Please wait. Loading...
 
Αποστολή σε φίλο
 
Αιματολογικές και ανοσολογικές μεταβολές σε εργάτες κλωστηρίου βάμβακος κατά τη διάρκεια της βάρδιας
ΠΕΡIΛΗΨΗ. Σκοπός: Η μελέτη των αιματολογικών και ανοσολογικών μεταβολών σε εργάτες κλωστηρίου βάμβακος, κατά την διάρκεια της βάρδιας. Μέθοδος: Εξετάστηκαν δείγματα αίματος 70 εργατών πριν από την εργασία τους και τέσσερις ώρες μετά την έκθεση στην σκόνη βάμβακος, κατά την πρώτη ημέρα της εργάσιμης εβδομάδας. Μετρήθηκαν οι παράμετροι: RBC, Hb, Ht, MCV, MCH, MCHC, RDW, PLT, PCT, MPV, PDW, WBC, απόλυτος αριθμός και ποσοστό πολυμορφοπυρήνων, ηωσινοφίλων, μονοπυρήνων, IgG, IgA, IgE, IgM, CRP, a2 μακροσφαιρίνη, απτοσφαιρίνη, όξινη-α1-γλυκοπρωτείνη, προαλβουμίνη, φιμπρονεκτίνη, ινωδογόνο, προθρομβίνη, πλασμινογόνο, αντιθρομβίνη ΙΙΙ, α1αντιθρυψίνη, C1q, C3c, C4, C5, B-factor, ανοσοσυμπλέγματα (CIC). Η στατιστική ανάλυση έγινε με τη μέθοδο t-test κατά ζεύγη. Ανιχνεύθηκε η ειδική IgE έναντι του βάμβακος. Μετρήθηκε το επίπεδο της σκόνης βάμβακος με τη μέθοδο του κάθετου εκπλυντή. Αποτελέσματα: Μετά από την έκθεση στη σκόνη βάμβακος παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική αύξηση του απόλυτου αριθμού και του ποσοστού των πολυμορφοπυρήνων, καθώς και των MCHC, PLT, PCT, IgG, IgA,α2 μακροσφαιρίνης, απτοσφαιρίνης, φιμπρονεκτίνης, ινωδογόνου, C3c και C4, μείωση του απόλυτου αριθμού και του ποσοστού των λεμφοκυττάρων, ηωσινοφίλων, μονοκυττάρων, RBC, Hb, Ht, MCV, RDW, C1q, και B-factor. Δεν υπήρξε μεταβολή των: IgE, IgM, CRP, όξινη-α1γλυκοπρωτεΐνη, προαλβουμίνη, προθρομβίνη, πλασμινογόνο, CIC, αντιθρομβίνη ΙΙΙ, και C5. Κανένας εργάτης δεν παρουσίαζε θετική την ειδική IgE. Το επίπεδο της σκόνης του βάμβακος ήταν κατά μέσο όρο 0,8mgr/m3. Συμπέρασμα: Μετά την έκθεση στη σκόνη βάμβακος λαμβάνει χώρα ανοσολογικός καταρράκτης, ο οποίος προφανώς περιλαμβάνει αντίδραση οξείας φάσεως, ενεργοποίηση των οδών του συμπληρώματος και πιθανόν χαμηλού επιπέδου αιμόλυση. Υποθέτουμε, ότι ο κύριος μηχανισμός των προαναφερθέντων μεταβολών στον υπό μελέτη πληθυσμό είναι η αντίδραση υπερευαισθησίας τύπου ΙΙ. Πνεύμων 2009, 22(4):315-322.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η βυσσίνωση είναι η νόσος των εργαζομένων στην κατεργασία βάμβακος, αλλά επίσης και των εργατών που εκτίθενται σε σκόνη από καννάβι, σίζαλ, γιούτα και λινάρι1. Από πολλών ετών εδραιώθηκε η άποψη ότι η βυσσίνωση ήταν ταυτόσημη με το αίσθημα «σφιξίματος στο θώρακα» και τον βήχα ή το «κοντανάσαιμα», συμπτώματα τα οποία παρουσιάζονται στους εργάτες βάμβακος κατά την πρώτη μέρα της εργάσιμης εβδομάδας2. Στις μέρες μας, τα πειραματικά δεδομένα έχουν αποκαλύψει, ότι μετά την έκθεση στη σκόνη βάμβακος αναπτύσσεται ένας φλεγμονώδης καταρράκτης, ο οποίος προκαλείται επίσης και μετά από έκθεση σε άλλες οργανικές σκόνες που επιμολύνονται από μικρόβια, όπως η σκόνη των ορνιθοτροφείων, των χοιροστασίων και των βουστασίων, η σκόνη των αλεύρων, του καφέ, τσαγιού κ.λπ.3. Το φαινόμενο αυτό αρχίζει πιθανόν με αντίδραση οξείας φάσεως κατά τη διάρκεια της βάρδιας των εργατών βάμβακος και ακολουθεί κυψελιδίτιδα ποικίλης έντασης4-6. Ο αιτιολογικός παράγοντας είναι άγνωστος, είναι υδατοδιαλυτός και πιθανώτατα πολυπαραγοντικός7. Ενδοτοξίνες από gram αρνητικά βακτήρια (Enterobacter agglomerans, Erscherichia Coli κ.α.) τα οποία επιμολύνουν τις μπάλες του βάμβακος, ταννίνες από τα βράκτεια φύλλα του βάμβακος καθώς και άλλοι τοξικοί παράγοντες έχουν προταθεί σαν κύριοι αιτιολογικοί παράγοντες7-10.

Είναι γνωστό, ότι το επίπεδο των ενδοτοξινών στο περιβάλλον του εργοστασίου κατεργασίας βάμβακος έχει καλύτερη συσχέτιση με τα συμπτώματα από το αναπνευστικό σύστημα, που παρουσιάζουν οι εργαζόμενοι σ’ αυτό, παρά με το επίπεδο αυτής καθαυτής της σκόνης βάμβακος7.

Ο ακριβής μηχανισμός της κυψελιδίτιδας (όταν αυτή αναπτύσσεται), και οι ακριβείς παθολογοανατομικές αλλοιώσεις στους πνεύμονες των εργατών κατεργασίας βάμβακος παραμένουν άγνωστες στις λεπτομέρειές τους11-13.

Κατά τον φλεγμονώδη καταρράκτη που δημιουργείται μετά την έκθεση στη σκόνη βάμβακος, το κυψελιδικό μακροφάγο έχει τον πρωτεύοντα ρόλο3. Υπάρχουν αναφορές από πειραματικές μελέτες που αποδεικνύουν ότι μετά την έκθεση στη σκόνη βάμβακος ακολουθεί εισροή πολυμορφοπυρήνων λευκοκυττάρων στους πνεύμονες7. Έχει επίσης καταδειχθεί, ότι συμβαίνει αύξηση της διαπερατότητας των πνευμονικών τριχοειδών μετά από εισπνοή ενδοτοξινών από Enterobacter agglomerans14. Η ανάλυση του βρογχοκυψελιδικού εκπλύματος από υγιείς εθελοντές που είχαν εκτεθεί σε αεροζόλ από εκχύλισμα βρακτείων φύλλων βάμβακος, κατέδειξε μια φλεγμονώδη αντίδραση με αύξηση των πολυμορφοπυρήνων λευκοκυττάρων και αύξηση της χημειοκτακτικής δραστηριότητας που σχετίζονταν με την ενεργοποίηση του συμπληρώματος15. Σύμφωνα με πειραματικές μελέτες, η ταννίνη (η οποία αποτελεί συστατικό μέρος των βρακτείων φύλλων του βάμβακος) είναι ένας δυναμικός κυτταροτοξικός παράγοντας για τα πνευμονικά επιθηλιακά κύτταρα10. Μια άλλη μελέτη με τη χρησιμοποίηση ενδοτοξίνης σεσημασμένης με Cr51, έδειξε ότι ο κύριος προορισμός της κυκλοφορούσης ενδοτοξίνης είναι η σύνδεσή της με τα αιμοπετάλια16. Υπάρχουν κάποιες ενδείξεις ότι άτομα με πολυμορφισμό στο χρωμόσωμα που ελέγχει τον υποδοχέα toll like receptor TLR-4, έχουν μια αμβλεία φλεγμονώδη ανταπόκριση στη σκόνη του βάμβακος17.

Εκτιμούμε, και τα ευρήματά μας συνηγορούν, ότι μετά την έκθεση στη σκόνη βάμβακος οι υπό μελέτη εργάτες αναπτύσσουν φαινόμενο οξείας φάσεως και αντίδραση υπερευαισθησίας τύπου ΙΙ, παρόμοια με την υπερευαισθησία που αναπτύσσεται από φαρμακολογικούς παράγοντες.

Η παρούσα μελέτη παρουσιάζει τις ανοσολογικές και αιματολογικές μεταβολές που παρατηρήθηκαν στο αίμα των εργατών κατεργασίας βάμβακος, και επιβεβαιώνει την παραπάνω υπόθεση.

ΜΕΘΟΔΟΣ

Η μελέτη πραγματοποιήθηκε σε κλωστήριο με αποκλειστική πρώτη ύλη τον βάμβακα, το οποίο απασχολούσε 440 εργαζόμενους και βρισκόταν στο Μεγάλο Πεύκο, σε βιομηχανική περιοχή. Το εργοστάσιο διέθετε τμήμα προκαταρκτικών, που περιλάμβανε σκούτσερ ανοίγματος, χάρτζια, σύρτες, κτενίστριες, προγνέστριες, τμήματα κλωστριών, και μπομπινουάρ.

Στη μελέτη περιελήφθησαν 70 υγιείς εργάτες, 50 γυναίκες και 20 άνδρες, μέσης ηλικίας 39.9 ετών, απασχολούμενοι στα προκαταρκτικά στάδια κατεργασίας, τα οποία θεωρούνται ως τα έχοντα τα υψηλότερα επίπεδα σκόνης βάμβακος. Σε όλους έγιναν αιμοληψίες κατά την πρώτη μέρα της εργάσιμης εβδομάδας πριν από την είσοδο στο χώρο εργασίας και τέσσερις ώρες μετά την έκθεση στη σκόνη βάμβακος. Έντεκα υγιή άτομα, 7 γυναίκες και 4 άνδρες, μέσης ηλικίας 39 ετών, τα οποία είχαν διάφορα επαγγέλματα και δεν είχαν προηγούμενη έκθεση στη σκόνη του βάμβακος, όλοι κάτοικοι της περιοχής πλησίον του υπό μελέτη εργοστασίου, αποτέλεσαν τον πληθυσμό ελέγχου (control). Στα άτομα αυτά έγιναν λήψεις δειγμάτων αίματος την ίδια ώρα όπως και στους εργάτες, δηλ. στις 6π.μ. και μετά τέσσερις ώρες, δηλ. στις 10π.μ.

Η μελέτη αυτή εγκρίθηκε από την αρμόδια επιστημονική επιτροπή και τα άτομα τα οποία συμμετείχαν ενημερώθηκαν αναλυτικά και συμμετείχαν με την ελεύθερη βούλησή τους.

Τα δείγματα αίματος σε φιαλίδια EDTA για τη διενέργεια αιμοδιαγράμματος διατηρήθηκαν σε θερμοκρασία δωματίου, για λίγες ώρες, μέχρι τη πραγματοποίηση της εξέτασης. Οι οροί, οι οποίοι ελήφθησαν μετά από φυγοκέντρηση πηγμάτων αίματος και οι οποίοι προορίζονταν για τις ανοσολογικές αναλύσεις τοποθετήθηκαν άμεσα στους –30ο C στο ψυγείο του εργοστασίου. Τα συλλεγέντα δείγματα μεταφέρονταν καθημερινά εντός ψυγείου στα εργαστήρια του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών «Γ. Γεννηματάς».

Μετρήθηκαν οι παρακάτω παράμετροι: Ερυθρά αιμοσφαίρια (RBC), Αιμοσφαιρίνη (Hb), Αιματοκρίτης (Ht), Μέσος όγκος ερυθρών (MCV), Μέση περιεκτικότητα αιμοσφαιρίνης (MCH), Μέση συγκέντρωση αιμοσφαιρίνης (MCHC), Εύρος κατανομής ερυθρών (RDW), Αιμοπετάλια (PLT), Αιμοπεταλιοκρίτης (PCT), Μέσος όγκος αιμοπεταλίων (MPV), Εύρος κατανομής αιμοπεταλίων (PDW), Λευκά αιμοσφαίρια (WBC), ποσοστό και απόλυτος αριθμός των λεμφοκυττάρων, πολυμορφοπυρήνων λευκοκυττάρων, ηωσινοφίλων και μονοκυττάρων (Αναλυτής Η2). Στα δείγματα ορών αίματος μετρήθηκαν οι παρακάτω ανοσολογικοί παράγοντες: IgG, IgA, IgE, IgM, CRP, α2μακροσφαιρίνη, απτοσφαιρίνη, όξινη-α1-γλυκοπρωτεΐνη, προαλβουμίνη, φιμπρονεκτίνη, ινωδογόνο, προθρομβίνη, πλασμινογόνο, αντιθρομβίνη ΙΙΙ, α1-αντιθρυψίνη, C1q, C3c, C4, C5, B-factor και κυκλοφορούντα ανοσοσυμπλέγματα (CIC).

Η στατιστική ανάλυση πραγματοποιήθηκε με τη μέθοδο t-test κατά ζεύγη.

Ανιχνεύθηκε η ειδική IgE έναντι του βάμβακος (cultivated cotton), με τη μέθοδο Allercoat EAST method, Kallestad Diagnostics, ENZYME RAST.

Το επίπεδο της σκόνης βάμβακος στο χώρο εργασίας μετρήθηκε με τη μέθοδο Lymsden-Lynch με τη χρησιμοποίηση δύο συσκευών καθέτων εκπλυντών (vertical elutriators), κατά τη διάρκεια της βάρδιας.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Στον πίνακα 1 δίνονται οι ανοσολογικές μεταβολές. Μετά την έκθεση στη σκόνη βάμβακος παρατηρείται στατιστικώς σημαντική αύξηση στα επίπεδα των παραμέτρων IgG, IgA, α2μακροσφαιρίνη, απτοσφαιρίνη, φιμπρονεκτίνη, ινωδογόνο, C3c και C4 και στατιστικώς σημαντική μείωση των C1q και B-factor. Οι παράμετροι IgE, IgM, CRP, όξινη-α1-γλυκοπρωτείνη, προθρομβίνη, πλασμινογόνο, CIC, Αντιθρομβίνη ΙΙΙ, α1 αντιθρυψίνη και C5 παραμένουν αμετάβλητες.



Στον πίνακα 2 παρουσιάζονται οι αιματολογικές μεταβολές. Μετά την έκθεση στη σκόνη βάμβακος παρατηρείται στατιστικώς σημαντική μείωση στις παραμέτρους: RBC, Hb, Ht, MCV, RDW. Παρατηρείται στατιστικώς σημαντική αύξηση των παραμέτρων: MCHC, PLT και PCT, ενώ οι παράμετροι MCH, MPV PDW παραμένουν αμετάβλητοι. Σημειώνεται επίσης στατιστικώς σημαντική μείωση του ποσοστού και του απόλυτου αριθμού των λεμφοκυττάρων, των ηωσινοφίλων και του απόλυτου αριθμού των μονοκυττάρων, ενώ το ποσοστό των μονοκυττάρων βρίσκεται στο όριο της στατιστικής σημαντικότητας με τάση μείωσης. Ο απόλυτος αριθμός και το ποσοστό των πολυμορφοπυρήνων λευκοκυττάρων παρουσιάζει στατιστικώς σημαντική αύξηση. Ο αριθμός των λευκών αιμοσφαιρίων παραμένει αμετάβλητος.



Ο πίνακας 3 δείχνει ότι κατά τις ώρες μεταξύ 6π.μ. και 10π.μ. στον πληθυσμό ελέγχου παρατηρήθηκαν οι παρακάτω μεταβολές: στατιστικώς σημαντική μείωση της αντιθρομβίνης ΙΙΙ και στατιστικώς σημαντική αύξηση των C1q, C3c και B-factor.



Ο πίνακας 4 δείχνει ότι στο αίμα του πληθυσμού ελέγχου δεν υπήρχαν στατιστικώς σημαντικές αιματολογικές μεταβολές, συγκρινόμενες με τις αιματολογικές μεταβολές των εργατών μετά την έκθεση στη σκόνη βάμβακος, εκτός από τις παραμέτρους PCT και MPV που παρουσίαζαν στατιστικώς σημαντική μείωση.



ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Λίγες μελέτες υπάρχουν μέχρι σήμερα για τις αιματολογικές και ανοσολογικές μεταβολές στο αίμα εργατών κατεργασίας βάμβακος κατά τη διάρκεια της βάρδιας.

Οι Karnick A.B. και συνεργάτες18 ανακοίνωσαν τα αποτελέσματα μιας μελέτης που αφορούσε το επίπεδο των ανοσοσφαιρινών σε εργάτες εκτεθειμένους στη σκόνη βάμβακος. Παρατήρησαν ότι σημειωνόταν μια σημαντική αύξηση στο επίπεδο της IgG, τόσο στους εργάτες που είχαν βυσσίνωση, όσο και σε αυτούς που δεν είχαν, ενώ το επίπεδο της IgA ανευρέθη αυξημένο (παρότι όχι σημαντικά) μόνο στους έχοντες βυσσίνωση.

Προκειμένου να εξηγήσουμε τα προαναφερθέντα αποτελέσματα της μελέτης μας, θεωρήσαμε, ότι η στατιστικώς σημαντική αύξηση των επιπέδων της IgG και IgA στο αίμα των εργατών βάμβακος, η οποία παρατηρήθηκε μετά την έκθεση στη σκόνη βάμβακος, σχετίζεται κατά κύριο λόγο με μιαν ανοσολογική απάντηση των βλεννογόνων των αεραγωγών. Οι Kollop-Sandra και συνεργάτες19 μελέτησαν τη χυμική ανοσολογική απάντηση εργατών, οι οποίοι είχαν επαγγελματική έκθεση στο αλεύρι σίτου. Παρατήρησαν ότι υπήρχε σημαντική αύξηση στο επίπεδο της IgA και IgG του ορού και οδηγήθηκαν στο συμπέρασμα ότι η επαγγελματική έκθεση στο αλεύρι σίτου προκαλεί ειδικές ανοσολογικές απαντήσεις, πιθανώτατα μέσω διέγερσης του ανοσολογικού συστήματος του βλεννογόνου, αλλά ότι επίσης στα εκτεθειμένα άτομα υπήρχαν και συστηματικές ανοσολογικές απαντήσεις. Οι Karol M.R. και συνεργάτες20 διαπίστωσαν την παρουσία IgG αντισωμάτων σε εργάτες εργοστασίων της Δανίας και βρήκαν ότι 13% των εξετασθέντων εργατών κατεργασίας βάμβακος παρουσίαζαν IgG κυκλοφορούντα αντισώματα.

Στην παρούσα μελέτη, η στατιστικώς σημαντική αύξηση του επιπέδου των a2μακροσφαιρίνης, απτοσφαιρίνης, φιμπρονεκτίνης και ινωδογόνου (όλες πρωτείνες οξείας φάσεως), δείχνουν ότι προφανώς υπάρχει μια αντίδραση οξείας φάσεως μετά την έκθεση στη σκόνη βάμβακος. Γενικά δεν υπάρχουν έρευνες που να αφορούν τις πρωτείνες οξείας φάσεως σε σχέση με την έκθεση στη σκόνη του βάμβακος. Οι Michel και συνεργάτες21, ανέφεραν μια σημαντική αύξηση της πρωτείνης οξείας φάσεως C-αντιδρώσα πρωτείνη (CRP), στο αίμα φυσιολογικών ατόμων μετά την εισπνοή ενδοτοξίνης, ενώ άλλες πρωτείνες οξείας φάσεως που μετρήθηκαν και συγκεκριμμένα οι C3 και απτοσφαιρίνη παρέμεναν αμετάβλητες. Στη δική μας μελέτη η CRP δεν παρουσίασε αύξηση.

Η στατιστικώς σημαντική αύξηση στο επίπεδο των παραγόντων C3c, C4 και η μείωση στο επίπεδο των παραγόντων C1q και B-factor στο αίμα των εργατών κατεργασίας βάμβακος στην παρούσα μελέτη, πιθανώτατα σχετίζεται με την ενεργοποίηση της κλασσικής και εναλλακτικής οδού του συμπληρώματος. Οι Mundie T.G. και συνεργάτες22 παρουσίασαν μελέτη κατά την οποία η ενεργοποίηση της κλασσικής οδού του συμπληρώματος από εκχυλίσματα σκόνης εργοστασίου βάμβακος επιβεβαιωνόταν από την κατανάλωση του παράγοντος C1. Μια άλλη μελέτη επίσης των Mundie T.G. και συνεργατών23 αποκάλυψε μείωση του επιπέδου του C3 στον ορό εργατών κατεργασίας βάμβακος, από τη Δευτέρα το πρωί ως το απόγευμα και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι πιθανόν αυτό να είναι αποτέλεσμα της ενεργοποίησης του συμπληρώματος. Οι Olenchock και συνεργάτες24 μελέτησαν τις μεταβολές του συμπληρώματος in vivo, σε δείγματα φλεβικού αίματος 22 υγιών ατόμων πριν και μετά από εξάωρη έκθεση στη σκόνη βάμβακος. Τα επίπεδα των C3c και C4 βρέθηκαν μειωμένα μετά την έκθεση στη σκόνη βάμβακος. Η παρατηρηθείσα αύξηση στους παράγοντες C3c και C4 στην παρούσα δική μας μελέτη είναι πιθανόν να αντιπροσωπεύει μια υπεραναπλήρωση του μειωμένου συμπληρώματος. Αυτό σημαίνει ότι ίσως έχουμε χάσει τη φάση της κατανάλωσης των συγκεκριμένων παραγόντων του συμπληρώματος. Μια άλλη εξήγηση για το φαινόμενο αυτό είναι ότι η αύξηση των παραγόντων C3c και C4 αντιπροσωπεύει μέρος της αντίδρασης οξείας φάσεως, επειδή οι παράγοντες αυτοί λειτουργούν σαν πρωτείνες οξείας φάσεως. Η αύξηση του C3c μπορεί να αντιπροσωπεύει και ημερήσια διακύμανση του παράγοντα αυτού, καθώς μια παρόμοια αύξηση παρατηρείται και στον πληθυσμό ελέγχου.

Το γεγονός ότι δεν υπήρξε στατιστικώς σημαντική μεταβολή στην ολική IgE καθώς επίσης ότι δεν ανιχνεύθηκε ειδική IgE έναντι του βάμβακος στο αίμα των εργατών, προφανώς σημαίνει ότι μετά την έκθεση στη σκόνη βάμβακος δεν αναπτύσσεται υπερευαισθησία τύπου Ι στον υπό μελέτη πληθυσμό. Οι Wang X.R. και συνεργάτες25 μελέτησαν το επίπεδο της ολικής IgE του ορού, σε συσχέτιση με τον FEV1 στους εργάτες βάμβακος προκειμένου να εκτιμήσουν τις πρώιμες πνευμονικές αντιδράσεις στη σκόνη του βάμβακος. Σύμφωνα με τα συμπεράσματά τους το μέσο επίπεδο της IgE βρέθηκε αυξημένο μετά από τρεις μήνες και δεν συσχετιζόταν με την πνευμονική λειτουργία, οδηγώντας στο συμπέρασμα ότι το επίπεδο της IgE δεν μπορούσε να είναι η αιτία για την απόφραξη των αεραγωγών που παρετηρείτο στους εργάτες κατεργασίας βάμβακος. Οι Zuskin E. και συνεργάτες26 μελέτησαν τη σχέση δερματικής υπεραντιδραστικότητας και ανοσοσφαιρίνης Ε του ορού. Ανέφεραν ότι εργάτες με θετικές δερματικές αντιδράσεις γενικά είχαν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα IgE στον ορό τους σε σχέση με τους εργάτες οι οποίοι παρουσίαζαν αρνητικές δερματικές αντιδράσεις.

Η έλλειψη στατιστικώς σημαντικών μεταβολών στα ανοσοσυμπλέγματα (CIC), που παρατηρείται στο αίμα του υπό μελέτη πληθυσμού, προφανώς σημαίνει ότι εδώ δεν λαμβάνει χώρα υπερευαισθησία τύπου ΙΙΙ. Σύμφωνα με μία θεωρία, η παθογένεση της βυσσίνωσης περιλαμβάνει διάφορους παθογενετικούς μηχανισμούς, συμπεριλαμβανομένης και της εξ υπερευαισθησίας τύπου ΙΙΙ (immune complex) πνευμονικής βλάβης. Οι Kutz A.S. και συνεργάτες27 προκειμένου να επιβεβαιώσουν αυτή τη θεωρία, ανέλυσαν ορούς από 59 εργάτες βάμβακος για καθιζάνοντα αντισώματα στα υδατικά εκχυλίσματα των βρακτείων φύλλων του βάμβακος. Δεν κατέστη δυνατόν να διαπιστωθούν τέτοια αντισώματα. Τα ευρήματα της μελέτης μας είναι ανάλογα με αυτά της προαναφερθείσης μελέτης.

Η στατιστικώς σημαντική μείωση των RBC, Hb και Ht μετά την έκθεση στη σκόνη βάμβακος πιθανόν να οφείλεται σε αιμολυτική διεργασία. Υπάρχουν λίγες μελέτες που αφορούν την αιμόλυση που προκαλείται σαν τοξικό φαινόμενο από μικρόβια που επιμολύνουν τον βάμβακα. Οι Hoult B. και συνεργάτες28 ανέφεραν την αιμολυτική δράση των Bacillus pumilus και Bacillus cereus, οι οποίοι απομονώθηκαν από τον αέρα ενός εργοστασίου βάμβακος του Lancahire. Η ενεργοποίηση της εναλλακτικής οδού και της οδού της λεκτίνης του συμπληρώματος μπορεί να συμβάλλουν στην έναρξη της αιμόλυσης29. Η σημαντική αύξηση των C3c και C4 πιθανόν παίζει κάποιο ρόλο σ’ αυτή την περίπτωση.

Δεν έχουμε ακριβή εξήγηση για τον λόγο της στατιστικώς σημαντικής αύξησης της παραμέτρου MCHC μετά την έκθεση.

Τα ευρήματά μας αποκαλύπτουν μια στατιστικώς σημαντική αύξηση των πολυμορφοπυρήνων λευκοκυττάρων στο αίμα των εργατών, μετά την έκθεση στη σκόνη βάμβακος. Σύμφωνα με τους Snella και Rylander30, η έκθεση στην ενδοτοξίνη προκαλεί συσσώρευση ουδετεροφίλων στους πνεύμονες και στους αεραγωγούς. Το αρχικό μέρος αυτής της συσσώρευσης προκαλείται κατά κύριο λόγο από ένα χημειοτακτικό παράγοντα που εκκρίνεται από τα κυψελιδικά μακροφάγα, τα οποία είναι και τα κύρια κύτταρα στον πνεύμονα υπεύθυνα για την άμυνα απέναντι στη σκόνη του βάμβακος31. Αυτή η έκκριση του χημειοτακτικού παράγοντα είναι παρούσα πάνω από τέσσερις ώρες μετά την έκθεση. Η αύξηση των πολυμορφοπυρήνων λευκοκυττάρων στην παρούσα μελέτη, η οποία συμφωνεί με τις παρατηρήσεις και άλλων ερευνητών, προφανώς αντιπροσωπεύει τη μετανάστευση των ουδετεροφίλων από τις παρυφές των φλεβικών δεξαμενών στο αναπνευστικό επιθήλιο32. Αυτό το εύρημα συμφωνεί με την παρατήρηση των Bomski και συνεργατών33, οι οποίοι έδειξαν ότι εργάτες σε εργοστάσιο κατεργασίας βάμβακος όπου η σκόνη περιείχε μεγάλο αριθμό αρνητικών κατά Gram βακτηρίων και ενδοτοξινών, παρουσίαζαν αυξημένο αριθμό ουδετεροφίλων στο αίμα κατά τη διάρκεια της βάρδιας.

Η στατιστικώς σημαντική μείωση των λεμφοκυττάρων, ηωσινοφίλων και μονοκυττάρων μπορεί να εξηγηθεί από τη συμμετοχή τους στον φλεγμονώδη καταρράκτη ο οποίος λαμβάνει χώρα στο αναπνευστικό σύστημα μετά την έκθεση στη σκόνη βάμβακος3.

Από τα αποτελέσματα της μελέτης μας παρατηρείται στατιστικώς σημαντική αύξηση του αριθμού των αιμοπεταλίων, η οποία προφανώς αντανακλά την κινητοποίηση των αιμοπεταλίων προκειμένου να συσσωρευθούν στα πνευμονικά αγγεία και να συμμετέχουν στη φλεγμονώδη αντίδραση7. Τα ευρήματα της μελέτης μας δεν συμφωνούν με εκείνα των Bomski και συνεργατών, οι οποίοι κατέδειξαν ότι ο αριθμός των αιμοπεταλίων στο περιφερικό αίμα των εργατών των απασχολουμένων στο χώρο των χαρτζιών, μειωνόταν κατά τη βάρδια της πρώτης εργάσιμης ημέρας. Αυτή η μείωση θεωρήθηκε ότι εξαρτιόταν από την ενδοαγγειακή ενεργοποίηση του συμπληρώματος. Ορισμένοι συγγραφείς πιστεύουν ότι τα αιμοπετάλια εμπλέκονται στο αίσθημα «σφιξίματος» στο θώρακα που παρουσιάζουν οι εργάτες βάμβακος και που αποτελεί το σήμα κατατεθέν της βυσσίνωσης κατά την πρώτη εργάσιμη μέρα. Υποθέτουν ότι αυτό το αίσθημα «σφιξίματος» είναι αποτέλεσμα της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων στα πνευμονικά τριχοειδή που προκαλείται από αντισώματα έναντι των ενδοτοξινών. Αυτό έχει καταδειχθεί με πειράματα σε ζώα34. Τα αιμοπετάλια συσσωρεύονται στον διάμεσο χώρο του πνεύμονα και στους αεραγωγούς του χάμστερ μετά από έκθεση σε ενδοτοξίνη35. Στα ινδικά χοιρίδια αυτή η συσσώρευση των αιμοπεταλίων φθάνει στο μέγιστο περίπου σε δύο ώρες από την έναρξη της έκθεσης, ενώ στη συνέχεια οι τιμές προοδευτικά επανέρχονται στα φυσιολογικά επίπεδα7. Πιστεύουμε ότι η αύξηση των αιμοπεταλίων που παρατηρείται στη δική μας μελέτη, ακολουθεί τη συσσώρευση των αιμοπεταλίων στα πνευμονικά τριχοειδή και προφανώς αντανακλά μια αντισταθμιστική αύξηση μετά την κατανάλωσή τους.

Η αύξηση των IgG και IgA, η προφανής ενεργοποίηση των οδών του συμπληρώματος (τόσο της κλασσικής όσο και της εναλλακτικής) συνδυαζόμενη με την πιθανότητα της αιμόλυσης, μπορούν να μας οδηγήσουν στην υπόθεση της αντίδρασης υπερευαισθησίας τύπου ΙΙ, παρόμοιας με την υπερευαισθησία που δημιουργείται από ορισμένα φάρμακα. Εντούτοις δεν μπορούμε να απορρίψουμε την υπόθεση ότι άλλοι εργάτες πιθανόν αναπτύσσουν τύπου Ι υπερευαισθησία και εγκαταλείπουν την εργασία τους. Δεν αποκλείεται επίσης, επειδή η σύνθεση της σκόνης βάμβακος είναι πολυπαραγοντική, εργάτες άλλων εργοστασίων –όχι όμως της παρούσης μελέτης-να αναπτύσσουν άλλου τύπου υπερευαισθησία (π.χ. τύπου ΙΙΙ ή ΙV), πράγμα το οποίο εξαρτάται από το τοξικό περιεχόμενο της σκόνης και την ευαισθησία του εργάτη.

Πρέπει να τονιστεί ότι η παραπάνω υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω έρευνα και για τον λόγο ότι οι ημερήσιες διακυμάνσεις των περισσοτέρων μετρηθέντων παραμέτρων σε άτομα που εργάζονται κάτω από δύσκολες συνθήκες μπορεί να παίζουν ρόλο και να επηρεάζουν τις αιματολογικές και ανοσολογικές μεταβολές.

Οι μεταβολές στο αίμα του πληθυσμού ελέγχου ήταν διαφορετικές, συγκρινόμενες με τις μεταβολές στο αίμα των εργατών και είναι πιθανόν ότι αντιπροσωπεύουν ημερήσιες διακυμάνσεις των παραμέτρων ΗCT, MPV,C1q, C5, B-factor.

To επίπεδο της σκόνης βάμβακος ήταν 0.8/mgr/m3-δηλ. κάτω από το όριο του 1mgr/m3- γεγονός το οποίο καταδεικνύει ότι όλες οι προαναφερθείσες αιματολογικές και ανοσολογικές μεταβολές δεν σχετίζονται με υψηλά επίπεδα σκόνης βάμβακος, αλλά με τα τοξικά συστατικά της σκόνης.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Οι αιματολογικές και ανοσολογικές μεταβολές στο αίμα των εργατών βάμβακος κατά τη διάρκεια της βάρδιας μπορούν να ερμηνευτούν ως ακολούθως:
1. Μετά την έκθεση στη σκόνη βάμβακος λαμβάνει χώρα φλεγμονώδης καταρράκτης με τη  συμμετοχή πολυμορφοπυρήνων λευκοκυττάρων και αιμοπεταλίων, τα οποία αυξάνονται και λεμφοκυττάρων, ηωσινοφίλων και μονοκυττάρων τα οποία μειώνονται.
2. Παρατηρείται αύξηση των IgG και IgA η οποία προφανώς αντανακλά ανοσολογική απόκριση των αναπνευστικών βλενογόννων.
3. Λαμβάνει χώρα αντίδραση οξείας φάσεως με αύξηση των πρωτεινών οξείας φάσεως: a2μακροσφαιρίνη, απτοσφαιρίνη, φιμπρονεκτίνη και ινωδογόνο.
4. Τόσο η κλασσική όσο και η εναλλακτική οδός του συμπληρώματος ενεργοποιούνται, όπως καταδεικνύεται από την αύξηση των C3c και C4 και από τη μείωση των C1q και B-factor.
5. Είναι πιθανόν ότι λαμβάνει χώρα κάποια αιμολυτική αντίδραση, όπως καταδεικνύεται από τη μείωση των RBC, Hb και Ht.
6. Δεν παρατηρείται τύπου Ι υπερευαισθησία όπως φαίνεται από την έλλειψη υψηλών επιπέδων ολικής IgE και ειδικήςIgE.
7. Η έλλειψη CIC σημαίνει ότι δεν λαμβάνει χώρα υπερευαισθησία τύπου ΙΙΙ στον υπό μελέτη πληθυσμό.
8. Με βάση τα παραπάνω θεωρούμε ότι: Μετά την έκθεση στη σκόνη βάμβακος αναπτύσσεται στον υπό μελέτη πληθυσμό εργατών υπερευαισθησία τύπου ΙΙ, παρόμοια με την υπερευαισθησία οφειλόμενη σε φάρμακα. Τα επιχειρήματα για την υποστήριξη της υπόθεσης αυτής είναι: I) η εμφάνιση αντίδρασης οξείας φάσεως ΙΙ) η αύξηση των IgG και ΙgA III) η προφανής ενεργοποίηση της κλασικής και εναλλακτικής οδού του συμπληρώματος και ΙV) η πιθανότητα της αιμόλυσης. Η υπερευσθησία τύπου ΙΙ η οποία είναι ένα σύνθετο φαινόμενο μπορεί να πυροδοτηθεί από ένα αντιγόνο ή αντιγόνα που περιέχονται στη σκόνη βάμβακος (ενδοτοξίνες, ταννίνες ή άλλα).
9. Χρειάζονται περαιτέρω μελέτες σε διάφορους χώρους κατεργασίας βάμβακος για να εκτιμηθεί και να επιβεβαιωθεί η ερμηνεία που διατυπώθηκε.

Ευχαριστίες

Η Αγγελική Σωτήρη ευχαριστεί τον καθηγητή κ. Χαράλαμπο Ρούσσο, για την ενθάρρυνση και συμβουλή του.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

(Βλέπε αγγλικό κείμενο)
© 2011 PNEUMON Magazine, Hellenic Bronchologic Society.
Developed by LogicONE Logo LogicONE