασίας αυτής ήταν η διερεύνηση της αναπνευστικής απόκρισης και της κινητικής του οξυγόνου κατά τη μέγιστη καρδιοαναπνευστική δοκιμασία κοπώσεως (ΚΑΔΚ) σε ασθενείς με σαρκοείδωση και υγιείς μάρτυρες. Μελετήθηκαν 39 διαδοχικοί ασθενείς με σαρκοείδωση και 11 υγιείς μάρτυρες, που υπεβλήθησαν σε μέγιστη ΚΑΔΚ σε κυλιόμενο τάπητα. Υπολογίσθηκε η μέγιστη κατανάλωση οξυγόνου (VO2μεγ) και η κλίση της καμπύλης κατανάλωσης του οξυγόνου κατά την πρώιμη φάση της ανάκαμψης (κλίση-VO2/t). Για τη διαπίστωση του περιορισμού της εκπνευστικής ροής (ΠΕΡ) κατά την άσκηση χρησιμοποιήθηκε η καμπύλη ροής-όγκου σε σχέση με την καμπύλη μεγίστων ροών ηρεμίας. Κατά τη μέγιστη κόπωση παρατηρήθηκε ΠΕΡ στο 53% των ασθενών με σαρκοείδωση, που ήταν ανεξάρτητη του σταδίου της νόσου και της θεραπείας με κορτικοειδή ενώ δεν παρατηρήθηκε σε κανέναν από τους υγιείς μάρτυρες (p<0.001). Η VO2μεγ, η αναπνευστική εφεδρεία κατά το μέγιστο της κόπωσης και η κλίση VO2/t, στους ασθενείς με σαρκοείδωση ήταν στατιστικώς σημαντικά χαμηλότερες από εκείνες των υγιών μαρτύρων (23,0±6,0 ml/kg/min vs 34,5±7,6 p<0,001, 28±17 vs 36±12 p<0,05 και 0,9±0,4 vs 1,1±0,6 p<0,05 αντιστοίχως). Συμπερασματικά, τα δεδομένα αυτά συμβάλλουν στην κατανόηση των παθοφυσιολογικών μηχανισμών, που ενδεχομένως ενέχονται στη μειωμένη ανοχή στην κόπωση, που παρατηρείται στους ασθενείς με σαρκοείδωση. Πνεύμων 2001, 14 (2): 139-146
     
  • ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Παρουσιάζεται η περίπτωση ασθενούς, η οποία τρία χρόνια μετά από ολική υστερεκτομή για Ca ενδομητρίου παρουσίασε παροξυσμικό βήχα που χαρακτηρίζετο ως χρόνιος, ενώ ο διαγνωστικός έλεγχος αποκάλυψε μονήρη μετάσταση στο σπλήνα. Μετά γενόμενη σπληνεκτομή ο βήχας παρουσίασε πλήρη ύφεση. Μελετάται η παθοφυσιολογία του αντανακλαστικού του βήχα και παρουσιάζεται ανασκόπηση της βιβλιογραφίας αναφορικά με το συγκεκριμένο περιστατικό. Πνεύμων 2001, 14 (2): 147-150
     
  • ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Παρουσιάζεται περίπτωση ασθενούς ηλικίας 25 ετών καπνίστριας, 2 πακέτα/day από 16 ετών, η οποία προσήλθε στην κλινική μας λόγω δύσπνοιας κατά την κόπωση από 4μήνου. Με βάση το ιστορικό και την υπολογιστική τομογραφία υπεβλήθη σε βρογχοσκόπηση όπου το BAL και η διαβρογχική βιοψία έθεσαν τη διάγνωση της κυψελιδικής πρωτεΐνωσης. Πρόκειται για σπάνια νόσο που χαρακτηρίζεται από εναπόθεση άμορφου, αδιάλυτου πρωτεϊνικού υλικού στις κυψελίδες και τα βρογχιόλια. Η βρογχοσκόπηση με το BAL και τη διαβρογχική βιοψία θεωρείται ως η βασική διαγνωστική μέθοδος. Πνεύμων 2001, 14(2): 151-155.
     
  • ΠΕΡΙΛΗΨΗ. Περιγράφεται η περίπτωση άνδρα 61 ετών, ασυμπτωματικού, στον οποίο διαπιστώθηκε σε τυχαίο ακτινολογικό έλεγχο, η ύπαρξη στους πνεύμονες διάσπαρτων οζιδίων αμφοτερόπλευρα, τα οποία θεωρήθηκαν μεταστατική νόσος με πρωτοπαθή εστία στο ήπαρ ή τον προστάτη. Ο πλήρης απεικονιστικός αλλά και εργαστηριακός έλεγχος απέκλεισε την ύπαρξη κακοήθειας. H ιστολογική διάγνωση, μετά από ανοικτή βιοψία πνεύμονος, έδειξε ότι επρόκειτο περί πνευμονικού υαλοειδοποιούμενου κοκκιώματος. Ο ασθενής δεν ακολούθησε καμιά ειδική θεραπευτική αγωγή και η ακτινολογική εικόνα, 30 μήνες μετά, παραμένει αναλλοίωτη. Συζητείται η αιτιοπαθογένεια και η διαγνωστική προσπέλαση της σπάνιας αυτής νοσολογικής οντότητας. Πνεύμων 2001, 14 (2): 156-160
     
Βρέθηκαν 9 αποτελέσματα. Σελίδα 1 από 1
© 2011 PNEUMON Magazine, Hellenic Bronchologic Society.
Developed by LogicONE Logo LogicONE