Please wait. Loading...
 
  • After the ATS/ERS 2000 joint statement (guidelines) for the idiopathic pulmonary fibrosis (IPF), a committee of international experts on IPF with professor Raghu Ganesh as chair and Jim Egan and Fernando Martinez as co-chairs, have been appointed by the American Thoracic Society (ATS), The European Respiratory Society (ERS) and the Japan Respiratory Society (JRS) to write evidence based guidelines for the management of IPF. Given the scope of the magnitude that the task has evolved, the committee has expanded to include members from most of the regions of the world actively involved in IPF studies. Therefore, 21 pneumonologists, 4 radiologists, and 4 pathologists are participating in this ongoing project (Table 1). The committee met in Dublin last year, this year in Toronto and last month in Modena (photo) to reach a final document.
     
  • φλεγμονή, έλεγχος, άσθμα
    Το βρογχικό άσθμα είναι μία συχνή νόσος που αφορά ένα μεγάλο ηλικιακό εύρος ασθενών και απασχολεί τις υπηρεσίες υγείας σε όλες τις βαθμίδες. Εδώ και 15 περίπου έτη, μέσω κυρίως των οδηγιών GINA1, έγινε μία προσπάθεια συστηματοποίησης γνώσεων γύρω από το άσθμα. Η προσπάθεια αυτή είχε σαν σκοπό να βοηθήσει του ιατρούς όλων των βαθμίδων υγείας στην κατανόηση των παθοφυσιολογικών διαταραχών της νόσου, στη διαγνωστική προσέγγιση, στην ταξινόμηση της βαρύτητας καθώς και στην αντιμετώπιση της σταθερής νόσου και των παροξύνσεών της. Το 2002, οι τότε αναθεωρημένες οδηγίες GINA τόνιζαν ότι στους περισσότερους ασθενείς με άσθμα ο έλεγχος της νόσου μπορεί να επιτευχθεί και να διατηρηθεί. Χρειάστηκαν 4 χρόνια για να απαντηθεί η παραπάνω πρόκληση με τη δημοσίευση αρχικά των αναθεωρημένων οδηγιών GINA το 2006 και με τη πρόσφατη δημοσίευση των οδηγιών από τα National Institutes of Health των ΗΠΑ2. Η βαρύτητα της νόσου έδωσε τη θέση της στον έλεγχο. Επιπρόσθετα, οι συνιστώσες της βαρύτητας έγιναν ουσιαστικά συνιστώσες του ελέγχου. Πόσο όμως άλλαξε ο καθορισμός του ελέγχου? Ποιες ήταν οι καινούργιες συνιστώσες? Κατά πόσο αυτές άγγιξαν τον ασθενή και τις προτεινόμενες θεραπευτικές προσεγγίσεις?
     
  • Η μειωμένη παροχή οξυγόνου στους ιστούς (υποξία) κινητοποιεί διάφορους αντιρροπιστικούς μηχανισμούς, τόσο κατά την οξεία όσο και κατά τη χρόνια στέρηση οξυγόνου από τα κύτταρα. Οι σημαντικότεροι μηχανισμοί προστασίας συντελούνται τα μιτοχόνδρια, όπου οι αλλαγές που παρατηρούνται στη μεταφορά ηλεκτρονίων κατά την οξειδωτική φωσφωρυλίωση αποσκοπούν στην ελάττωση της δημιουργίας ελευθέρων ριζών οξυγόνου και στη διατήρηση χαμηλής συγκέντρωσης κυτταροπλασματικού ασβεστίου. Παράλληλα, η χρόνια ένδεια οξυγόνου κινητοποιεί πιο μόνιμες μεταβολές της λειτουργίας των κυττάρων, μέσω γονιδιακών τροποποιήσεων που αφορούν την επαγωγή ενζυμικών αντιδράσεων από μεταγραφικούς παράγοντες, όπως ο επαγόμενος από την υποξία παράγοντας 1 (HIF-1). Οι διάφοροι αντιρροπιστικοί μηχανισμοί που εκδηλώνονται σε συνθήκες χρόνιας υποξίας ευθύνονται σε μεγάλο ποσοστό για τις περισσότερες κλινικές εκδηλώσεις του συνδρόμου της χρόνιας απoφρακτικής πνευμονοπάθειας (ΧΑΠ). Η τροποποίηση του αγγειακού τόνου της συστηματικής και της πνευμονικής κυκλοφορίας, οι μεταβολές στην κατακράτηση νατρίου και νερού, η χρόνια μυϊκή καχεξία και η εμφάνιση μίας ήπιας φλεγμονώδους αντίδρασης, φαινόμενα ιδιαίτερα συχνά σε ασθενείς με ΧΑΠ, σχετίζονται με ένα πολύπλοκο δίκτυο ενδοκυτταρικών και συστηματικών αλληλεπιδράσεων, τις οποίες η βασική έρευνα τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να αποκωδικοποιεί. Σκοπός της παρούσας ανασκόπησης είναι η περιγραφή των προσαρμοστικών μηχανισμών στην υποξία στο κυτταρικό μικροεπίπεδο και ακολούθως, η σύνδεσή τους με τις κλινικές εκδηλώσεις της ΧΑΠ στο μακροεπίπεδο ολόκληρου του οργανισμού. Πνεύμων 2008, 21(2):123-133.
     
  • Ο όρος ηωσινοφιλικές πνευμονοπάθειες περιλαμβάνει μια ομάδα ετερογενών παθήσεων που σαν κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα έχουν την παρουσία ηωσινοφιλικών διηθημάτων στο πνευμονικό παρέγχυμα, τον αυξημένο αριθμό των ηωσινοφίλων στο βρογχοκυψελιδικό έκπλυμα (BAL) και μπορούν να συνοδεύονται ή όχι από περιφερική ηωσινοφιλία (ΠΗ). Η κλινική συμπτωματολογία των νοσημάτων αυτών μπορεί να είναι από ήπια μέχρι και θανατηφόρα. Η προσεκτική αξιολόγηση των συμπτωμάτων και η σωστή διάγνωση είναι πολύ βασικά, αφού αποτελεσματική θεραπεία υπάρχει στις περισσότερες περιπτώσεις. Η παρούσα ανασκόπηση ασχολείται με τις ιδιοπαθείς ηωσινοφιλικές πνευμονοπάθειες διαγνωστικά και θεραπευτικά.
     
  • Το κάδμιο (Cd) αποτελεί ένα διαδεδομένο περιβαλλοντικό ρύπο με ποικίλου βαθμού τοξικότητα στα διάφορα συστήματα και βεβαιωμένη καρκινογόνο ικανότητα. Λόγω του μεγάλου χρόνου ημιζωής του εντός του ανθρωπίνου σώματος (ξεπερνά τα 10 χρόνια), η χρόνια έκθεση και η άθροιση Cd μπορεί να προκαλέσει πληθώρα τοξικών φαινομένων στους νεφρούς, στα οστά, στο ουροποιογεννητικό σύστημα, αλλά και στους πνεύμονες. Το κάπνισμα και η ερ- γασιακή έκθεση στις ενώσεις του Cd αποτελούν τις σημαντικότερες πηγές εισπνοής Cd. Η παρούσα βραχεία ανασκόπηση αποτυπώνει τα δεδομένα που τεκμηριώνουν την καρκινογόνο δράση του Cd και συσχετίζουν την εισπνοή αυτού με την ανάπτυξη καρκίνου του πνεύμονα. Οι εμπλεκόμενοι μηχανισμοί δεν έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως, ωστόσο, σημαντικό ρόλο φαίνεται να διαδραματίζουν τόσο οι οξειδωτικές, όσο και οι άμεσα απορρυθμιστικές δράσεις του Cd επί διαφόρων πρωτεϊνών και ενζύμων των εκτιθέμενων σε αυτό κυττάρων του πνεύμονα. Πνεύμων 2008, 21(2):167-171.
     
  • Η μακροσφαιριναιμία Waldenstrφm (WM) είναι μία νεοπλασματική νόσος, που οφείλεται στην κλωνική υπερπλασία των λεμφοπλασματοκυττάρων και χαρακτηρίζεται από παραγωγή μονοκλωνικής ανοσοσφαιρίνης M (IgM). Παρουσιάζεται περίπτωση προσβολής των πνευμόνων ως πρώτη εκδήλωση της νόσου Waldenstrφm σε γυναίκα ηλικίας 77 ετών, η οποία προσήλθε με δύσπνοια προσπάθειας και ξηρό βήχα. Η κλινική εξέταση ανέδειξε απουσία του αναπνευστικού ψιθυρίσματος στη βάση του δεξιού ημιθωρακίου. Στην ακτινογραφία θώρακος βρέθηκε δεξιά πλευριτική συλλογή, ενώ στην αξονική τομογραφία θώρακος διαπιστώθηκαν επί πλέον αμφοτερόπλευρα διάσπαρτα οζίδια στους πνεύμονες διαμέτρου <1 cm και διογκωμένοι λεμφαδένες μεσοθωρακίου. Ο εργαστηριακός έλεγχος έδειξε αναιμία, αυξημένη ΤΚΕ και αύξηση της IgΜ (1128mg/dL) με παρουσία μονοκλωνικής ζώνης. Το πλευριτικό υγρό ήταν εξίδρωμα με παρουσία άφθονων ώριμων λεμφοκυττάρων και πλασματοκυτταροειδών κυττάρων και αρνητική κυτταρολογική εξέταση για μεταστατικό νεόπλασμα. Η βρογχοσκόπηση ήταν φυσιολογική και ο περαιτέρω έλεγχος της ασθενούς για φυματίωση, μη αιματολογική κακοήθεια, νόσο κολλαγόνου και παθήσεις του θυρεοειδούς απέβη αρνητικός. Από την οστεομυελική βιοψία διαπιστώθηκε διάχυτη διήθηση του μυελού από μικρά Β λεμφοκύτταρα με πλασματοκυτταροειδή διαφοροποίηση (45%-50%), και ώριμα πλασματοκύτταρα συμβατά με λεμφοπλασματοκυτταρικό λέμφωμα/Μακροσφαιριναιμία Waldenstrφm. Η ασθενής υποβλήθηκε σε χημειοθεραπεία και παρουσίασε κλινική ύφεση. Ένα χρόνο αργότερα δεν είχε σημεία υποτροπής. Οι πνεύμονες προσβάλλονται στο 3%-5% των περιπτώσεων με WM. Η πλευροπνευμονική όμως εντόπιση ως πρώτη εκδήλωση της νόσου είναι σπάνια και στη βιβλιογραφία έχουν αναφερθεί πολύ λίγα περιστατικά. Πνεύμων 2008, 21(2):178-180.
     
  • Παρουσιάζεται περίπτωση 68χρονου άνδρα με αδενοκαρκίνωμα πνεύμονα, δερματικές και στοματικές μεταστάσεις, οι οποίες υποχώρησαν μετά από χημειοθεραπεία με συνδυασμό σισπλατίνης και πακλιταξέλης. Εννέα μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας και αφού έχει ολοκληρώσει έξη χημειοθεραπευτικούς κύκλους, ο ασθενής βρίσκεται σε καλή κλινική κατάσταση χωρίς υποτροπή ή εμφάνιση νέων μεταστάσεων. Πνεύμων 2008, 21(2):185-187.
     
  • λεμφοκύτταρο, άσθμα, ΧΑΠ
    Περiληψη. Το Β λεμφοκύτταρο είναι ο ρυθμιστής της χημικής ανοσίας. Μετά την αναγνώριση του αντιγόνου, και σε στενή συνεργασία με τα Τ-λεμφοκύτταρα, τα Β-λεμφοκύτταρα ενεργοποιούνται και εκκρίνουν ανοσοσφαιρίνες. Οι πνεύμονες φιλοξενούν μικρό αριθμό Β-κυττάρων, αλλά ο ρόλος τους στα διάφορα νοσήματα των πνευμόνων δεν είναι ακόμη πλήρως γωστός. Όσον αφορά τη ΧΑΠ και το βρογχικό άσθμα, φαίνεται πως υπάρχει ενεργοποίηση του Β-λεμφοκυττάρου σε επίπεδο βρογχικού βλεννογόνου. Το γεγονός αυτό μπορεί να υποδηλώνει την αυξημένη επαγρύπνηση του ανοσοποιητικού συστήματος, πιθανώς εξαιτίας του αποικισμού του βρογχικού δένδρου από μικρόβια, ή και να ενισχύει τη θεωρία ύπαρξης αυτοάνοσου μηχανισμού στη ΧΑΠ. Πνεύμων 2008, 21(1):193-195.
     
Βρέθηκαν 8 αποτελέσματα. Σελίδα 1 από 1
© 2011 PNEUMON Magazine, Hellenic Bronchologic Society.
Developed by LogicONE Logo LogicONE