Please wait. Loading...
 
Αποστολή σε φίλο
 
Άρθρα για τη Φυματίωση
Τα παρακάτω επιστημονικά άρθρα είναι μελέτες περιπτώσεων που αφορούν ανθρώπους που πάσχουν από Φυματίωση

1. Gandhi NR, Moll A, Sturm AW, Pawinski R, Govender T, Lalloo U, Zeller K, Andrews J, Friedland G. Extensively drug-resistant tuberculosis as a cause of death in patients co-infected with tuberculosis and HIV in a rural area of South Africa. Lancet, 2006; 4(9547):1575-80.

 

Η επιδημίες του HIV-1 και της φυματίωσης στη Νότια Αφρική συνδέονται στενά. Η συγκεκριμένη μελέτη αφορά στην εκτίμηση της επίπτωσης και των συνεπειών της πολυανθεκτικής (MDR) και κυρίως της υπερανθεκτικής φυματίωσης (XDR), σε αγροτική περιοχή της Νότιας Αφρικής. Ελέχθηκαν 1539 άτομα και επιβεβαιώθηκε με καλλιέργιες φυματίωση σε 542. Εξ αυτών οι 164 είχαν MDR και οι 53 XDR φυματίωση. Το 15% των ασθενών με XDR αντιπροσώπευε θεραπευτική αποτυχία, το 30% συμπλήρωσε επιτυχώς αντιφυματική αγωγή, ενω το 55% ουδέποτε έλαβε αντιφυματικά φάρμακα. Το 67% είχε ιστορικό νοσηλείας σε νοσοκομείο για οποιανδήποτε αιτία. Οι 44 ασθενείς με XDR που ελέγχθηκαν για HIV ήταν όλοι θετικοί και 52 από τους 53 πέθαναν παρουσιάζοντας μέσο χρόνο επιβίωσης 16 ημερών. Η γονοτυπική μελέτη 46 ατόμων με XDR έδειξε παρόμοια στελέχη της οικογένειας ΚΖΝ. Τα ευρήματα της μελέτης υποδηλώνουν νοσοκομειακή επιδημία XDR φυματίωσης με συνδυασμό με HIV λοίμωξη. Οι σοβαρές συνέπειες αυτού του συνδυασμού επιβάλλουν την άμεση λήψη προληπτικών και θεραπευτικών μέτρων σε παγκόσμιο επίπεδο.

 

2. Balcells ME, Sara L, Thomas SL, Godfrey-Faussett P, Grant AD. Isoniazid preventive therapy and risk for resistant tuberculosis. Emerg Infect Dis 2006; 12(5):744- 751.

 

Πρόκειται για συστηματική ανασκόπηση των μελετών από το 1951, που εξετάζουν τον πιθανό κίνδυνο ανάπτυξης ανθεκτικής στην ισονιαζίδη φυματίωσης, μετά από προληπτική θεραπεία με το εν λόγω φάρμακο. Τελικά αξιολογήθηκαν 13 σχετικές μελέτες με συνολικό αριθμό 18,095 ατόμων με ισονιαζίδη και 17,985 μαρτύρων. Ο υπολογισθείς συνολικός κίνδυνος αντοχής ήταν 1,45 (95% όρια αξιοπιστίας 0.85-2.47). Το αποτέλεσμα δεν διαφοροποιήθηκε κατά την αξιολόγηση θετικών και αρνητικών HIV ατόμων. Προβλήματα της σχετικής αξιολόγησης αποτέλεσαν ο μικρός αριθμός περιστατικών και ο ελλειπής έλεγχος αυτών. Παρά ταύτα ο κίνδυνος ανάπτυξης αντοχής στην ισονιαζίδη είναι υπαρκτός. Ως εκ τουτου η επιτήρηση της αντοχής στην ισονιαζίδη θεωρείται ουσιώδης. Πριν την προληπτική χορήγηση της ισονιαζίδης ασφαλώς θα πρέπει να αποκλείεται η ενεργός φυματίωση.

 

3. Spyridis NP, Spyridis PG, Gelesme A, Sypsa V, Valianatou M, Metsou F, Gourgiotis D, Tsolia MN. The effectiveness of a 9-month regimen of isoniazid alone versus 3- and 4- month regimens of isoniazid plus rifampin for treatment of latent tuberculosis infection in children: results of an 11-year randomized study. Clin Infect Dis. 2007; 45(6):715-722

 

Σκοπός αυτής της Ελληνικής μελέτης ήταν η σύγκριση της αποτελεσματικότητας του 3μηνου και 4μηνου σχήματος συνδυασμού ισονιαζίδης και ριφαμπυκίνης, με αυτήν του 9μηνου σχήματος ισονιαζίδης στη θεραπεία της λανθάνουσας φυματίωσης σε παιδιά. Η μελέτη ήταν προοπτική και τυχαιοποιημένη και έγινε μεταξύ των ετών 1995-2005. Μετείχαν συνολικά 926 παιδιά χωρισμένα σε θεραπευτικές ομάδες, Κατά τη τριετή και πλέον παρακολούθηση κανένα από τα παιδιά δεν ανέπτυξε κλινικά ενεργό νόσο, ενώ σοβαρές παρενέργειες δεν διαπιστώθηκαν. Νέα ακτινογραφικά ευρήματα συμβατά με πιθανή νόσο ήταν σαφώς συχνότερα επί μονοθεραπείας με ισονιαζίδη, παρά επί θεραπείας με βραχυχρόνιο σχήμα συνδυασμού ισονιαζίδης και ριφαμπυκίνης. Η συμμόρφωση των ασθενών ήταν σαφώς καλύτερη στις ομάδες με βραχυχρόνιο σχήμα. Συμπερασματικά η θεραπεία με ισονιαζίδη και ριφαμπυκίνη για 3-4 μήνες είναι ασφαλής και φαίνεται μάλλον ποιο αποτελεσματική από την μονοθεραπεία με ισονιαζίδη για 9 μήνες.

 

4. Menzies D, Pai M, Comstock G. Meta-analysis: New Tests for the diagnosis of latent tuberculosis infection: Areas of uncertainty and recommendations for research. Ann Intern Med. 2007; 146:340-354.

 

Πρόκειται για μετα-ανάλυση των μελετών αξιολόγησης των δοκιμασίων γ-ιντερφερόνης (IGRA) με χρήση ειδικών αντιγόνων του μυκοβακτηριδίου (RD1) και με χρόνο επώασης που κυμαίνεται μεταξύ 16 και 24 ωρών. Συγκεκριμένα αξιολογούνται η δοκιμασίες Elispot και QuantiFERON (QFT). Επί ενεργού φυματιώσεως η ευαισθησία των δοκιμασιών δεν ήταν η ιδανική. Καμμία δοκιμασία δεν είναι σε θέση να διαχωρίσει τη ενεργό από την λανθάνουσα φυματίωση. Επί κατηγοροποιήσεως ανάλογα με το βαθμό έκθεσης, η ευαισθησία των δοκιμασιών IGRA και TST για την διάγνωση της λανθάνουσας φυματίωσης ήταν η ίδια. Η συγκεντρωτική ειδικότητα ήταν 97.7% για την Elispot και 92.5% για την QFT. Επί εμβολιασμού με BCG οι δοκιμασίες IGRA ήταν σαφέστατα ποιο ειδικές από ότι η TST. Η ασυμφωνία των IGRA και TST ήταν συχνή και εν πολλοίς μη ερμηνεύσιμη. Συμπερασματικά, οι IGRA παρουσιάζουν λίαν υψηλή ειδικότητα. Για την απόδοση αυτών των δοκιμασιών σε παιδιά, ηλικιωμένους και ανοσοκατασταλμένους χρειάζονται περαιτέρω μελέτες. Επίσης χρειάζονται μακροχρόνιες μελέτες για το καθορισμό της προγνωστικής τους αξίας.

 

5. Hill PC, Brookes RH, Fox A, Jackson-Sillah D, Jeffries DJ, Lugos MD, Donkor SA, Adetifa IM, de Jong BC, Aiken AM, Adegbola RA, McAdam KP. Longitudinal assessment of an ELISPOT test for mycobacterium tuberculosis Infection. PLoS Med, 2007; 4(6):e192. doi: 10.1371/journal. pmed.0040192

 

Στη μελέτη αυτή αξιολογήθηκαν άτομα που ήρθαν σε επαφή με μολυσματικές περιπτώσεις φυματίωσης. Πραγματοποιήθηκε TST και Elispot κατά την είσοδο στη μελέτη. Επανάληψη έγινε στο τρίμηνο για την Elispot και στο δεκαοκτάμηνο και για τις δύο δοκιμασίες. Στο τρίμηνο παρατηρήθηκαν θετικοποίηση της αρχικά αρνητικής Elispot στο 25% και αρνητικοποίηση της αρχικά θετικής δοκιμασίας στο 50%.Ο βαθμός συμφωνίας των δύο δοκιμασιών ήταν για το τρίμηνο και το δεκαοκτάμηνο 73% και 60% αντίστοιχα. Τα ευρήματα αυτά υποδηλώνουν ότι τόσο η θετικοποίηση όσο και η αρνητικοποίηση της Elispot και TST μπορεί να παρατηρηθούν σε διαφορετικές χρονικές στιγμές και έτσι να παρουσιάζουν διαφορετική ικανότητα πιστοποίησης της φυματικής μόλυνσης μετά από έκθεση στο μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης. Για τη διευκρίνηση των μηχανισμών θετικοποίησης και αρνητικοποίησης της Elispot απαιτούνται περαιτέρω μελέτες. Πάντως το υψηλό ποσοστό αρνητικοποίησης της Elispot υποδηλώνει ότι μια τέτοια αρνητική εξέταση δεν αποκλείει την φυματική μόλυνση.

 

6. Ewer K, Kerry A. Millington KA, Deeks DJ, Alvarez A, Bryant G, Lalvani A. Dynamic Antigen-specific T-Cell Responses after Point-Source Exposure to Mycobacterium tuberculosis. Am J Respir Crit Care Med 2006; 174:831- 839.

 

Η συγκεκριμένη μελέτη διερευνά τη κινητική της ειδικής Th1 αντίδρασης των λεμφοκυττάρων μετά από μόλυνση με το μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης. Προς τούτο μελετήθηκαν με Elispot άτομα στενής επαφής με μολυσματική πηγή σε σχολείο. Αξιολογήθηκαν ομάδες ατόμων ανάλογα με την θετική ή αρνητική TST και τη λήψη ή μη προληπτικής θεραπείας. Σε άτομα που είχαν θετική TST και έλαβαν προληπτική αγωγή παρατηρήθηκε μέση μείωση κατά 68% των RD1 εκκρινόντων γ-ιντερφερόνη Τ-λεμφκυττάρων ανά έτος και στο 18μηνο, πλήρης εξαφάνιση αυτών στο 15% των περιπτώσεων. Σε άτομα που δεν έλαβαν αγωγή η Elispot παρέμεινε θετική στο 50% και αρνητικοποιήθηκε στο άλλο 50% κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης. Τα αποτελέσματα αυτά υποδηλώνουν τη δυναμική της φυματικής φλεγμονής που επισυμβαίνει in vivo και ότι σε ένα υψηλό ποσοστό ο ανθρώπινος οργανισμός κατωρθώνει να εξαλείψη πλήρως αυτήν.

 

7. Vincenti D, Carrara S, Butera O, Bizzoni F, Casetti R, Girardi E, Goletti D. Response to region of difference 1 (RD1) epitopes in human immunodeficiency virus (HIV)-infected individuals enrolled with suspected active tuberculosis: a pilot study. Clin Exp Immunol. 2007; 150(1):91-8.

 

Η φυματίωση είναι η πιο συχνή συν-λοίμωξη στους μολυνθέντες από HIV και η οποία παρουσιάζει διαγνωστικές δυσκολίες. Μελετήθηκαν προοπτικά 111 HIV- μολυνθέντες με συμπτώματα και σημεία συμβατά με ενεργό φυματίωση. Εκτιμήθηκε η απάντηση της γ-ιντερφερόνης στα RD1 επιλεγμένα πεπτίδια και στα αναμνηστικά αντιγόνα. Τα αποτελέσματα συγκρίθηκαν με τον αριθμό των CD4(+) T-κυττάρων, τα ατομικά χαρακτηριστικά, τη φυματινοαντίδραση και τις δοκιμασίες QuantiFERON-TB Gold και T-SPOT.TB. Σε 21 (19%) άτομα, διαπιστώθηκε in vitro κυτταρική ανεργία. Μεταξύ των ατόμων χωρίς ανεργία, η ευαισθησία για ενεργό φυματίωση ήταν 67% (24 από 36) και η ειδικότητα 94% (3 από 54). Η δοκιμασία επίσης ήταν θετική στις περιπτώσεις εξωπνευμονικής φυματίωσης και στους ασθενείς με ενεργό φυματίωση και αρνητικά πτύελα. Η απάντηση σχετιζόταν με τα CD4(+) T κύτταρα, αλλά όχι με το φορτίο HIV-RNA. Επιπλέον, ο προσδιορισμός της απάντησης, στα RDΙ επιλεγμένα πεπτίδια, ήταν περισσότερο διαγνωστική σε σύγκριση με τη φυματινοαντίδραση και τις δοκιμασίες QuantiFERON-TB Gold και T-SPOT.TB. Εν τούτοις, η T-κυτταρική ανεργία των HIV θετικών παραμένει ένα σημαντικό εμπόδιο, που πρέπει να υπερνικηθεί, πριν ο ανωτέρω προσδιορισμός προταθεί ως διαγνωστική δοκιμασία.

 

8. Dormandy J, Somoskovi A, Barry N. Kreiswirth BN, Jeffrey R, Driscoll JR, Ashkin D, Salfinger M. Discrepant results between pyrazinamide susceptibility testing by the reference BACTEC 460TB method and pncA DNA sequencing in patients infected with multidrug-resistant W-Beijing mycobacterium tuberculosis strains. Chest 2007; 131:497-501

 

Στη μελέτη εξετάζεται ένας μεγάλος αριθμός πολυ- ανθετικών WB μυκοβακτηριδίων με μέθοδο αναφοράς την Bactec 460TB και με DNA αλληλουχία του pncA γονιδίου. Παρά την παρουσία WB στελεχών με Thr47Ala στο pncA γονίδιο (δηλαδή ανθεκτικών ) με τη μέθοδο Bactec 460TB όλα τα στελέχη παρουσιάζονταν ευαίσθητα στην πυραζιναμίδη. Τα αποτελέσματα αυτά υποδηλώνουν ότι οι τρέχουσες ραδιομετρικές μεθόδοι δεν αναγνωρίζουν επαρκώς την ανθεκτικότητα στην πυραζιναμίδη. Αν ταυτών θα πρέπει να χρησιμοποιείται η ανάλυση του pncA γονιδίου.

 

9. Higuchi N, Tahara N, Yanagihara K, Fukushima K, Suyama N, Inoue Y, Miyazaki Y, Kobayashi T, Yoshiura K, Niikawa N, Wen CY, Isomoto H, Shikuwa S, Omagari K, Mizuta Y, Kohno S, Tsukamoto K. NAT2*6A, a haplotype of the N-acetyltransferase 2 gene, is an important biomarker for risk of anti-tuberculosis drug-induced hepatotoxicity in Japanese patients with tuberculosis. World J Gastroenterol. 2007; 13(45):6003-8.

 

Σκοπός της μελέτης ήταν να διερευνηθεί η συσχέτιση της N-acetyltransferase 2 (NAT2)-haplotypes/diplotypes, με τις φαρμακευτικές παρενέργειες. Μελετήθηκαν 100 ασθενείς από την Ιαπωνία, με πνευμονική φυματίωση, που ελάμβαναν αντιφυματική αγωγή, περιλαμβανομένης της ισονιαζίδης. Βρέθηκε ότι η συχνότητα του απλοτύπου NAT2*6A, ήταν σημαντικά αυξημένη στους ασθενείς με ηπατοτοξικότητα, σε σύγκριση με τους ασθενείς χωρίς ηπατοτοξικότητα. Αντιθέτως, η συχνότητα απλότυπου, NAT2*4, ήταν σημαντικά μειωμένη στους ασθενείς με ηπατοτοξικότητα, σε σύγκριση με τους ασθενείς χωρίς ηπατοτοξικότητα Δεν βρέθηκε συσχέτιση μεταξύ NAT2 και δερματικού εξανθήματος ή ηωσινοφιλίας. Συμπεραίνεται ότι, ο NAT2, είναι ένας από τους προσδιοριστικούς παράγοντες της φαρμακευτικής ηπατοτοξικότητας. Επιπλέον, οι απλότυποι NAT2*4 και NAT2*6A, είναι χρήσιμοι δείκτες για την πρόβλεψη της ηπατοτοξικότητας των αντιφυματικών φαρμάκων.

 

10. Boris V. Nikonenko, Marina Protopopova, Rowena Samala, Leo Einck, and Carol A. Nacy. Drug Therapy of Experimental Tuberculosis (TB): Improved Outcome by Combining SQ109, a New Diamine Antibiotic, with Existing TB Drugs. Antimicrob Agents Chemother. 2007; 51(4): 1563-1565.

 

Νέα φαρμακευτικά σχήματα, σαφώς απαιτούνται, προκειμένου να μειωθεί ο χρόνος θεραπείας, αλλά και να αντιμετωπισθεί το διογκούμενο πρόβλημα της ανθεκτικής και της πολυανθεκτικής φυματίωσης. Για μερικά χρόνια, οι ανωτέρω ερευνητές, δοκιμάζουν ένα νέο αντιφυματικό φάρμακο, παράγωγο της διαμίνης, το SQ109. Το φάρμακο αυτό, δρα στο τοίχωμα του κυττάρου και παρουσιάζει εξαιρετική δραστικότητα in vitro και σε πειραματόζωα, έναντι των ευαίσθητων, των ανθεκτικών και των πολυανθεκτικών μυκοβακτηριδίων. Στην παρούσα σειρά πειραμάτων σε ποντίκια, φάνηκε ότι, ο συνδυασμός SQ109, INH, RIF, και PZA, αποτελεί ένα νέο, πολύ δραστικό σχήμα κατά της φυματίωσης, με καλύτερο και ταχύτερο ρυθμό θανάτωσης των μυκοβακτηριδίων, σε σύγκριση με το σχήμα INH, RIF, EMB, PZA. Επιπλέον, ο μεγάλος χρόνος ημισείας ζωής του SQ109 (26 ώρες σε σκύλους), σε συνδυασμό με τις μακράς δράσης ριφαμυκίνες, θα μπορούσε να επιτρέψει την ανά εβδομάδα χορήγησή τους. Ο συνδυασμός αυτός βρίσκεται στο στάδιο κλινικής μελέτης φάσης 1 σε ανθρώπους.

 

 

© 2011 PNEUMON Magazine, Hellenic Bronchologic Society.
Developed by LogicONE Logo LogicONE