Please wait. Loading...
 
Αποστολή σε φίλο
 
Πέρα από την άπνοια
ΠΕΡIΛΗΨΗ. Η χρόνια στέρηση ύπνου συνεπεία είτε των κοινωνικών-επαγγελματικών επιλογών του σύγχρονου ανθρώπου είτε νοσημάτων που κατακερματίζουν τον ύπνο του, αποτελεί σημαντικό αίτιο κοινωνικής, επαγγελματικής, οικογενειακής δυσλειτουργίας αλλά και μία από τις συχνότερες αιτίες θανάτου ή σωματικής αναπηρίας. Πέρα από την αποφρακτική άπνοια που απασχολεί το μεγαλύτερο κομμάτι της διαγνωστικής και θεραπευτικής πράξης των κέντρων μελέτης ύπνου, η πλειονότητα των διαταραχών του ύπνου παραμένουν αδιάγνωστες και αθεράπευτες. Εξάλλου, δεν είναι καθόλου σπάνια η συνύπαρξη περισσοτέρων από μιας διαταραχών του ύπνου στον ίδιο ασθενή και ιδιαίτερα σε κάποιες ομάδες ασθενών, όπως αυτοί με νευρομυϊκά και εκφυλιστικά νοσήματα του νευρικού συστήματος, με αποτέλεσμα η μερική διάγνωση να ισοδυναμεί με μη διάγνωση. Στόχος της παρούσας ανασκόπησης είναι η παρουσίαση των συχνότερων διαταραχών του ύπνου πέρα από την αποφρακτική άπνοια στον ύπνο που είτε μεμονωμένα είτε σε μεταξύ τους συνδυασμούς ευθύνονται για την πλειονότητα των περιστατικών χρόνιας στέρησης ύπνου. Πνεύμων 2009, 22(1):-.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η συνειδητοποίηση ότι οι διαταραχές του ύπνου που συνοδεύουν το σύγχρονο τρόπο ζωής αναδεικνύονται ως ένα από τα συχνότερα αίτια θανάτου και αναπηρίας1, έχει στρέψει σημαντικό κομμάτι της ιατρικής έρευνας προς τη διερεύνηση των φυσιολογικών και παθοφυσιολογικών μηχανισμών στους οποίους υπόκεινται αυτή η τόσο σημαντική λειτουργία. Συχνά, πίσω από ένα θεωρούμενο ανθρώπινο λάθος2 κρύβεται η διαταραχή της ομαλής εξέλιξης του βραδινού ύπνου, ο κατακερματισμός του και τελικά η χρόνια στέρηση ύπνου με σημαντικές επιπτώσεις στη λειτουργικότητα του ατόμου κατά τη διάρκεια της ημέρας3. Ανεπιθύμητη έλευση ύπνου κατά την εξέλιξη δραστηριοτήτων που απαιτούν πλήρη εγρήγορση (π.χ. οδήγηση), δυσκολίες συγκέντρωσης και εκτέλεσης νοητικού έργου, διαταραχές του ψυχισμού και της σεξουαλικότητας αποτελούν τα σημαντικότερα συμπτώματα της χρόνιας στέρησης ύπνου3. Το σύνδρομο της αποφρακτικής άπνοιας στον ύπνο αποτελεί το συχνότερο αίτιο κατακερματισμού του ύπνου. Η διάγνωση του συνδρόμου είναι σχετικά εύκολη με την χαρακτηριστική, τις περισσότερες φορές, κλινική εικόνα να υπαγορεύει την διενέργεια πολυϋπνογραφικής μελέτης ύπνου που θα μας δώσει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες. Η αντιμετώπιση του συνδρόμου επιτυγχάνεται στην πλειονότητα των περιπτώσεων με τις συσκευές παροχής αέρα με θετική πίεση (CPAP). Ο ιατρός του κέντρου μελέτης του ύπνου συχνά θα καλεστεί να δώσει απάντηση στο γιατί ένας ασθενής παραμένει υπνηλικός παρά τη διαπίστωση ότι πάσχει από σύνδρομο αποφρακτικής άπνοιας και παρά την συνεπή χρήση της συσκευής CPAP. Σε αυτές τις περιπτώσεις δύο είναι τα ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν: α) μήπως η αναποτελεσματικότητα της θεραπείας οφείλεται σε τεχνικά ζητήματα που σχετίζονται με τη συσκευή και τη χρήση αυτής; β) μήπως με την αποφρακτική άπνοια συνυπάρχει και κάποια άλλη διαταραχή του ύπνου;

Στόχος του παρόντος άρθρου είναι η προσέγγιση του δεύτερου ερωτήματος, δηλαδή η σύντομη παρουσίαση, διαγνωστική προσπέλαση, και αντιμετώπιση των συνδρόμων της κεντρικής άπνοιας στον ύπνο, των ανήσυχων άκρων, των περιοδικών κινήσεων των άκρων κατά τον ύπνο, των παραϋπνιών κατά το στάδιο NREN και REM, και της ναρκοληψίας. Όλες οι παραπάνω καταστάσεις μπορούν να αποτελέσουν αίτιο κατακερματισμού του ύπνου, να συνυπάρχουν με την αποφρακτική άπνοια και να επηρεάζουν ή να επηρεάζονται από αυτή.

Σύνδρομο κεντρικής άπνοιας στον ύπνο

Το σύνδρομο χαρακτηρίζεται από συνεχή επεισόδια κεντρικού τύπου άπνοιας στον ύπνο τα οποία προκαλούν υποξυγοναιμία και έγερση του ασθενή με αποτέλεσμα το κατακερματισμό του ύπνου και την στέρηση αποδοτικού ύπνου. Θεωρητικά στην παθοφυσιολογία του συνδρόμου κυριαρχεί η απώλεια μηνύματος προς αναπνοή από τα κέντρα αναπνοής στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Έτσι η κεντρικού τύπου άπνοια χαρακτηρίζεται από απουσία ροής αέρα συνοδευόμενη από απουσία κίνησης του θωρακοκοιλιακού τοιχώματος (Εικόνα 1,2). Απνοϊκά επεισόδια με παρόμοια χαρακτηριστικά μπορούν να προκληθούν και επί δυσλειτουργίας του περιφερικού τμήματος (περιφερικά νεύρα-μύες) του αναπνευστικού συστήματος4. Σε αυτή την περίπτωση ο ασθενής παρουσιάζει ελαττωμένη κίνηση των αναπνευστικών μυών συνοδευόμενη από ελάττωση της ροής του αέρα λόγω μυϊκής αδυναμίας.

Τα βασικότερα αίτια δυσλειτουργίας των κέντρων της αναπνοής στο στέλεχος του εγκεφάλου είναι η καρδιακή ανεπάρκεια5, η χρήση κατασταλτικών του κεντρικού νευρικού συστήματος φαρμάκων6,7 (βαρβιτουρικά, βενζοδιαζεπίνες, οπιοειδή), οι ανατομικές βλάβες του στελέχους αποτέλεσμα ισχαιμικής, απομυελινωτικής, τραυματικής ή χωροκατακτητικής διεργασίας4 αλλά και η διάχυτη βλάβη της λευκής ουσίας των εγκεφαλικών ημισφαιρίων8. Σπανιότερο αίτιο είναι το σύνδρομο του συγγενούς κεντρικού υποαερισμού9. Επί μη ανεύρεσης αιτίου το σύνδρομο χαρακτηρίζεται ιδιοπαθές4. Αίτια κεντρικού τύπου άπνοιας οφειλόμενης κυρίως σε περιφερική δυσλειτουργία είναι τα νευρομυϊκά νοσήματα (πλαγία μυατροφική σκλήρυνση, πολυμυοσίτιδα και μετα-πολυομυοσιτιδικό σύνδρομο, η μυασθένεια, και οι μυοπάθειες), η κυφοσκολίωση, το σύνδρομο υποαερισμού-παχυσαρκίας, και νοσήματα που προσβάλλουν το αυτόνομο νευρικό σύστημα (σακχαρώδης διαβήτης10,11, αυτόνομες νευροπάθειες, εκφυλιστικά νοσήματα του κεντρικού νευρικού συστήματος).

Τα συμπτώματα του ασθενή είναι εκείνα της χρόνιας στερήσεως ύπνου ενώ μπορεί να συνυπάρχει και άλλη συμπτωματολογία ανάλογα με την υποκείμενη αιτία. Η προσεκτική ανάγνωση της πολυπνογραφικής μελέτης είναι απαραίτητη για τη διάγνωση. Τρεις είναι οι κύριοι τύποι κεντρικής άπνοιας που καταγράφονται: α) η αναπνοή Cheyne-Stokes όπου παρατηρούμε επαναλαμβανόμενα επεισόδια κεντρικής άπνοιας με προοδευτική εγκατάσταση και αποδρομή δίνοντας χαρακτηριστική σε μορφολογία καταγραφή (εικόνα 1). Το 37% περίπου των ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια και κλάσμα εξωθήσεως <45% παρουσιάζουν αναπνοή Cheyne-Stokes, ενώ σπανιότερα η διαταραχή μπορεί να οφείλεται σε αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή άλλη βλάβη στο στέλεχος του εγκεφάλου β) η περιοδική αναπνοή είναι επίσης ρυθμική, αλλά τα επεισόδια άπνοιας εγκαθίστανται και αποδράμουν πιο αιφνίδια (εικόνα 2). Απαντάται στα περισσότερα δευτεροπαθή αίτια κεντρικής άπνοιας αλλά και επί ιδιοπαθούς συνδρόμου, γ) ο υποαερισμός κατά τον ύπνο (εικόνα 3) χαρακτηρίζεται από υπερκαπνία και παρατεταμένα επεισόδια αποκορεσμού με χαρακτηριστικά κεντρικής άπνοιας· απαντάται σε νευρομυϊκά νοσήματα, στο σύνδρομο του συγγενούς κεντρικού υποαερισμού και στο σύνδρομο υποαερισμού-παχυσαρκίας. Στα νευρομυϊκά νοσήματα ο υποεαρισμός τείνει να επιδεινώνεται στο REM στάδιο ύπνου, ενώ στο σύνδρομο του συγγενούς κεντρικού υποαερισμού και στο σύνδρομο υποαερισμού-παχυσαρκίας είναι πιο έντονος στο NREM στάδιο ύπνου4.

Οι κεντρικού τύπου άπνοιες μπορεί να συμβούν φυσιολογικά κατά την έναρξη του ύπνου, κατά την εναλλαγή μεταξύ των σταδίων του ύπνου και μετά από ηλεκτροεγκεφαλογραφική αφύπνιση12. Σε ασθενείς με προδιάθεση να εμφανίζουν κεντρικές άπνοιες στις παραπάνω περιπτώσεις η ύπαρξη κάποιου παράγοντα που προκαλεί συνεχείς αφυπνίσεις (π.χ. περιοδικές κινήσεις των άκρων, αποφρακτική άπνοια, σύνδρομο αυξημένης αντίστασης των ανωτέρων αεραγωγών, ναρκοληψία13, επώδυνες καταστάσεις κλπ) μπορεί να αυξήσει τον αριθμό των κεντρικών απνοιών σημαντικά4,14.

Η αντιμετώπιση του συνδρόμου εξαρτάται από το αίτιο, τον τύπο των απνοϊκών επεισοδίων, και τη πιθανότητα να ευοδώνονται από άλλη υπνική διαταραχή. Επί καρδιακής ανεπάρκειας αρχικά γίνεται προσπάθεια βελτίωσης της καρδιακής παροχής με φαρμακευτική αγωγή και επί ανάγκης περαιτέρω μείωσης των απνοϊκών επεισοδίων συστήνεται η χρήση μη επεμβατικού αερισμού (ιδιαίτερα οι συσκευές adaptive servo-ventilation)15,16. Στην περιοδική αναπνοή είναι σημαντικό να αντιμετωπιστούν συνυπάρχουσες διαταραχές του ύπνου που μπορεί να προκαλούν επανειλημμένες αφυπνίσεις και αλλαγές μεταξύ σταδίων του ύπνου. Αν οι άπνοιες επιμένουν μπορούν να δοκιμαστούν βενζοδιαζεπίνες προς διατήρηση βαθύτερων σταδίων ύπνου και αύξηση του ουδού έγερσης, θεοφυλίνη, ακεταζολαμίδη, χορήγηση Ο2, ή CPAP/μη επεμβατικός μηχανικός αερισμός15. Στον υποαερισμό κατά τον ύπνο η αντιμετώπιση στρέφεται αποκλειστικά στη χρήση μη επεμβατικού αερισμού.

Σημεία που αξίζει να τονιστούν:

1.   Σε ασθενείς με κεντρικού τύπου άπνοιες και κατακερματισμό του ύπνου η αναζήτηση και αντιμετώπιση καταστάσεων που προκαλούν συνεχείς αφυπνίσεις (π.χ. κινήσεις των κάτω άκρων) μπορεί να ελαττώσει σημαντικά των αριθμό των απνοιών και να σταθεροποιήσει τον ύπνο (εικόνα 4).

2.   Επί αποφρακτικής άπνοιας η εμφάνιση και ορισμένων κεντρικού τύπου απνοιών είναι σχεδόν δεδομένη. Αν ο αριθμός των κεντρικών απνοιών είναι σημαντικά υψηλός τότε μπορεί να δημιουργηθεί πρόβλημα ταυτοποίησης του συνδρόμου. Τυπικά το σύνδρομο κεντρικής άπνοιας στον ύπνο διαγιγνώσκεται όταν ≥50% των απνοιών σημειώνονται ως κεντρικού τύπου4· παρόλα αυτά αυτό το όριο είναι αυθαίρετο.

3.   Επί περιοδικής αναπνοής τα γεγονότα εμφανίζονται κυρίως στα στάδια 1 και 2 του ύπνου ενώ ελαττώνονται αισθητά ή και εξαφανίζονται στα στάδια 3 και 4 του NREM ύπνου.

Σύνδρομο ανήσυχων άκρων(restless leg syndrome)

Το σύνδρομο χαρακτηρίζεται από δυσάρεστο αίσθημα στα άνω αλλά κυρίως στα κάτω άκρα όταν ο ασθενής παραμένει ακίνητος. Η δυσάρεστη αίσθηση μπορεί να έχει χαρακτήρα πόνου, καύσου, αιμωδιών και συνοδεύεται από ακαταμάχητη επιθυμία κίνησης των άκρων. Τα συμπτώματα αυτά μπορούν να εμφανίζονται οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας αλλά επιδεινώνονται τις βραδινές ώρες (επηρεάζονται από κιρκάδιους ρυθμούς17) προκαλώντας δυσχέρεια στην έναρξη του ύπνου. Έτσι το σύνδρομο αποτελεί συχνό αίτιο αϋπνίας αλλά και υπνηλίας κατά την ημέρα μια και συνοδεύεται από διατήρηση των κινήσεων των άκρων κατά των ύπνο με συνέπεια το κατακερματισμό αυτού.

Παθοφυσιολογικά το σύνδρομο ανήσυχων άκρων έχει σχετισθεί με καταστάσεις ένδειας σιδήρου και ντοπαμίνης18. Η ντοπαμίνη φαίνεται να διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στη παθοφυσιολογία του συνδρόμου μια και η ανταπόκριση στη χορήγηση της ή στη χορήγηση αγωνιστών των ντοπαμινεργικών υποδοχέων είναι εντυπωσιακή. Η ένδεια σιδήρου φαίνεται να σχετίζεται με το σύνδρομο ανήσυχων άκρων έμμεσα μια και ο σίδηρος αποτελεί απαραίτητο στοιχείο για την παραγωγή ντοπαμίνης18. Έτσι, τα συχνότερα αίτια του συνδρόμου είναι οι διατροφικές διαταραχές, η χρόνια αιμορραγία, η εγκυμοσύνη, η αιμοκάθαρση, και η χρήση αντικαταθλιπτικών (σεροτονινεργικά, τρικυκλικά) ή νευροληπτικών φαρμάκων που δεσμεύουν τους υποδοχείς της ντοπαμίνης. Επί μη ανεύρεσης αιτίας το σύνδρομο χαρακτηρίζεται ιδιοπαθές. Οι ιδιοπαθείς περιπτώσεις σε σημαντικό ποσοστό κληρονομούνται19. Σε ορισμένες ομάδες ασθενών όπως αυτών με νόσο του Parkinson, και στη διαταραχή ελλειμματικής προσοχής20 το σύνδρομο απαντάται με μεγαλύτερη συχνότητα.

Η διάγνωση του συνδρόμου είναι κλινική και στηρίζεται στην σχέση των συμπτωμάτων με την ακινησία, στην επιδείνωση αυτών τις βραδινές ώρες, και στην ύπαρξη θετικού κληρονομικού ιστορικού. Οι άτυπες περιπτώσεις απαντώνται συχνά στην κλινική πράξη με συνέπεια δύσκολα να μπορούν να διαχωριστούν από άλλες καταστάσεις με παρόμοια κλινική εικόνα (π.χ. αιμωδία και κράμπες στα άκρα σε νόσους του περιφερικού νευρικού συστήματος και των μυών, φλεβική ανεπάρκεια στα κάτω άκρα, μυοσκελετικά σύνδρομα, ακαθησία από νευροληπτικά κ.λ.π.). Έτσι, συχνά η πολυπνογραφία κρίνεται απαραίτητη. Κατά την πολυπνογραφία καταγράφονται οι περιοδικές κινήσεις των άκρων που σε ποσοστό 85% συνοδεύουν το σύνδρομο21. Πρόβλημα αποτελεί ότι οι περιοδικές κινήσεις των άκρων μπορεί να μην είναι παρούσες κάθε νύκτα με συνέπεια μία μελέτη να αποβεί αρνητική. Σε αυτές τις περιπτώσεις η κινησιογραφία (actigraphy) μία ή δύο εβδομάδες με εφαρμογή του κινησιογράφου στην κνήμη προσφέρει χρήσιμες πληροφορίες τόσο για την παρουσία τον κινήσεων όσο και για τη σοβαρότητα της αϋπνίας που συνοδεύει το σύνδρομο22. Θεραπευτικά επί έλλειψης σιδήρου είναι απαραίτητη η θεραπεία αποκατάστασης με σίδηρο. Στις άλλες περιπτώσεις η χρήση ντοπαμίνης ή αγωνιστών ντοπαμίνης σε μικρή δόση είναι συνήθως αποτελεσματική. Εναλλακτικά μπορεί να χρησιμοποιηθούν κλοναζεπάμη ή γκαμπαπεντίνη.

Έχει υπολογιστεί ότι το 2-4,5% των ασθενών με αποφρακτική άπνοια πάσχει και από σύνδρομο ανήσυχων άκρων23. Η συνύπαρξη αυτή αυξάνει όσο αυξάνει η ηλικία ή σε συγκεκριμένες ομάδες ασθενών (π.χ. νόσο του Parkinson).

Σημεία που αξίζει να τονιστούν:

1.   Σε ασθενείς με αποφρακτική άπνοια και υπολειμματική υπνηλία την ημέρα παρά τη σωστή χρήση συσκευής CPAP, πρέπει πάντα να υποπτευόμαστε το σύνδρομο των ανήσυχων άκρων. Οι ασθενείς αυτοί πρέπει να επανεκτιμώνται κλινικά και να επαναλαμβάνουν την πολυπνογραφία υπό τη χρήση της CPAP.

2.   Το σύνδρομο της αποφρακτικής άπνοιας μπορεί να συνοδεύεται από υψηλό δείκτη περιοδικών κινήσεων των κάτω άκρων στην πολυπνογραφία. Πριν τεθή η διάγνωση του συνδρόμου των ανήσυχων άκρων σε ασθενή με αποφρακτική άπνοια, καλό είναι να αντιμετωπίζεται αρχικά η άπνοια και να επανεκτιμάται ο ασθενής για υπολειμματική υπνηλία

Διαταραχή των περιοδικών κινήσεων των άκρων
στον ύπνο (periodic limb movement disordER )

Η διαταραχή χαρακτηρίζεται από υψηλό δείκτη περιοδικών κινήσεων των κάτω άκρων (PLMI) στον ύπνο και αϋπνία ή/και υπνηλία κατά την ημέρα που δεν μπορεί να εξηγηθεί από κάποια άλλη αιτία24. Στο ιστορικό συνήθως αναφέρεται αυξημένη κινητικότητα του ασθενή κατά τον ύπνο ή ανήσυχος ύπνος. Κινήσεις των κάτω άκρων στον ύπνο με περιοδικότητα ανευρίσκονται σε πολλές καταστάσεις όπως χρήση φαρμάκων, αποφρακτική άπνοια, ναρκοληψία, εκφυλιστικά νοσήματα του κεντρικού νευρικού συστήματος, σε παιδιά με υπερκινητικά σύνδρομα κ.λπ. χωρίς την παρουσία κλινικών σημείων συνδρόμου ανήσυχων άκρων κατά την εγρήγορση. Έτσι το σύνδρομο δεν είναι συνώνυμο του συνδρόμου των ανήσυχων άκρων.

Στην περίπτωση αποφρακτικής άπνοιας με συνοδό υψηλό PLMI έχει δειχθεί ότι ο PLMI μπορεί να ελαττωθεί ή και να αυξηθεί με τη χρήση συσκευής CPAP25. Αυτό πιθανά συμβαίνει γιατί σε κάποιες περιπτώσεις ασθενών με αποφρακτική άπνοια η εξασφάλιση μη διακοπτόμενου ύπνου δίνει την ευκαιρία στις περιοδικές κινήσεις των κάτω άκρων να εμφανιστούν· σε κάποιες όμως άλλες περιπτώσεις μπορεί να εξαφανίζονται εκείνες οι περιοδικές κινήσεις των κάτω άκρων που οφείλονταν σε αφυπνίσεις.

Η διάγνωση του συνδρόμου στηρίζεται στην πολυπνογραφική μελέτη όπου αναδεικνύεται PLMI>5 αλληλουχίες κινήσεων/ώρα. Η θεραπεία του συνδρόμου είναι παρόμοια με αυτή του συνδρόμου των ανήσυχων άκρων.

Σημεία που αξίζει να τονιστούν:

1.   Το σύνδρομο δεν είναι ταυτόσημο του συνδρόμου των ανήσυχων άκρων απλά το σύνδρομο ανήσυχων άκρων συνοδεύεται από περιοδικές κινήσεις των κάτω άκρων στον ύπνο.

2.   Οι περιοδικές κινήσεις των κάτω άκρων μπορεί να οφείλονται σε αναπνευστικά γεγονότα. Αρχικά πρέπει πάντα να αντιμετωπίζεται η αναπνευστική διαταραχή κατά τον ύπνο και αν ο ασθενής παρουσιάζει υπολειμματική υπνηλία τότε πρέπει να επανεκτιμάται η συμμετοχή των κινήσεων των κάτω άκρων στον κατακερματισμό του ύπνου.

Παραϋπνίες

Οι παραϋπνίες χαρακτηρίζονται από μη φυσιολογική συμπεριφορά κατά τον ύπνο η οποία μπορεί να συνίσταται σε σκόπιμες κινήσεις των άκρων, επεισόδια φόβου, ομιλία, μέχρι εκτέλεσης σύνθετων πράξεων όπως οδήγηση, μαγείρεμα, περιπλάνηση κ.λπ. Διακρίνονται σε αυτές που λαμβάνουν χώρα κατά το στάδιο NREM (υπνοβασία, υπνικοί τρόμοι κλπ), στο στάδιο REM (διαταραχή συμπεριφοράς στο REM, και εφιάλτες) και η αλληλεπικαλυπτόμενη παραϋπνία με παθολογική συμπεριφορά και στα δύο στάδια του ύπνου26. Συχνά οι καταστάσεις αυτές προκαλούν έντονο άγχος στον ασθενή αλλά κυρίως στο οικογενειακό του περιβάλλον.

Η υπνοβασία χαρακτηρίζετε από σύνθετη συμπεριφορά κατά τον ύπνο με έγερση από το κρεβάτι και επιτέλεση πράξεων (ντύσιμο, μαγείρεμα, οδήγηση κλπ). Ο ασθενής δεν αφυπνίζεται εύκολα με αποτέλεσμα πολλές ακραίες συμπεριφορές να έχουν καταλήξει σε σοβαρό τραυματισμό ή θάνατο του υπνοβάτη ή άλλων ατόμων. Χαρακτηριστικά την επόμενη μέρα δεν υπάρχει ανάκληση των γεγονότων. Πρόκειται ουσιαστικά για δυσκολία του εγκεφάλου να εξέλθει από στάδια βαθύ ύπνου που επιτρέπει στον υπνοβάτη να εκτελεί πράξεις τις οποίες όμως αδυνατεί να καταγράψει λόγω της διατήρησης βραδείας ηλεκτροεγκεφαλογραφικής δραστηριότητας στον εγκεφαλικό φλοιό. Η ιδιαιτερότητα αυτή καθορίζεται γονιδιακά όπως συμπεραίνετε από το κληρονομικό χαρακτήρα που διέπει την πλειοψηφία των περιπτώσεων. Η βασική διαφοροδιάγνωση των NREM παραϋπνιών είναι η νυκτερινή επιληψία του μετωπιαίου λοβού. Η πολυπνογραφική μελέτη δεν θεωρείται απαραίτητη για διάγνωση των NREM παραϋπνιών. Παρόλα αυτά μπορεί να βοηθήσει με την ανάδειξη αιφνίδιων, αυτόματων αφυπνίσεων από βαθύ ύπνο αν και αυτό το εύρημα δεν θεωρείται ειδικό. H σημαντικότερη ίσως προσφορά της πολυπνογραφίας στις NREM παραϋπνίες είναι η ανάδειξη άλλων συνυπαρχουσών διαταραχών του ύπνου που μπορούν να λειτουργούν ως ερεθίσματα αφύπνισης. Σε άτομα με προδιάθεση εκδήλωσης παραϋπνίας στο NREM, ερεθίσματα που τους αφυπνίζουν κατά τη διάρκεια του ύπνου βραδέων κυμάτων αυξάνουν την πιθανότητα εκδήλωσης της παραυπνίας. Έτσι το καλό υπνικό περιβάλλον χωρίς θόρυβο και φως, και η διάγνωση-αντιμετώπιση άλλων διαταραχών του ύπνου που μπορεί να συνυπάρχουν (πχ ροχαλητό, αποφρακτική άπνοια, σύνδρομο ανήσυχων άκρων κ.λπ.) είναι σημαντικά στην αντιμετώπιση των NREM παραϋπνιών27.

Η διαταραχή της συμπεριφοράς στο REM χαρακτηρίζεται από συμπεριφορά εξωτερίκευσης του ονείρου. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων το περιεχόμενο του ονείρου είναι εφιαλτικό με συνέπεια ο ασθενής να εξωτερικεύει συμπεριφορά άμυνας ή επίθεσης προκαλώντας τον τραυματισμό του εαυτού του ή του ατόμου που κοιμάται δίπλα του. Ο ασθενής αφυπνίζεται εύκολα και συνήθως ανακαλεί και το όνειρο. Τα αίτια της διαταραχής είναι πολλά με κύρια τα φάρμακα, και τις παθήσεις του νευρικού συστήματος που προσβάλλουν το στέλεχος του εγκεφάλου28. Η πολυπνογραφία δε θεωρείται απαραίτητη για τη διάγνωση της διαταραχής. Σε μη τυπικές περιπτώσεις η ανάδειξη αυξημένου μυϊκού τόνου, όπως αυτός καταγράφεται από τον υπογενίδιο μυ κατά την πολυπνογραφία, στο στάδιο REM μπορεί να βοηθήσει στη διάγνωση. Σημαντικής βαρύτητας αποφρακτική άπνοια μπορεί να προκαλέσει παρόμοια συμπεριφορά με αυτή της διαταραχής στο στάδιο REM με εκτινάξεις των άκρων και τραυματισμό του ασθενή ή του συντρόφου του29. Παράλληλα, αποφρακτική άπνοια και διαταραχή συμπεριφοράς στο REM συνυπάρχουν συχνά σε ασθενείς με νόσο του Parkinson, ατροφία πολλών συστημάτων (multiple system atrophy) και άλλα νοσήματα του νευρικού συστήματος. Σε αυτές τις περιπτώσεις η πολυπνογραφία είναι απαραίτητη για την διάγνωση των πιθανών διαταραχών του ύπνου αλλά και για τη σωστή αντιμετώπιση αυτών. Η χρήση CPAP μπορεί να βελτιώσει τη διαταραχή συμπεριφοράς στο REM30, ενώ η χρήση κλοναζεπάμης (φάρμακο επιλογής στη θεραπεία της διαταραχής) μπορεί να επιδεινώσει την άπνοια. Έτσι στις μικτές περιπτώσεις η καλύτερη αντιμετώπιση είναι η τιτλοποίηση της πίεσης της συσκευής CPAP στο εργαστήριο μετά από λήψη κλοναζεπάμης. Εναλλακτικά στη θεραπεία της διαταραχής συμπεριφοράς στο REM μπορεί να χρησιμοποιηθεί η μελατονίνη31 η οποία έχει δείξει καλά αποτελέσματα χωρίς επιδείνωση των απνοϊκών επεισοδίων.

Σημεία που αξίζει να τονιστούν:

1.   Σε άτομα με υπνοβασία είναι σημαντικό να περιορίζονται στο ελάχιστο ερεθίσματα που μπορούν να τους αφυπνίσουν μια και η αφύπνιση των ατόμων αυτών μπορεί να είναι μερική με συνέπεια την είσοδο στην υπνοβατική κατάσταση. Κατασταλτικά (πχ βενζοδιαζεπίνες) χορηγούνται μόνο σε εκείνες τις περιπτώσεις που η συμπεριφορά βάζει σε κίνδυνο την ακεραιότητα του ατόμου ή των άλλων

2.   Ο υπνοβάτης πρέπει να προστατεύεται και να καθοδηγείται με ήπιους χειρισμούς πίσω στο κρεβάτι του. Οι προσπάθειες αφύπνισης του συνήθως αποτυγχάνουν και μπορούν να οδηγήσουν σε επιθετική συμπεριφορά.

3.   Σε ασθενή με βαριά αποφρακτική άπνοια (απνοϊκός δείκτης>30/ώρα), πριν τεθεί η διάγνωση της διαταραχής στο στάδιο REM, πρέπει να εκτιμάται ο μυϊκός τόνος στο στάδιο REM και να αντιμετωπίζεται η αναπνευστική διαταραχή.

4.   Η φαρμακευτική θεραπεία της διαταραχής συμπεριφοράς στο REM γίνεται κυρίως με κλοναζεπάμη η οποία μπορεί να επιδεινώσει την υπνική άπνοια.

5.   Σε ασθενείς με συνυπάρχουσα διαταραχή της συμπεριφοράς στο στάδιο REM και αποφρακτική άπνοια η χρήση κλοναζεπάμης μπορεί να αντικατασταθεί από τη μελατονίνη.

Ναρκοληψία

Πρόκειται για σύνδρομο με κύριο κλινικό χαρακτηριστικό την υπνηλία κατά τη διάρκεια της ημέρας με τη μορφή επεισοδίων ύπνου στα οποία αδυνατεί ο ασθενής να αντισταθεί και τα οποία χαρακτηριστικά είναι πολύ αναζωογονητικά. Άλλα κλινικά χαρακτηριστικά της ναρκοληψίας είναι: α) η καταπληξία, δηλαδή τα επεισόδια αιφνίδιας απώλειας του μυϊκού τόνου σε διάφορες μυϊκές ομάδες (κυρίως τα κάτω άκρα και το πρόσωπο) που μπορούν να οδηγήσουν σε πτώσεις του ασθενή χωρίς απώλεια της συνείδησης και τραυματισμό του, β) η υπνική παράλυση, δηλαδή τα επεισόδια πλήρους αδυναμίας κίνησης του ασθενούς (αδυνατεί να κινηθεί, να μιλήσει ακόμα και να κινήσει τα μάτια του) μετά από ξύπνημα και γ) οι υπναγωγικές ψευδαισθήσεις, δηλαδή οι οπτικές ψευδαισθήσεις με ζωηρές ονειρικές εικόνες κατά την έναρξη του ύπνου ή και κατά την εγρήγορση. Η ανωτέρω συμπτωματολογία δεν είναι τίποτε άλλο πέρα από την είσοδο συστατικών του ύπνου REM (ονειρική κατάσταση, απώλεια του μυϊκού τόνου) σε απρόσφορο χρόνο και κυρίως κατά την έναρξη του ύπνου. Αιτιολογικά το σύνδρομο της ναρκοληψίας κατατάσσεται ως δευτεροπαθές (ανατομικές βλάβες που προσβάλλουν τον υποθάλαμο) ή ιδιοπαθές. Στο ιδιοπαθές σύνδρομο ενοχοποιείται η αυτοάνοση καταστροφή των κυττάρων του υποθαλάμου που παράγουν υποκρετίνη 132. Η διεθνής κατάταξη των διαταραχών του ύπνου33 αναγνωρίζει δύο σύνδρομα ναρκοληψίας. Το σύνδρομο της ναρκοληψίας με καταπληξία και το σύνδρομο της ναρκοληψίας χωρίς καταπληξία. Ο διαχωρισμός αυτός φαίνεται να είναι ουσιαστικός μια και πίσω από την ύπαρξη ή όχι καταπληξίας αναγνωρίζονται βασικές βιοχημικές και γενετικές διαφορές. Έτσι οι ασθενείς που παρουσιάζουν καταπληξία παρουσιάζουν σε πολύ υψηλό ποσοστό ελαττωμένα επίπεδα ή και πλήρη απουσία υποκρετίνης 1 στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό και είναι θετικοί για τον HLA DQB1 0602 απλότυπο34. Η διάγνωση της ναρκοληψίας γίνεται με το ιστορικό (η παρουσία επεισοδίων καταπληξίας σε άτομο χωρίς νοητική υστέρηση θέτει με βεβαιότητα τη διάγνωση ναρκοληψίας), με τη δοκιμασία των πολλαπλών καταγραφών του λανθάνοντα χρόνου έλευσης του ύπνου (multiple sleep latency test, MSLT), με την αναζήτηση του HLA DQB1 0602 απλότυπου και με τον προσδιορισμό της υποκρετίνης 1 στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό. Το MSLT είναι η πιο προσιτή εργαστηριακή μέθοδος για τη διάγνωση της ναρκοληψίας. Απαιτεί συνδεσμολογία πολυκαταγραφικής μελέτης ύπνου και συνίσταται σε τέσσερεις προσπάθειες ύπνου κατά την ημέρα διάρκειας κάθε μία 20 λεπτών. Ελέγχει δύο βασικές παραμέτρους: α) το μέσο λανθάνοντα χρόνο έλευσης ύπνου στις τέσσερεις προσπάθειες και β) την εμφάνιση ύπνου REM στις τέσσερεις προσπάθειες. Μέση τιμή λανθάνοντα χρόνου έλευσης του ύπνου<8 λεπτά και >2 REM επεισόδια κατά τις 4 δοκιμασίες ύπνου στο MSLT παρουσιάζουν το 71% των ασθενών με ναρκοληψία και καταπληξία και το 91% των ασθενών με ναρκοληψία χωρίς καταπληξία. Παρόλα, αυτά παρόμοια αποτελέσματα παρουσιάζουν και το 6% ασθενών με διαταραχές της αναπνοής στον ύπνο εξαιτίας της διάσπασης του ύπνου REM από τα απνοϊκά επεισόδια. Έτσι, δοκιμασία πρέπει πάντα να γίνεται κατά τη διάρκεια της ημέρας αμέσως μετά από πολυϋπνογραφική μελέτη κατά την οποία κατεγράφθησαν τουλάχιστον 6 ώρες ύπνου με παρουσία σταδίου REM και αφού ο ασθενής τις τελευταίες δύο εβδομάδες προ της μελέτης αναφέρει καλή επάρκεια νυκτερινού ύπνου. Όλες οι καταστάσεις που προκαλούν χρόνια στέρηση ύπνου και ιδίως REM σταδίου, μπορούν να δώσουν συμπτωματολογία παρόμοια με τη ναρκοληψία εκτός από τα επεισόδια καταπληξίας. Καταπληξία παρατηρείται μόνο στη ναρκοληψία και σε παθήσεις του κεντρικού νευρικού συστήματος που συνοδεύονται από νοητική υστέρηση35.

Η θεραπεία της ναρκοληψίας είναι συμπεριφορική και φαρμακευτική. Ο ασθενής πρέπει να διατηρεί σταθερό ωράριο ύπνου. Κατά τη διάρκεια της ημέρας αν είναι εφικτό πρέπει να του δίνεται η δυνατότητα να κοιμάται 2-3 φορές σε συγκεκριμένες ώρες για 1 περίπου ώρα κάθε φορά. Για εμμένουσα υπνηλία κατά τη διάρκεια της ημέρας χορηγούνται αμφεταμίνες ή μοδαφινίλη. Η καταπληξία μπορεί να αντιμετωπιστεί με τρικυκλικά ή σεροτονινεργικά αντικαταθλιπτικά ή με sodium oxybate. Η θεραπεία με CPAP έχει θέσει στην ναρκοληψία μια και αναφέρονται αυξημένα ποσοστά αποφρακτικής άπνοιας13 πιθανά λόγω αυξημένης συχνότητας παχυσαρκίας στους ναρκοληπτικούς ασθενείς36.

Σημεία που αξίζει να τονιστούν:

1.   Ασθενείς με βαριά αποφρακτική άπνοια μπορεί να στερούνται σταδίου REM και να παρουσιάζουν συμπτωματολογία παρόμοια της ναρκοληψίας

2.   Οι ασθενείς με ναρκοληψία εμφανίζουν υψηλό ποσοστό παχυσαρκίας με συνέπεια και υψηλό ποσοστό αποφρακτικής άπνοιας. Έτσι είναι σημαντικό σε ασθενείς με ναρκοληψία να αντιμετωπίζεται πιθανή αποφρακτική άπνοια που μπορεί να συμβάλλει στην υπνηλία κατά την ημέρα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

    1. Sigurdson K, Ayas NT. The public health and safety consequences of sleep disorders. Can J Physiol Pharmacol. 2007 Jan;85(1):179-83

    2. Mitler MM, Carskadon MA, Czeisler CA, Dement WC, Dinges DF, Graeber RC. Catastrophes, sleep, and public policy: consensus report. Sleep.1988;11(1):100-9

    3. Banks S, Dinges DF. Behavioral and physiological consequences of sleep restriction. J Clin Sleep Med. 2007 Aug 15;3(5):519-28

    4. Eckert DJ, Jordan AS, Merchia P, Malhotra A. Central sleep apnea: Pathophysiology and treatment. Chest. 2007;131(2):595-607.

    5. Javaheri S. Sleep disorders in systolic heart failure: a prospective study of 100 male patients. The final report. Int J Cardiol. 2006 Jan 4;106(1):21-8.

    6. Obermeyer WH, Benca RM. Effects of drugs on sleep. Neurol Clin. 1996 Nov;14 (4):827-40

    7. Teichtahl H, Wang D. Sleep-disordered breathing with chronic opioid use. Expert Opin Drug Saf. 2007;6(6):641-9

    8. Robbins J, Redline S, Ervin A, Walsleben JA, Ding J, Nieto FJ. Associations of sleep-disordered breathing and cerebral changes on MRI. J Clin Sleep Med. 2005 Apr 15;1(2):159-65.

    9. Chen ML, Keens TG. Congenital central hypoventilation syndrome: not just another rare disorder. Paediatr Respir Rev. 2004;5(3):182-9.

  10. Sanders MH, Givelber R. Sleep disordered breathing may not be an independent risk factor for diabetes, but diabetes may contribute to the occurrence of periodic breathing in sleep. Sleep Med. 2003;4(4):349-50

  11. Resnick HE, Redline S, Shahar E, Gilpin A, Newman A, Walter R, Ewy GA, Howard BV, Punjabi NM; Sleep Heart Health Study. Diabetes and sleep disturbances: findings from the Sleep Heart Health Study. Diabetes Care. 2003;26(3):702-9.

  12. Thomson S, Morrell MJ, Cordingley JJ, Semple SJ. Ventilation is unstable during drowsiness before sleep onset. J Appl Physiol. 2005 Nov;99(5):2036-44

  13. Bonakis A, Howard R, Williams A. a severely sleep deprived man. J Clin Sleep Med [Epub ahead of print]

  14. Xie A, Wong B, Phillipson EA, et al. Interaction of hyperventilation and arousal in the pathogenesis of idiopathic central sleep apnea. Am J Respir Crit Care Med 1994;150:489-495

  15. D. Pevernagie, J. P. Janssens, W. De Backer, M. Elliott, J. Pepperell, and S. Andreas Ventilatory support and pharmacological treatment of patients with central apnoea or hypoventilation during sleep. Eur. Respir. Rev., Dec 2007; 16: 115 - 124

  16. Banno K, Okamura K, Kryger MH. Adaptive servo-ventilation in patients with idiopathic Cheyne-Stokes breathing. J Clin Sleep Med. 2006 Apr 15;2(2):181-6.

  17. Baier PC, Trenkwalder C. Circadian variation in restless legs syndrome. Sleep Med. 2007 Sep;8(6):645-50.

  18. Patrick LR. Restless legs syndrome: pathophysiology and the role of iron and folate. Altern Med Rev. 2007 Jun;12(2):101-12

  19. Winkelmann J, Ferini-Strambi L. Genetics of restless legs syndrome. Sleep Med Rev. 2006 Jun;10(3):179-83.

  20. Konofal E, Cortese S, Marchand M, Mouren MC, Arnulf I, Lecendreux M. Impact of restless legs syndrome and iron deficiency on attention-deficit/hyperactivity disorder in children. Sleep Med. 2007 Nov;8(7-8):693-4.

  21. Hornyak M, Feige B, Voderholzer U, Philipsen A, Riemann D. Polysomnography findings in patients with restless legs syndrome and in healthy controls: a comparative observational study. Sleep. 2007 Jul 1;30(7):861-5.

  22. Allen RP. Improving RLS diagnosis and severity assessment: polysomnography, actigraphy and RLS-sleep log. Sleep Med. 2007 Aug;8 Suppl 2:S13-8

  23. M.M. Ohayon and T. Roth, Prevalence of restless legs syndrome and periodic limb movement disease in the general population. J Psychosom Res 53 (2002), pp. 547-554

  24. Hornyak M, Feige B, Riemann D, Voderholzer U. Periodic leg movements in sleep and periodic limb movement disorder: prevalence, clinical significance and treatment.Sleep Med Rev. 2006 Jun;10(3):169-77

  25. Baran AS, Richert AC, Douglass AB, May W, Ansarin K. Change in periodic limb movement index during treatment of obstructive sleep apnea with continuous positive airway pressure. Sleep. 2003 Sep;26(6):717-20.

  26. Schenck CH, Boyd JL, Mahowald MW. A parasomnia overlap disorder involving sleepwalking, sleep terrors, and REM sleep behavior disorder in 33 polysomnographically confirmed cases. Sleep. 1997 Nov;20(11):972-81.

  27. Remulla A, Guilleminault C. Somnambulism (sleepwalking). Expert Opin Pharmacother. 2004 Oct;5(10):2069-74

  28. Boeve BF, Silber MH, Saper CB, Ferman TJ, Dickson DW, Parisi JE, Benarroch EE, Ahlskog JE, Smith GE, Caselli RC, Tippman-Peikert M, Olson EJ, Lin SC, Young T, Wszolek Z, Schenck CH, Mahowald MW, Castillo PR, Del Tredici K, Braak H. Pathophysiology of REM sleep behavior disorder and relevance to neurodegenerative disease.Brain. 2007 Nov;130(Pt 11):2770-88

  29. Iranzo A, Santamarνa J. Severe obstructive sleep apnea/hypopnea mimicking REM sleep behavior disorder. Sleep. 2005 Feb 1;28(2):203-6.

  30. Bonakis Α, Howard SR, Ebrahim OI, Merritt S, Williams JA. REM Sleep Behavior Disorder (RBD) and Its Associations in Young Patients. Sleep Medicine (2008) [Epub ahead of print]

  31. Gugger JJ, Wagner ML. Rapid eye movement sleep behavior disorder. Ann Pharmacother. 2007 Nov;41(11):1833-41

  32. Knudsen S, Mikkelsen JD, Jennum P. Antibodies in narcolepsy-cataplexy patient serum bind to rat hypocretin neurons. Neuroreport. 2007 Jan 8;18(1):77-9.

  33. American Academy of Sleep Medicine. International classification of sleep disorders, 2nd ed.: diagnostic and coding manual. Westchester, Illinois: American Academy of Sleep Medicine; 2005

  34. Martνnez-Rodrνguez JE, Iranzo A, Casamitjana R, Graus F, Santamaria J. Comparative analysis of patients with narcolepsy-cataplexy, narcolepsy without cataplexy and idiopathic hypersomnia. Med Clin (Barc). 2007 Mar 17;128(10):361-4

  35. Dominguez-Ortega L, Salin-Pascual RJ, Dνaz-Gαllego E. Narcolepsy-like symptoms in a patient with down syndrome and without obstructive sleep apnea. Sleep. 2003 May 1;26(3):285-6.

  36. Chabas D, Foulon C, Gonzalez J, Nasr M, Lyon-Caen O, Willer JC, Derenne JP, Arnulf I. Eating disorder and metabolism in narcoleptic patients. Sleep. 2007 Oct 1;30(10):1267-73

© 2011 PNEUMON Magazine, Hellenic Bronchologic Society.
Developed by LogicONE Logo LogicONE