Please wait. Loading...
 
Αποστολή σε φίλο
 
Άρθρα Διαμέσων Πνευμονοπαθειών
Τα παρακάτω επιστημονικά άρθρα είναι μελέτες περιπτώσεων που αφορούν τις διάμεσους Πνευμονοπάθειες

1. Gribbin J, Hubbard RB, Le Jeune I, Smith CJ, West J, Tata LJ. Incidence and mortality of idiopathic pulmonary fibrosis and sarcoidosis in the UK. Thorax 2006; 61(11):980-985.

 

Η ιδιοπαθής πνευμονική ίνωση (IPF) και η σαρκοείδωση είναι οι συχνότερες διάμεσες πνευμονοπάθειες και η παρακολούθηση των ασθενών απαιτεί σημαντικό χρόνο από τη δουλειά ενός πνευμονολόγου. Παρόλα αυτά υπάρχουν περιορισμένα επιδημιολογικά στοιχεία για αυτές. Η μελέτη αυτή εξετάζει την επίπτωση και θνητότητα των παθήσεων αυτών στο Η. Βασίλειο. από το 1991 εως και το 2003. Τα περιστατικά προέρχονται από τη βάση δεδομένων του Δικτύου Υγείας (Health Improvement Network) όπως αναφέρθηκαν από τους γενικούς γιατρούς στους οποίους οι ασθενείς παραπέμφθηκαν από νοσοκομεία. Καταγράφηκαν 920 περιπτώσεις IPF και 1019 σαρκοείδωσης. Η συνολική επίπτωση της IPF ήταν 4,6/100.000 πληθυσμού, παρουσίασε σταδιακή αύξηση και υπερδιπλασιάστηκε από το 1991 ως το 2003 και ήταν μεγαλύτερη στη Βόρεια Αγγλία και τη Σκοτία. Η επιβίωση από τη νόσο παρέμεινε σταθερή. Η επίπτωση της σαρκοείδωσης ήταν 5/100.000, ήταν υψηλότερη στο Λονδίνο και στη Β. Ιρλανδία και δεν μεταβλήθηκε κατά την περίοδο της μελέτης.

 

2. Armanios MY, Chen JJ, Cogan JD, Alder JK, Ingersoll RG, Markin C, Lawson WE, Xie M, Vulto I, Phillips JA 3rd, Lansdorp PM, Greider CW, Loyd JE. Telomerase mutations in families with idiopathic pulmonary fibrosis. N Engl JMed 2007; 356(13):1317-1326.

 

Εχει παρατηρηθεί ότι σε ποσοστό 2-20% ασθενών με IPF υπάρχει οικογενειακό ιστορικό της νόσου. Φαίνεται ότι η μεταβίβαση γίνεται με αυτοσωματικό επικρατούντα χαρακτήρα και ποικίλη διείσδυση αλλά η γενετική βάση των οικογενών μορφών δεν έχει διευκρινιστεί. Η τελομεράση είναι μια ειδική πολυμεράση που προσθέτει τελομερή στα άκρα των χρωμοσωμάτων. Εχει δύο συστατικά την ανάστροφη μεταγραφάση hTERT και το συστατικό του mRNA (hTR). Τα τελομερή βραχύνονται σε κάθε κυτταρική διαίρεση και τελικώς ενεργοποιούν μια καταστροφική απάντηση από το DNA που οδηγεί σε απόπτωση ή διακοπή του κυτταρικού κύκλου. Οι μεταλλάξεις στα γονίδια hTERT και hTR ευθύνονται για τη συγγενή δυσκεράτωση, μια κληρονομική νόσο που καταλήγει σε πρώιμο θάνατο από απλαστική αναιμία και πνευμονική ίνωση. Οι συγγραφείς της μελέτης αυτής υπέθεσαν ότι η οικογενής IPF πιθανό να σχετίζεται με βραχέα τελομερή. Για το λόγο αυτό εξετάστηκαν 73 περιστατικά οικογενειών από αρχεία του Vanderbilt Familial Pulmonary Fibrosis Registry for mutations στην hTERT το hTR. Σε 6 περιστατικά (8%) παρατηρήθηκαν ετερόζυγες μεταλλάξεις στην hTERT και hTR. Η μεταλλαγμένη τελομεράση κατέληγε σε βραχέα τελομερή. Το συμπέρασμα της μελέτης αυτής είναι ότι οι μεταλλάξεις στα γονίδια που κωδικοποιούν την τελομεράση και η ακόλουθη βράχυνση των τελομερών συμμετέχουν στην παθογένεια της οικογενούς IPF.

 

3. Konigshoff M, Wilhelm A, Jahn A, Sedding D, Amarie OV, Eul B, Seeger W, Fink L, Gunther A, Eickelberg O, Rose F. The Angiotensin II receptor 2 is expressed and mediates angiotensin II signalling in lung fibrosis. Am J Respir Cell Mol Biol 2007. [Epub ahead of print]

 

Σύγχρονες απόψεις στην παθογένεια της IPF αναφέρουν ότι η αρχική βλάβη του επιθηλίου των κυψελίδων οδηγεί σε ενεργοποίηση των ινοβλαστών και των μυοϊνοβλαστών και εναπόθεση αυξημένου ποσοστού κολλαγόνου πλούσιου σε εξωκυττάρια ουσία. Η ενεργοποίηση της αγγειοτενσίνης II (ANGII) μέσω των υποδοχέων τύπου 1 (AGΤR1) ή του τύπου 2 (AGΤR2) ρυθμίζει την αναδιαμόρφωση των ιστών στην ίνωση. Στην παρούσα μελέτη φάνηκε αυξημένη έκφραση των υποδοχέων AGΤR1 και AGΤ2 σε πνευμονικό ιστών ασθενών με IPF και πειραματοζώων με πνευμονική ίνωση από μπλεομυκίνη. Και τα δύο είδη υποδοχέων εντοπίζονται στους ινοβλάστες του διάμεσου ιστού. Το σήμα της ANGII προέρχεται κυρίως μέσω των AGΤR1 στους φυσιολογικούς ινοβλάστες ενώ η ενεργοποίηση μέσω των AGΤR2 κυριαρχεί στους ενεργοποιημένους μυοϊνοβλάστες της ίνωσης. Η εκτροπή αυτή του υποδοχέα πιθανώς διαταράσσει την επικοινωνία επιθηλίου - μεσεγχύματος διαιωνίζοντας τη διαδικασία της ίνωσης.

 

4. Antoniou KM, Tzouvelekis A, Alexandrakis MG, Sfiridaki K, Tsiligianni I, Rachiotis G, Tzanakis N, Bouros D, Milic- Emili J, Siafakas NM. Different angiogenic activity in pulmonary sarcoidosis and idiopathic pulmonary fibrosis. Chest 2006; 130(4):982-988.

 

Πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει ότι διάφορες χημειοκίνες που συμμετέχουν στην αγγειογένεση ενοχοποιούνται στην παθογένεια της ιδιοπαθούς πνευμονικής ίνωσης και της σαρκοείδωσης. Οι συγγραφείς μελέτησαν τρεις αγγειογενετικές χημειοκίνες την GRO-a (growth related gene), την ENA-78 (epithelial neutrophil astivating protein) και την IL-8 καθώς και τρεις αγγειοστατικές χημειοκίνες την MIG (monokine induced by INF-γ), την IP-10 (INF- γ inducible protein 10) και την TAC (INF- γ inducible T- cell alpha chemoattractant) στον ορό και το BAL ασθενών με σαρκοείδωση και IPF. Στην IPF βρέθηκαν σημαντικά αυξημένα επίπεδα GRO-a του ορού και του BAL, τα επίπεδα των ENA-78 και IL-8 στο BAL καθώς και τα επίπεδα του MIG στο ορό σε σχέση με την σαρκοείδωση. Στη σαρκοείδωση βρέθηκαν σημαντικά αυξημένα επίπεδα της MIG και της IP-10 στο BAL σε σχέση με την IPF. Σύμφωνα με τα ευρήματα αυτά υπάρχει διαφορετική αγγειογενετική δραστηριότητα τοπικά στο επίπεδο της ανοσολογικής δραστηριότητας μεταξύ IPF και σαρκοείδωσης.

 

5. Satoh H, Kurishima K, Ishikawa H, Ohtsuka M. Increased levels of KL-6 and subsequent mortality in patients with interstitial lung diseases. J Intern Med 2006; 26(5):429- 434.

 

Η KL-6 είναι μια γλυκοπρωτεϊνη που εκφράζεται στα πνευμονοκύτταρα τύπου II και στα κύτταρα του επιθηλίου των βρογχιολίων. Στις διάμεσες πνευμονοπάθειες (ΔΠ) τα πνευμονοκύτταρα τύπου II αναγενώται από την βασική μεμβράνη μετά το θάνατο των κυττάρων τύπου I. Η KL-6 του ορού προέρχεται από τα κύτταρα τύπου IΙ και σχετίζεται με αυξημένη διαπερατότητα της κυψελιδοαρτηριακής μεμβράνης. Έχει παρατηρηθεί αύξηση της KL-6 στο BAL και στον ορό ασθενών με ΔΠ. Οι συγγραφείς μελέτησαν τα επίπεδα της KL-6 του ορού σε σχέση με την πρόγνωση της εξέλιξης και της θνητότητας σε 219 ασθενείς με διάφορες ΔΠ, 152 με ιδιοπαθή πνευμονική ίνωση (IPF) και 67 με ΔΠ από νοσήματα του συνδετικού ιστού (CVD) που ήταν σε σταθερή κατάσταση. Παρατηρήθηκε ότι ασθενείς με επίπεδα KL-6 >1000 είχαν κακή πρόγνωση. Συνεπώς τα επίπεδα της KL-6 μπορούν να δώσουν σημαντική πληροφορία και να χρησιμοποιηθούν σαν προγνωστικοί δείκτες σε ασθενείς με ΔΠ.

 

6. Flaherty KR, Andrei AC, Murray S, Fraley C, Colby TV, Travis WD, Lama V, Kazerooni EA, Gross BH, Toews GB, Martinez FJ. Idiopathic pulmonary fibrosis: prognostic value of changes in physiology and six-minute-walk test. Am J Respir Crit Care Med 2006; 174(7):803-809.

 

Στην εργασία αυτή οι συγγραφείς εξέτασαν κατά πόσο η απόσταση βάδισης και ο αποκορεσμός στη δοκιμασία βάδισης 6mm (6MWT) μπορούν να παρέχουν πρόσθετη προγνωστική αξία στις μεταβολές της FVC ή της DLCO σε ασθενείς με ιδιοπαθή πνευμονική ίνωση. Μελετήθηκαν 197 ασθενείς με IPF. Παρατηρήθηκε ότι στους ασθενείς με κορεσμό 88% κατά το 6MWT ο καλύτερος προγνωστικός δείκτης της θνητότητας ήταν οι διαδοχικές μεταβολές της DLCO. Σε ασθενείς με κορεσμό >88% η διαδοχική πτώση της FVC και η αύξηση του περιοχικού αποκορεσμού ήταν σημαντικός δείκτης ακόλουθης θνητότητας ενώ η μείωση της απόστασης βάδισης και της DLCO ήταν λιγότερο καλοί δείκτες. Συμπερασματικά από τα παραπάνω φαίνεται ότι είναι σημαντικό να ταξινομούνται οι ασθενείς σύμφωνα με το βαθμό αποκορεσμού κατά το 6MWT πριν ανατρέξει κανείς στη διαδοχική μεταβολή άλλων λειτουργικών παραμέτρων.

 

7. Nathan SD, Shlobin OA, Ahmad S, Urbanek S, Barnett SD. Pulmonary hypertension and pulmonary function testing in idiopathic pulmonary fibrosis. Chest. 2007;131(3):657-663.

 

Η πνευμονική υπέρταση (ΠΑΥ) είναι συχνή επιπλοκή της IPF. Στη μελέτη αυτή οι συγγραφείς αναζήτησαν τη σχέση των λειτουργικών δοκιμασιών της αναπνευστικής λειτουργίας PFTs (της FVC%, DLCO% και του σύνθετου δείκτη -composite index, CPI) και της πίεσης στην πνευμονική. Μελετήθηκαν 118 ασθενείς με IPF από τους οποίους οι 48 (40,7%) είχαν ΠΑΥ. Δεν παρατηρήθηκε σημαντική συσχέτιση μεταξύ των PFTs και της ΠΑΥ. Παρατηρήθηκε ασθενής σχέση μεταξύ DLCO% και ΠΑΥ. Όταν η DLCO <30% διπλασιάζονταν η συχνότητα της ΠΑΥ. Συμπέρασμα των ευρημάτων αυτών ήταν ότι στην παθογένεια της ΠΑΥ παίζουν ρόλο και άλλοι παράγοντες εκτός από την ίνωση. Ο υψηλός επιπολασμός και η βαρύτητα της ΠΑΥ σε ασθενείς που διατηρούν καλή αναπνευστική λειτουργία συνηγορούν για αυτό.

 

8. Tzouvelekis A, Harokopos V, Paparountas T, Oikonomou N, Chatziioanou A, Vilaras G, Tsiambas E, Karameris A, Bouros D, Aidinis V. Comparative expression profiling in pulmonary fibrosis suggests a role for hypoxia-inducible factor-1alpha in disease pathogenesis. Am J Respir Crit Care Med 2007;176(11):1018-19

 

Η ερευνητική αυτή μελέτη είχε ως στόχο την ανακάλυψη νέων γονιδίων και κυτταρικών οδών που συμμετέχουν στην παθογένεια της ιδιοπαθούς πνευμονικής ίνωσης. Η εκτίμηση του επιπέδου έκφρασης των γονιδίων έγινε με την τεχνική των μικροσυστοιχιών του DNA σε πειραματικά μοντέλα εμφάνισης και εξέλιξης της πνευμονικής ίνωσης μετά από χορήγηση μπλεομυκίνης, πρότυπο που είναι το πλησιέστερο ισοδύναμο της IPF στον άνθρωπο. Ειδικότερα ερευνήθηκε ο κύριος μεταγραφικός παράγοντας που προκαλεί κυτταρική απάντηση στην υποξία, ο hypoxiainducible factor HIF-1α, σε σειρά από ανοσοϊστοχημικές τεχνικές στα πειραματόζωα αλλά και σε ιστικά δείγματα 45 ασθενών με IPF και COP. Η σύγκριση της έκφρασης των γονιδίων έγινε βάσει ήδη υπάρχουσας λίστας 296 γονιδίων υψηλής σημαντικότητας για την παθογένεια της IPF.Παρατηρήθηκε υπερέκφραση του HIF-1α στα υπερπλαστικά επιθηλιακά πνευμονοκύτταρα τύπου ΙΙ και ιδιαίτερα σε περιοχές με έντονο πολλαπλασιασμό των ινοβλαστών και αντίστοιχη ίνωση, τόσο στα πειραματόζωα όσο και στους ασθενείς και επί πλέον στην ίδια περιοχή με τα γονίδια στόχους τους, p53 και Vegf. Τα αποτελέσματα αυτά αποκαλύπτουν τον πρωταρχικό ρόλο του HIF-1α στην παθογένεια της IPF.

 

9. Alakhras M, Decker PA, Nadrous HF, Collazo-Clavell M, Ryu JH. Body mass index and mortality in patients with idiopathic pulmonary fibrosis. Chest 2007; 131(5):1448- 1453.

 

Προηγούμενες μελέτες αναφέρουν ότι ο υψηλός δείκτης σωματικής μάζας BMI είναι καλός προγνωστικός δείκτης στη ΧΑΠ και τη χρόνια αναπνευστική ανεπάρκεια. Στην παρούσα μελέτη οι συγγραφείς αναζήτησαν τη σχέση του BMI σε ασθενείς με IPF. Μελετήθηκαν 197 ασθενείς με IPF, το 70% ήταν άνδρες και η μέση τιμή του BMI ήταν 28,24,6. Οι ασθενείς αυτοί ταξινομήθηκαν σε τρεις ομάδες. 46 ασθενείς με BMI <25 είχαν διάμεση επιβίωση 3,6 έτη, 85 ασθενείς με BMI μεταξύ 25 και 30 είχαν επιβίωση 3,8 έτη και 66 ασθενείς με BMI 30 παρουσίασαν επιβίωση 5,8 έτη. Το συμπέρασμα της μελέτης αυτής ήταν ότι ο αυξημένος BMI σχετίζεται με καλύτερη επιβίωση σε ασθενείς με IPF.

 

10. Baughman RP, Drent M, Kavuru M, Judson MA, Costabel U, du Bois R, Albera C, Brutsche M, Davis G, Donohue JF, Muller-Quernheim J, Schlenker-Herceg R, Flavin S, Lo KH, Oemar B, Barnathan ES; Sarcoidosis Investigators. Infliximab therapy in patients with chronic sarcoidosis and pulmonary involvement. Am J Respir Crit Care Med 2006; 174(7):795-802.

 

Υπάρχουν δεδομένα ότι ο TNF-α παίζει σημαντικό ρόλο στην παθοφυσιολογία της σαρκοείδωσης. Σκοπός της μελέτης αυτής ήταν ο έλεγχος της αποτελεσματικότητας του αντι-TNF παράγοντα infliximab σε ασθενείς με σαρκοείδωση. Πρόκειται για πολυκεντρική μελέτη φάσης II τυχαιοποιημένης διπλής τυφλής ελεγχόμενης με placebo. Συμμετείχαν 138 ασθενείς με χρόνια πνευμονική σαρκοείδωση που έλαβαν 3 ή 5 mg/kg infliximab ΕΦ ή placebo κατά της εβδομάδες 0, 2, 6, 12, 18 και 24 και παρακολουθήθηκαν έως τη 62η εβδομάδα. Κύρια παράμετρος της αποτελεσματικότητας ήταν οι μεταβολές της FVC% προβλεπόμενης. Δευτερευόντως εκτιμήθηκαν: το ερωτηματολόγιο Saint George QoL, το 6MWT και η κλίμακα του Borg για την εκτίμηση της δύσπνοιας. Οι ασθενείς που έλαβαν το φάρμακο παρουσίασαν σημαντική βελτίωση της FVC από την 1η ως την 24η εβδομάδα.

 

 

© 2011 PNEUMON Magazine, Hellenic Bronchologic Society.
Developed by LogicONE Logo LogicONE