Please wait. Loading...
 
  • H Ιδιοπαθής Πνευμονική Ίνωση (ΙΠΙ) αποτελεί μια ξεχωριστή κλινική και παθολογοανατομική οντότητα-μέλος των ιδιοπαθών διαμέσων πνευμονιών και χαρακτηρίζεται από ξηρό βήχα, προοδευτικά επιδεινούμενη δύσπνοια και ελάττωση των πνευμονικών όγκων, καθώς και από σημαντικές διαταραχές ανταλλαγής των αερίων αίματος...
     
  • Μέχρι πριν λίγα χρόνια η πιθανότητα αναγέννησης ιστών και οργάνων αποτελούσε μυθοπλασία και σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Σήμερα η χρήση εμβρυϊκών βλαστοκυττάρων και βλαστοκυττάρων από ενήλικα αποτελεί πεδίο εντατικής έρευνας. Η θεραπεία με αυτόλογα βλαστοκύτταρα δείχνει να είναι ένας νέος και αποτελεσματικός τρόπος παρέμβασης για πολλές ασθένειες ενώ δεν λείπουν οι έρευνες και οι ενθαρρυντικές ενδείξεις για επανόρθωση βλαβών που αφορούν το αναπνευστικό σύστημα.
     
  • ΠΕΡIλΗΨΗ. ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η συχνότητα οστικών μεταστάσεων σε ασθε- νείς με καρκίνο του πνεύμονα κυμαίνεται μεταξύ 20-40%. Πρόσφατες μελέτες (in vitro κατά πλειοψηφία) έδειξαν ότι τα διφωσφονικά τρίτης γενιάς εμποδίζουν την ανάπτυξη των καρκινικών κυττάρων του όγκου του καρκίνου του πνεύμονα και ίσως με αυτόν τον τρό- πο έμμεσα να επηρεάζουν θετικά την επιβίωση τους. ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΣ: Με διαδοχική επιλογή μελετήθηκαν 108 άρρενες ασθενείς σταδίου IV. Σε 55/108 ασθενείς με οστικό άλγος και θετικό σπινθηρογράφημα οστών χορηγήθηκαν διφωσφονικά που περιέχουν στη σύνθεσή τους άζωτο (NBPs) (ομάδα Α) - ζολεδρονικό οξύ, 4mg I.V. κάθε 21 μέρες. Αντίθετα 53/108 ασυμπτωματικοί ασθενείς δεν έλαβαν NBPs: 30/53 είχαν θετικό σπινθηρογράφημα οστών (ομάδα Β) και 23/53 φυσιολογικό σπινθηρογράφημα οστών (ομάδα Γ). Όλοι οι ασθενείς αντιμετωπίστηκαν με συνδυασμένη χημειοθεραπεία που περιλάμβανε Docetaxel 100mg/m2 και Carboplatin AUC=6. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Η ομάδα Α παρουσίασε στατιστικά σημαντική αύξηση τόσο της επιβίωσης όσο και του χρόνου μέχρι την υποτροπή της νόσου (p<0,001) σε σύγκριση με τις ομάδες Β και Γ. Στατιστικά σημαντική θετική συσχέτιση βρέθηκε μεταξύ του αριθμού κύκλων χημειοθεραπείας με ΝΒPs και της ολικής επιβίωσης (p<0,01 Pearson Correlation) καθώς και του χρόνου μέχρι την υποτροπή της νόσου (p<0,01). Η επίδραση των διφωσφονικών στην κλίμακα άλγους δεν διέφερε στατιστικά σημαντικά στις δύο ομάδες ασθενών με θετικό σπινθηρογράφημα οστών πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ZOL (p>0,05). ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Η προσθήκη διφωσφονικών τρί- της γενιάς (ΝBPs) στην αντιμετώπιση των ασθενών με καρκίνο του πνεύμονα και οστικές μεταστάσεις έδειξε να επηρεάζει σημαντικά την επιβίωσή τους. Περαιτέρω έρευνες χρειάζονται για να στηρίξουν την πιθανή αντινεοπλασματική δράση των ΝBPs ως ανεξάρτητου θεραπευτικού παράγοντα στην αντιμετώπιση του καρκίνου του πνεύμονα. Πνεύμων 2009, 22(1):25-30.
     
  • ΠΕΡIΛΗΨΗ. ΣΚΟΠΟΣ: Στο Σύνδρομο Απνοιών Υποπνοιών στον Ύπνο (ΣΑΥΥ) ανευρίσκεται πληθώρα ενδείξεων ανοσολογικής απορρύθμισης, όπως μεταβολές στην έκφραση διάφορων κυτταροκινών και αύξηση των πολυμορφοπύρηνων λευκοκυττάρων. Ωστόσο, ελάχιστα δεδομένα υπάρχουν αναφορικά με την επίδραση του ΣΑΥΥ στα λεμφοκύτταρα του περιφερικού αίματος. Σκοπός της μελέτης ήταν να εξετάσει διαφορές στον αριθμό και στην αυτόματη απόπτωση των κυριότερων λεμφοκυτταρικών υποπληθυσμών στο περιφερικό αίμα ασθενών με ΣΑΥΥ συγκριτικά με υγιείς μάρτυρες. ΜΕΘΟΔΟΙ: Σε 12 πρωτοδιαγνωσθέντες ασθενείς με ΣΑΥΥ (AHI≥5/ώρα) χωρίς άλλα συνοδά νοσήματα ή συστηματική χρήση φαρμάκων και 12 υγιείς μάρτυρες (AHI<5/ώρα) ανάλογης ηλικίας και ΒΜΙ, απομονώθηκαν στιβάδες μονοπυρήνων μετά από επιστοίβαξη περιφερικού αίματος σε φικόλη. Η ποσοτικοποίηση των λεμφοκυτταρικών υποπληθυσμών πραγματοποιήθηκε με πολυχρωματική κυτταρομετρία ροής σε ολικό αίμα μετά από λύση των ερυθροκυττάρων, ενώ η εκτίμηση της απόπτωσης βασίστηκε σε χρώση με Αννεξίνη V, και ταυτόχρονη σήμανση με δείκτες επιφανείας λεμφοκυτταρικών υποπληθυσμών, στο ίδιο δείγμα. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Ο απόλυτος αριθμός των μεγάλων κοκκιωδών λεμφοκυττάρων (Large Granular Lymphocytes, Τ-LGL) βρέθηκε σημαντικά ελαττωμένος στους ασθενείς με ΣΑΥΥ, συγκριτικά με τους υγιείς μάρτυρες. Αντίθετα, το επί τις εκατό ποσοστό και ο απόλυτος αριθμός των υπόλοιπων λεμφοκυτταρικών υποπληθυσμών που ελέγχθηκαν (CD4+, CD8+, CD19+, ΝΚ και γδ κύτταρα) δε διέφεραν μεταξύ ασθενών με ΣΑΥΥ και μαρτύρων. Επιπλέον, δε διαπιστώθηκαν διαφορές στην πρώιμη απόπτωση των παραπάνω λεμφοκυτταρικών υποπληθυσμών μεταξύ των 2 ομάδων. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Οι ασθενείς με ΣΑΥΥ παρουσιάζουν σημαντική ελάττωση των μεγάλων κοκκιωδών λεμφοκυττάρων (Τ-LGL) στο περιφερικό τους αίμα η οποία δε φαίνεται να οφείλεται σε αυξημένη απόπτωση. Ανάλογο φαινόμενο έχει παρατηρηθεί και σε αυτοάνοσα νοσήματα, δίνοντας έτσι μία ακόμη ένδειξη της ανοσολογικής απορρρύθμισης, που πιθανώς συνοδεύει το ΣΑΥΥ. Πνεύμων 2009, 22(1):-.
     
  • ΠΕΡIΛΗΨΗ. Η μικροβιακή λοίμωξη του υπεζωκότα είναι μια παλαιά νόσος η οποία συνεχίζει να χαρακτηρίζεται από θνητότητα που υπερβαίνει το 15%. Είναι συχνότερη στους άρρενες και στους ασθενείς με ιστορικό σακχαρώδους διαβήτη, κακοήθειας ή αλκοολισμού. Η μικροβιολογία της υπεζωκοτικής λοίμωξης παρουσίασε αρκετές αλλαγές τις τελευταίες δεκαετίες. Παρότι η καλλιέργεια του πλευριτικού υγρού αποτελεί την εξέταση εκλογής για την ανίχνευση μικροβίων στο πλευριτικό υγρό, μοριακές μέθοδοι όπως η PCR εμφανίζουν μεγαλύτερη ευαισθησία (75% έναντι 60%). Η εξωνοσοκομειακή (CAPI) και η νοσοκομειακή (HAPI) υπεζωκοτική λοίμωξη διαφέρουν τόσο πολύ στη μικροβιολογία και τη θνητότητά τους, ώστε πρέπει να εξετάζονται ως διαφορετικά κλινικά σύνδρομα. Η μικροβιολογία και των δύο διαφέρει από αυτή της πνευμονίας. Ο Streptococcus milleri είναι το συχνότερο μικρόβιο στην CAPI ακολουθούμενος από τον Streptococcus pneumoniae. Τα συχνότερα μικρόβια στη HAPI είναι ο Staphylococcus aureus, συνήθως MRSA, και ο Enterococcus spp. Δεδομένου ότι η CAPI είναι συχνότερη από την HAPI, ο Streptococcus milleri ευθύνεται για την πλειοψηφία των υπεζωκοτικών λοιμώξεων. Η ομάδα του «Streptococcus milleri» περιλαμβάνει τον Streptococcus anginosus, τον Streptococcus constellatus και τον Streptococcus intermedius. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των μικροβίων αυτών επιτρέπουν την πρόκληση πυογόνων και νεκρωτικών λοιμώξεων. Η αντιμετώπιση της υπεζωκοτικής λοίμωξης περιλαμβάνει κυρίως την παροχέτευση του μολυσμένου υπεζωκοτικού υγρού και τη χορήγηση αντιβιοτικών. Η γνώση της μικροβιολογίας της υπεζωκοτικής λοίμωξης αποτελεί χρήσιμο εργαλείο στην επιλογή της κατάλληλης αντιμικροβιακής αγωγής. Πνεύμων 2009, 22(1):-.
     
  • ΠΕΡIΛΗΨΗ. Ένας μεγάλος αριθμός φαρμακευτικών σκευασμάτων που χρησιμοποιούνται στη καρδιολογία έχει συσχετισθεί με διάφορες παρενέργειες από τους πνεύμονες. Η λίστα των φαρμάκων αυτών αυξάνεται όλο και περισσότερο καθώς νέα φάρμακα εμφανίζονται στην αγορά. Μια φαρμακευτική πνευμονοπάθεια μπορεί να εμφανιστεί με την μορφή παρεγχυματικής νόσου, αγγειίτιδας, υπεζωκοτικής νόσου. Παθήσεις των αεραγωγών είναι επίσης δυνατόν να εμφανιστούν σαν αποτέλεσμα της χορήγησης φαρμάκων και περιλαμβάνουν βήχα, βρογχόσπασμο και την αποφρακτική βρογχιολίτιδα. Τέλος, παρατηρούνται συστηματικές αντιδράσεις με εκδηλώσεις από τους πνεύμονες, όπως ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος. Η παρούσα ανασκόπηση ασχολείται με τις παρενέργειες των καρδιολογικών φαρμάκων από το αναπνευστικό σύστημα, με έμφαση στις νοσολογικές οντότητες που απαντούν συχνότερα στην κλινική πράξη. Πνεύμων 2009, 22(1):-.
     
  • ΠΕΡIΛΗΨΗ. Η χρόνια στέρηση ύπνου συνεπεία είτε των κοινωνικών-επαγγελματικών επιλογών του σύγχρονου ανθρώπου είτε νοσημάτων που κατακερματίζουν τον ύπνο του, αποτελεί σημαντικό αίτιο κοινωνικής, επαγγελματικής, οικογενειακής δυσλειτουργίας αλλά και μία από τις συχνότερες αιτίες θανάτου ή σωματικής αναπηρίας. Πέρα από την αποφρακτική άπνοια που απασχολεί το μεγαλύτερο κομμάτι της διαγνωστικής και θεραπευτικής πράξης των κέντρων μελέτης ύπνου, η πλειονότητα των διαταραχών του ύπνου παραμένουν αδιάγνωστες και αθεράπευτες. Εξάλλου, δεν είναι καθόλου σπάνια η συνύπαρξη περισσοτέρων από μιας διαταραχών του ύπνου στον ίδιο ασθενή και ιδιαίτερα σε κάποιες ομάδες ασθενών, όπως αυτοί με νευρομυϊκά και εκφυλιστικά νοσήματα του νευρικού συστήματος, με αποτέλεσμα η μερική διάγνωση να ισοδυναμεί με μη διάγνωση. Στόχος της παρούσας ανασκόπησης είναι η παρουσίαση των συχνότερων διαταραχών του ύπνου πέρα από την αποφρακτική άπνοια στον ύπνο που είτε μεμονωμένα είτε σε μεταξύ τους συνδυασμούς ευθύνονται για την πλειονότητα των περιστατικών χρόνιας στέρησης ύπνου. Πνεύμων 2009, 22(1):-.
     
Βρέθηκαν 7 αποτελέσματα. Σελίδα 1 από 1
© 2011 PNEUMON Magazine, Hellenic Bronchologic Society.
Developed by LogicONE Logo LogicONE