Please wait. Loading...
 
  •  
  • Πνεύμων 2011, 24(4):355-360
    Περiληψη. Σκοπός: Η συμμόρφωση των πνευμονολόγων σε Κατευθυντήριες Οδηγίες παρουσιάζει διεθνώς σημαντική ετερογένεια ενώ στην Ελλάδα υπάρχει έλλειψη δεδομένων. Στα πλαίσια επιδημιολογικής μελέτης που απώτερο στόχο έχει να διερευνήσει τη διαχρονική μεταβολή της συμμόρφωσης των Ελλήνων πνευμονολόγων στις Κατευθυντήριες Οδηγίες για την αντιμετώπιση της Πνευμονίας της Κοινότητας, προσδιορίστηκε αναδρομικά ο βαθμός της συμμόρφωσής τους σε Οδηγίες για ασθενείς με πνευμονία της κοινότητας που χρήζουν νοσηλείας και η επίδραση παραγόντων που σχετίζονται με τους ασθενείς. Τα στοιχεία αυτά θα αποτελέσουν τη βάση προκειμένου να γίνει σύγκριση με αντίστοιχα μεταγενέστερα ώστε να εκτιμηθεί η διαχρονική τάση της συμμόρφωσης. Μέθοδος: Μετά από τυχαία επιλογή μελετήθηκαν αναδρομικά οι ιατρικοί φάκελοι 80 ασθενών που εισήχθησαν το πρώτο εξάμηνο του 2000 στο Νοσοκομείο Νοσημάτων Θώρακος Αθηνών με πιθανολογούμενη πνευμονία της κοινότητας. Στους ασθενείς που πληρούσαν τα κριτήρια της πνευμονίας της κοινότητας έγινε σύγκριση των κριτηρίων εισαγωγής, των διαγνωστικών εξετάσεων και της αντιμικροβιακής αγωγής με τα προτεινόμενα στις Διεθνείς Οδηγίες εκείνης της περιόδου. Αποτελέσματα : Συνολικά 67 ασθενείς, με μέση ηλικία 58,8 έτη εντάχθηκαν στη μελέτη. Η εφαρμογή διαγνωστικών εξετάσεων κυμάνθηκε από 100% για την απλή ακτινογραφία θώρακα έως 12% για τις καλλιέργειες αίματος. Το 71% των ασθενών έλαβε την ενδεδειγμένη θεραπεία κατά την εισαγωγή. Η ηλικία άνω των 70 ετών (OR =0,2, 95%CI: 0,1-0,6, p=0,004), η διανοητική σύγχυση (OR=0,04, 95%CI: 0-0,4, p=0,004), η εισρόφηση (OR=0,04 ,95%CI:0-0,3, p=0,002), η αναπνευστική ανεπάρκεια (OR=0,3, 95%CI: 0-0,87, p=0,02) και η πολυλοβώδης πνευμονία (OR=0,1, 95%CI: 0,04-0,50 p=0,001), διαπιστώθηκε ότι αποτελούν σημαντικούς παράγοντεςκινδύνου για παρέκκλιση από τις Οδηγίες. Μετά από εφαρμογή πολυπαραγοντικής ανάλυσης προτυπωμένης για την ηλικία διαπιστώθηκε ότι η εισρόφηση αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα μη συμμόρφωσης (OR:0,05, 95%CI:0,005-0,450, p=0,008). Συμπέρασμα : Σύμφωνα με τη μελέτη οι Έλληνες Πνευμονολόγοι εφαρμόζουν σε ικανοποιητικό τις Οδηγίες για την πνευμονία της κοινότητας. Η εισρόφηση αποτελεί τον ισχυρότερο παράγοντα παρέκκλισης από τις θεραπευτικές οδηγίες. Πνεύμων 2011, 24(4):355-360.
     
  • Πνεύμων 2011, 24(4):368-378
    Περiληψη. Η αντοχή του πνευμονιόκοκκου έχει αυξηθεί δραματικά τις τελευταίες δεκαετίες. Ως αποτέλεσμα, η δραστικότητα των τριών τάξεων αντιβιοτικών –β-λακτάμες, μακρολίδες, κινολόνες- που χρησιμοποιούνται στην πνευμονία της κοινότητας (ΠΚ) βρίσκεται υπό παρακολούθηση. Σύμφωνα με πρόσφατα παγκόσμια στοιχεία, το 21,8% των στελεχών του πνευμονιοκόκκου είναι μη ευαίσθητα στην πενικιλίνη και το 36,3% είναι ανθεκτικά στην αζιθρομυκίνη. Η αντοχή στις κινολόνες παραμένει χαμηλή, αλλά σε κλειστές κοινότητες έχει παρατηρηθεί κλωνική διασπορά ανθεκτικών στελεχών. Οι ακριβείς κλινικές συνέπειες της in vitro αντοχής είναι δύσκολο να αξιολογηθούν, αναμφίβολα όμως έχουν υπάρξει θεραπευτικές αποτυχίες εξ αιτίας λοίμωξης από ανθεκτικά στελέχη. Ωστόσο ο σχετικά μικρός αριθμός των αποτυχιών όταν συγκριθεί με το μέγεθος της διαπιστωμένης αντοχής δημιουργεί μια αντίφαση που δεν έχει διευκρινισθεί επαρκώς, πιθανά όμως εμπλέκει φαρμακοκινητικές και φαρμακοδυναμικές παραμέτρους. Επιπλέον, η έκβαση της ΠΚ δε σχετίζεται μόνο με το θεραπευτικό σχήμα, αλλά αποτελεί συνάρτηση και άλλων παραγόντων, μεταξύ των οποίων τα γενετικά χαρακτηριστικά του μικροβιακού στελέχους και το υπόβαθρο του ασθενή. Η γνώση των μηχανισμών ανάπτυξης και διασποράς της αντοχής του S. pneumoniae αποτελεί την απαραίτητη βάση για την ορθολογική επιλογή της αντιμικροβιακής θεραπείας. Τα τρέχοντα δεδομένα συνηγορούν στο ότι η πιθανότητα αντοχής στην πενικιλίνη δεν θα πρέπει να κατευθύνει απόλυτα την επιλογή των αντιβιοτικών στην ΠΚ. Στην Ελλάδα, η μονοθεραπεία με μακρολίδη ενέχει κλινικούς κινδύνους, ενώ οι κινολόνες θα πρέπει να χρησιμοποιούνται επιλεκτικά και επί συγκεκριμένων ενδείξεων. Καθώς η μικροβιακή αντοχή στα αντιβιοτικά αυξάνεται, η επιλογή της κατάλληλης αντιμικροβιακής θεραπείας έχει κεφαλαιώδη σημασία για την πρόληψη της εμφάνισης λοιμώξεων από ανθεκτικά μικρόβια, που πέραν από την αύξηση του κόστους αντιμετώπισης, ενδέχεται να έχουν δυσμενή έκβαση. Πνεύμων 2011, 24(4):368-378
     
  •  
  • Πνεύμων 2011, 24(4):394
    ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΥΝΤΑΞΗΣ
     
  • Πνεύμων 2011, 24(4):395-404
    Περiληψη. Οι περισσότεροι ασθματικοί ελέγχουν επαρκώς τη νόσος τους με εισπνεόμενα στεροειδή, αλλά ένας σημαντικός αριθμός ασθενών εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν συμπτώματα και περιορισμούς παρά το γεγονός ότι λαμβάνουν την κατάλληλη αγωγή. Οι ασθενείς αυτοί με σοβαρό άσθμα αντιπροσωπεύουν σχεδόν το ήμισυ του κόστους της νόσου και το μεγαλύτερο μέρος της νοσηρότητας και της θνησιμότητας της. Μέχρι σήμερα, τα εισπνεόμενα κορτικοειδή (ICS) και τα μακράς δράσης βρογχοδιασταλτικά (LABA) αποτελούν τη βάση της θεραπείας του σοβαρού άσθματος, αλλά η βέλτιστη χρήση και δοσολογία αυτών των φαρμάκων μένει να προσδιοριστεί. Η χορήγηση μονοκλωνικού αντισώματος έναντι της ανοσοσφαιρίνης IgE (anti-IgE), έχει πρόσφατα εγκριθεί για τη θεραπεία ασθενών με σοβαρό αλλεργικό άσθμα που δεν ελέγχονται επαρκώς με τη χορήγηση ICS/LABA. Η χρήση των μακράς δράσης αντιχολινεργικών (LAMA) ως επιπρόσθετη θεραπεία στο σοβαρό άσθμα βρίσκεται αυτή τη στιγμή υπό μελέτη. Εναλλακτικές θεραπείες όπως η χρήση αντιβιοτικών (μακρολίδια) έχουν δείξει αντικρουόμενα αποτελέσματα, ενώ η χορήγηση αντισώματος κατά του παράγοντα νέκρωσης του όγκου-α (αντι-TNFα) αποδείχτηκε αναποτελεσματική. Η στοχευμένη αναστολή των ιντερλευκινών (IL) 2, IL-4, IL-5, IL-9 και IL-13 βρίσκεται στο στάδιο της έρευνας. Η βρογχική θερμοπλαστική (BT), μια μη-φαρμακευτική θεραπεία, έχει αναφερθεί ότι παρέχει ορισμένα οφέλη σε ασθενείς με σοβαρό άσθμα, αλλά η μακροπρόθεσμη σχέση οφέλους/κινδύνου είναι άγνωστη προς το παρόν. Λόγω της ετερογένειας του σοβαρού άσθματος, η πρόκληση στη θεραπευτική προσέγγισή του παραμένει και ο καθορισμός του κατάλληλου θεραπευτικού φαινοτύπου μένει να αποδειχτεί. Πνεύμων 2011, 24(4):395-404.
     
  • Πνεύμων 2011, 24(4):417-429
    Περiληψη. Υπάρχουν μη επεμβατικές μέθοδοι που βοηθούν στη διάγνωση, την αντιμετώπιση και την αξιολόγηση του σοβαρού άσθματος. Συγκεκριμένα η κλασματική συγκέντρωση του εκπνεόμενου μονοξειδίου του αζώτου (FeNO) βοηθά κυρίως στην αναγνώριση κάποιων φαινοτύπων, την αξιολόγηση του ελέγχου του άσθματος και την επιλογή των ασθματικών που θα ανταποκριθούν στη θεραπεία με κορτικοειδή ή θα χρειαστούν εξατομικευμένη θεραπεία με νέα φάρμακα. Τα προκλητά πτύελα χρησιμοποιούνται κυρίως για την αναγνώριση των ηωσινοφιλικών και άλλων φαινοτύπων και την παρακολούθηση της θεραπείας. Η αξονική τομογραφία υψηλής ευκρίνειας βοηθά στην επιβεβαίωση της διάγνωσης, την αναγνώριση συνοδών νοσημάτων και την παρακολούθηση της σοβαρότητας της αναδιαμόρφωσης των αεραγωγών. Τέλος τα ερωτηματολόγια χρησιμοποιούνται κυρίως στην αξιολόγηση του επίπεδου ελέγχου. Και άλλες μέθοδοι, όπως το συμπύκνωμα του εκπνεόμενου αέρα και η ηλεκτρονική ρίνα υπόσχονται να βοηθήσουν. Η βοήθεια μη επεμβατικών μεθόδων είναι ιδιαίτερα σημαντική σε μια νόσο που αν και καλοήθης είναι πολύ δύσκολη στον έλεγχο και απαιτεί συνεχή παρακολούθηση, γεγονός που καθιστά τη χρήση μη επεμβατικών μεθόδων έως απαγορευτική. Πνεύμων 2011, 24(4):417-429.
     
  • Πνεύμων 2011, 24(4):445-452
    Περiληψη. Η διάγνωση του Άσθματος είναι συνήθως εύκολη και οι περισσότεροι ασθενείς ανταποκρίνονται στη θεραπεία. Ωστόσο, περίπου 5 έως 10% των ασθενών έχουν Σοβαρό Ανθιστάμενο Άσθμα που παραμένει ανεπαρκώς ελεγχόμενο παρά τη μέγιστη αγωγή. Επιπλέον, το Σοβαρό Άσθμα χαρακτηρίζεται από μεγάλη ετερογένεια και διαφορετικούς φαινοτύπους. Ο προσδιορισμός των ειδικών φαινοτύπων έχει ιδιαίτερη σημασία δεδομένου ότι μπορεί να οδηγήσει σε καλύτερη διαχείριση της νόσου και θεραπευτική ανταπόκριση. Περαιτέρω, διαγνωστικά προβλήματα αποτελούν το Άσθμα στους ηλικιωμένους και η διαφοροποίηση του Άσθματος από τη Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ). Ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους ασθενείς με άσθμα, η αναστρεψιμότητα της απόφραξης των αεραγωγών μειώνεται, με αποτέλεσμα να είναι δύσκολη η διαφορική διάγνωση από τη ΧΑΠ. Το κάπνισμα και η γήρανση αυξάνει τη βρογχική υπερ-αντιδραστικότητα (ΒΥΑ) αλλά και τον αριθμό των ουδετερόφιλων στους αεραγωγούς, οδηγώντας σε ακόμα μεγαλύτερη σύγχυση όσον αφορά τον διαχωρισμό του Άσθματος από τη ΧΑΠ. Επιπλέον, υπάρχει μια υποομάδα ασθενών με ΧΑΠ, με αναστρεψιμότητα στη βρογχοδιαστολή, αυξημένο μονοξείδιο του αζώτου στον εκπνεόμενο αέρα και ηωσινόφιλα στα πτύελα, ενώ συχνά μπορεί να εκδηλωθεί και αυξημένη βρογχική υπερ-αντιδραστικότητα στη ΧΑΠ. Εν κατακλείδι, η εφαρμογή αυστηρών διαγνωστικών κριτηρίων, η αξιολόγηση των λειτουργικών πνευμονικών δοκιμασιών, της ΒΥΑ, και της ατοπίας, σε συνδυασμό με ειδικευμένες εξετάσεις όπως η αξονική τομογραφία θώρακος υψηλής ευκρίνειας (HRCT), και η μέτρηση εξελιγμένων βιοδεικτών, μπορούν να συμβάλλουν στη έγκυρη διάγνωση του σοβαρού άσθματος και των φαινοτύπων του. Πνεύμων 2011, 24(4):445-452.
     
Βρέθηκαν 8 αποτελέσματα. Σελίδα 1 από 1
© 2011 PNEUMON Magazine, Hellenic Bronchologic Society.
Developed by LogicONE Logo LogicONE