Please wait. Loading...
 
Αποστολή σε φίλο
 
Άρθρα Λοιμώξεων αναπνευστικού
Τα παρακάτω επιστημονικά άρθρα είναι μελέτες περιπτώσεων σχετικά με τις λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος του ανθρώπινου οργανισμού

1. Sopena N, Force L, Pedro-Bodet ML, Barrufet P, Sauca G, Garcia-Nuňez M, Tolchinsky G, Capdevila JA, Sabrià M. Sporadic and epidemic community legionellosis: two faces of the same illness. Eur Respir J 2007; 29:138-142.

 

Στην παρούσα μελέτη συγκρίνονται οι χαρακτήρες εμφάνισης, οι προδιαθεσικοί παράγοντες και η έκβαση της πνευμονίας απο Legionella pneumophila απο την κοινότητα σε 138 σποραδικές περιπτώσεις (1994-2004) και 113 περιπτώσεις απο επιδημία (2002) που νοσηλεύθηκαν σε δύο Νοσοκομεία της Ισπανίας. Απο την παραγοντική ανάλυση (Univariate analysis) φάνηκε ότι το άρρεν φύλο, οι χρόνιες παθήσεις του αναπνευστικού, η HIV λοίμωξη και η χορήγηση ανοσοκατασταλτικής θεραπείας επικρατούσαν στις σποραδικές περιπτώσεις. Η εμφάνιση με συμπτώματα απο το αναπνευστικό, σύγχυση, διαταραχές από τον εργαστηριακό έλεγχο (υπονατριαιμία, αύξηση τρανσαμινασών και ουρίας) και μεταβολές της PO2 <7,98 KPa (60 mmHg) ήταν πιο συχνές στις σποραδικές περιπτώσεις που αντιμετωπίσθηκαν με καθυστέρηση και παρουσίασαν χειρότερη έκβαση απότι οι περιπτώσεις της επιδημίας. Στην πολυπαραγοντική ανάλυση (Multivariate analysis) το φύλο, οι χρόνιες παθήσεις του αναπνευστικού, η HIV λοίμωξη ήταν οι πιο συχνοί προδιαθεσικοί παράγοντες και η κεφαλαλγία η πιο συχνή κλινική εκδήλωση.

 

2. Fukuda Υ, Yanagihara Κ, Higashiyama Υ, Miyazaki Υ, Hirakata Υ, Mukae Η, Tomono Κ, Mizuta Υ, Tsukamoto Κ, Kohno S. Effects of macrolides on pneumolysin of macrolide-resistant Streptococcus pneumonia. Eur Respir J 2006; 27:1020-1025.

 

Σκοπός της μελέτης ήταν να ελέγξει τη δράση των υποθεραπευτικών ανασταλτικών συγκεντρώσεων των μακρολιδών στην πνευμολυσίνη. Η μελέτη προσπαθεί να απαντήσει στο κλινικό παράδοξο: αυξανόμενη αντοχή μακρολιδών στον Streptococcus pneumoniae αλλά καλή κλινική ανταπόκριση των ασθενών. In vitro, κάθε συγκέντρωση των μακρολιδών [CLR (2 and 4 μg•mL-1), AZM (4 μg•mL-1)] ανέστειλε την παραγωγή και δράση της pneumolysin περισσότερο απότι στην ομάδα ελέγχου. In vivo, η χορήγηση CLR (40 and 200 mg•kg-1) και AZM (200 mg•kg-1) βελτίωσε στην έκβαση στην ομάδα μελέτης σε σχέση με την ομάδα ελέγχου.

 

3. Li J, Nation PL, Turnidge JD, Milne RW, Coulthard K, Paterson DL. Colistin: the re-emerging antibiotic for multidrug-resistant Gram-negative bacterial infections. Lancet Infect Dis 2006; 6(9):589-60.

 

Στην παρούσα ανασκόπηση αναφέρονται όλα τα ερευνητικά δεδομένα που αφορούν τη δράση των πολυμυξινών και ιδιαίτερα της colistin σε παθογόνα με αυξανόμενη αντοχή όπως η Pseudomonas aeruginosa, το Acinetobacter baumannii, και η Klebsiella pneumoniae. Η colistin αποτελεί ένα παλιό αντιβιοτικό (>50 έτη) που χαρακτηρίζεται απο σύνθετες χημικές ιδιότητες, ιδιαίτερη φαρμακοκινητική/φαρμακοδυναμική, νευρο και νεφροτοξικότητα. Οι πρόσφατες κλινικές έρευνες αναφέρουν ότι η χρήση της τόσο σε συνδυασμό όσο και μόνη της αποτελεί αξιόλογη λύση για την αντιμετώπιση των λοιμώξεων από τα προαναφερθέντα μικρόβια.

 

4. Robicsek Α, Jacoby GA, Hooper DC. The worldwide emergence of plasmid- mediated quinolone resistance. Lancet Infect Dis 2006; 6(10):629-640.

 

H μελέτη αναφέρεται στην ανακάλυψη δύο νέων γονιδίων που είναι υπεύθυνα για την εμφάνιση αντοχής των Gram (-) στις φθοριοκινολόνες. Στα γονίδια αυτά υπάρχουν οι πρωτείνες Qnr που «προστατεύουν» τη DNA gyrase απο τις κινολόνες και η AAC (6')-Ib-cr acetyltransferase των αμινογλυκοσιδών που τροποποιεί το μόριο της ciprofloxacin μειώνοντας κατ΄επέκταση τη δραστικότητα της. Ο μηχανισμός αντοχής αναπτύσσεται μέσω οριζόντιας μετάδοσης πλασμιδίων και προάγει αρχικά αντοχή χαμηλού επιπέδου που εξελίσσεται σε υψηλού επιπέδου κατά τη διάρκεια της θεραπείας.

 

5. Creer DD, Dilworth JP, Gillespie SH, Johnston AR, Johnston SL, Ling C, Patel S, Sanderson G, Wallace PG, McHugh TD. Aetiological role of viral and bacterial infections in acute adult lower respiratory tract infection (LRTI) in primary care. Τhorax 2006; 61:75-79

 

H αιτία των λοιμώξεων του κατώτερου αναπνευστικού (ΛΚΑ) που οδηγούν τον ασθενή στον ιατρό είναι συχνά άγνωστη και οδηγεί στη συνταγογράφηση αντιβιοτικών που πολλές φορές δεν είναι απαραίτητα. Στη μελέτη, σε διάρκεια 12 μηνών περιελήφθησαν 80 ασθενείς με ΛΚΑ και 49 ασθενείς που ήταν η ομάδα ελέγχου. Σε 55 (69%) ασθενείς με ΛΚΑ και 7 (14%) control (p<0.0001) ανευρέθη το αίτιο που ήταν ιοί στο 63% και βακτήρια στο 26% στην ομάδα ΛΚΑ και 12% (p<0.0001) και 6% (p = 0.013) αντίστοιχα για τα controls. Τα πιο κοινά αίτια ήταν οι rhinoviruses (33%), influenza viruses (24%) και Streptococcus pneumoniae (19%) συγκρινόμενα με 2% (p<0.001), 6% (p = 0.013) και 4% (p = 0.034) αντίστοιχα στα controls. Πολλαπλά αίτια αποκαλύφθησαν σε 18 από τους 80 ΛΚΑ ασθενείς (22,5%) και σε δύο απο τους 49 controls (4%; p = 0,011).

 

6. Spaude KA, Abrutyn E, Kirchner C, Kim A, Daley J, Fishman DN. Influenza vaccination and risk of mortality among adults hospitalized with community-acquired pneumonia. Arch Intern Med 2007; 167 (1): 53-59.

 

Έχει αποδειχθεί ότι ο αντιγριπικός εμβολιασμός μειώνει τον κίνδυνο ασθένειας και τη θνητότητα εξ όλων των αιτίων στον ευπαθή πληθυσμό μέσω της πρόληψης της γρίπης. Έχει ακόμη παρατηρηθεί μείωση της βαρύτητας των αναπνευστικών λοιμώξεων που οφείλονται σε μικροβιακά παθογόνα με φυσική συνέπεια την επιπρόσθετη ωφέλεια από τον εμβολιασμό. Η μελέτη αυτή αξιολόγησε την επίδραση του προηγηθέντος αντιγριπικού εμβολιασμού στην ενδονοσοκομειακή θνητότητα των ασθενών με πνευμονία της κοινότητας. Η διάρκειά της κάλυψε τα έτη 1999-2003 και περιέλαβε 17,393 ασθενείς από τους οποίους οι 1590 (19%) είχαν καταγεγραμμένο το ιστορικό του αντιγριπικού τους εμβολιασμού. Όσοι υποβλήθηκαν σε αντιγριπικό εμβολιασμό είχαν μικρότερη πιθανότητα θανάτου κατά τη διάρκεια της νοσηλείας τους (OR 0.30, 95% C.I. 0.22-0.41). Μετά την προσαρμογή για τις συνυπάρχουσες νόσους και τον αντιπνευμονιοκοκκικό εμβολιασμό η διαφορά παρέμεινε στατιστικά σημαντική δείχνοντας ότι ο ετήσιος αντιγριπικός εμβολιασμός προσφέρει πρόσθετο πλεονέκτημα επιβίωσης και η εφαρμογή του θα πρέπει να διευρυνθεί.

 

7. Renaud B, Coma E, Labarere H, Hayon J, Roy PM, Boureaux H, Moritz F, Cibien JF, Guerin T, Carre E, Lafontaine A, Bertrand MP, Santin A, Brun-Buisson C, Fine MJ, Roupie E; Pneumocom Study Investigators. Routine use of the Pneumonia Severity Index for guiding the siteof- treatment decision of patients with pneumonia in the emergency department: a multicenter, prospective, observational, controlled cohort study. Clin Infect Dis 2007; 44(1): 41-49.

 

Παρά το γεγονός ότι ο Δείκτης Βαρύτητας της Πνευμονίας (PSI) έχει αξιολογηθεί επαρκώς, δεν είναι ελάχιστα γνωστή η επίδραση της χρήσης του στις θεραπευτικές αποφάσεις που λαμβάνονται στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών (ΤΕΠ). Στην πολυκεντρική προοπτική και ελεγχόμενη μελέτη παρατήρησης χρησιμοποιήθηκαν 8 ΤΕΠ που χρησιμοποιούσαν τον PSI και 8 που αντίστοιχα δεν τον χρησιμοποιούσαν. Αξιολογήθηκε η έκβαση των ασθενών χαμηλού κινδύνου (PSI classes I-III) που αντιμετωπίσθηκαν εξωνοσοκομειακά, ή αδρή θνητότητα στις 28 ημέρες, η εισαγωγή στη ΜΕΘ, και οι επανεισαγωγές. Στη μελέτη περιελήφθησαν 925 ασθενείς που μοιράσθηκαν περίπου ισόποσα στις δύο ομάδες ΤΕΠ και από αυτούς οι 453 (49%) θεωρήθηκαν χαμηλού κινδύνου. Στα ΤΕΠ με χρήση του PSI το 42.8% των ασθενών αντιμετωπίσθηκε εξωνοσοκομειακά σε αντίθεση με το 23,9% των ασθενών που προσήλθαν στα ΤΕΠ χωρίς χρήσης του PSI. Μετά από τη στατιστική προσαρμογή των δύο ομάδων των ασθενών η θνητότητα ήταν μικρότερη στους ασθενείς που αξιολογήθηκαν βάσει του PSI και δεν υπήρξε διαφορά στην ασφάλεια των ασθενών. Η μελέτη συμπεραίνει ότι αν χρησιμοποιηθεί συστηματικά ο PSI τότε μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών μπορεί να θεραπευθεί με ασφάλεια αλλά και σημαντικά μικρότερο κόστος εκτός του νοσοκομείου.

 

8. Canadian Critical Care Trials Group. A randomized trial of diagnostic techniques for ventilator associated pneumonia. N Engl J Med 2006; 355(25): 2619-2630.

 

Οι ασθενείς που υποβάλλονται σε επεμβατικό μηχανικό αερισμό εμφανίζουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης πνευμονίας που σχετίζεται με τη χρήση του αναπνευστήρα (VAP). Ένα από τα γνωστά προβλήματα στη διάγνωση της VAP είναι η επιλογή της κατάλληλης τεχνικής για τη λήψη υλικού για μικροβιολογική μελέτη. Σ' αυτή την πολυκεντρική μελέτη περιελήφθησαν ανοσολογικά επαρκείς ασθενείς που ήταν ύποπτοι για ανάπτυξη VAP 4 ήμέρες μετά την έναρξη μηχανικού αερισμού στη ΜΕΘ. Στους ασθενείς έγινε είτε βρογχοκυψελιδική έκπλυση (BAL) και ποσοτική καλλιέργεια του εκπλύματος, είτε ελήφθησαν τραχειοβρογχικές εκκρίσεις για ποιοτική μόνο καλλιέργεια. Εξαιρέθηκαν οι ασθενείς που ήταν γνωστό ότι ήταν αποικισμένοι με P. aeruginosa ή με MRSA. Όλοι έλαβαν εμπειρική αντιμικροβιακή αγωγή μέχρι τη λήψη των αποτελεσμάτων των καλλιεργειών. Συνολικά μελετήθηκαν 740 ασθενείς από 28 ΜΕΘ του Καναδά και των ΗΠΑ και δεν βρέθηκε καμιά διαφορά στη θνητότητα μεταξύ των ασθενών των δύο διαφορετικών διαγνωστικών τεχνικών (18,9% και 18,4%). Ακόμη περισσότερο, δεν υπήρξε διαφορά στις ημέρες νοσηλείας χωρίς τη χρήση αντιβιοτικών καθώς και στο βαθμό της μέγιστης δυσλειτουργίας οργανικών συστημάτων ή της διάρκειας παραμονής στο νοσοκομείο και τη ΜΕΘ. Η μελέτη συμπεραίνει πως η έκβαση των ασθενών είναι παρόμοια όποια τεχνική και αν ακολουθηθεί καθώς όμοιος είναι και ο βαθμός της χρήσης αντιβιοτικών.

 

9. Oosterheert JJ, Bonten MJ, Schneider MM, Buskens E Lammers JW, Hustinx WM, Kramer MH, Prins JM, Slee PH, Kaasjager K, Hoepelman AI. Effectiveness of early switch from intravenous to oral antibiotics in severe community acquired pneumonia: multicentre randomized trial. BMJ 2006; 333(7580): 1193.

 

H μελέτη αποπειράται να συγκρίνει την αποτελεσματικότητα της πρώιμης μετάβασης σε από του στόματος αγωγή της θεραπείας της βαριάς πνευμονίας της κοινότητας με την «κλασσική» αντιμετώπιση με 7ήμερη ενδοφλέβια αγωγή. Πήραν μέρος 5 νοσοκομεία και 2 πανεπιστημιακά κέντρα στην Ολλανδία. Περιελήφθησαν 302 ασθενείς με βαριά πνευμονία αλλά εκτός της ΜΕΘ και 265 απ' αυτούς ικανοποιούσαν τα κριτήρια της μελέτης. Οι ασθενείς έλαβαν είτε 3ήμερη IV αγωγή και στη συνέχεια, εφ όσον ήταν σε σταθερή κατάσταση από του στόματος θεραπεία, είτε σταθερά 7ήμερη IV αντιμικροβιακή αγωγή. Η θνητότητα και η θεραπευτική επιτυχία υπήρξε ισοδύναμη στις 2 ομάδες αλλά η διάρκεια παραμονής στο νοσοκομείο ήταν κατά 2 ημέρες μικρότερη στην ομάδα της πρώιμης στροφής στην από του στόματος αγωγή. Το συμπέρασμα ήταν ότι η μείωση της διάρκεια της IV αγωγής στη βαριά πνευμονία ήταν ασφαλής και παράλληλα μείωνε τις ανάγκες παραμονής στο νοσοκομείο.

 

10. Rodriquez A, Mendia A, Sirvent JM, Barcenilla F, de la Torre-Prados MV, Sole-Violan J, Rello J; CAPUCI Study Group. Combination antibiotic therapy improves survival in patients with community-acquired pneumonia and shock. Crit Care Med 2007; 35(6): 1493-1498.

 

Ο σκοπός της μελέτης ήταν να εξετάσει κατά πόσον ο συνδυασμός των αντιβιοτικών βελτιώνει την έκβαση ασθενών με βαριά πνευμονία της κοινότητας που εμφανίζουν shock. Η μελέτη ήταν προοπτική και βασίζονταν στην παρατήρηση, με συμμετοχή 33 ΜΕΘ στην Ισπανία. Περιέλαβε 529 ασθενείς που χρειάσθηκαν εισαγωγή στη ΜΕΘ, από τους οποίους οι 270 είχαν ανάγκη χορήγησης αγγειοδραστικών φαρμάκων. Η θνητότητα στις 28 ημέρες στη ΜΕΘ ήταν η ίδια στις 2 ομάδες όταν δεν υπήρχε κατάσταση shock. Εν τούτοις, στην ομάδα των ασθενών που εμφάνισε shock, η επιβίωση υπήρξε στατιστικά σημαντικά καλύτερη όταν χορηγήθηκε συνδυασμός αντιβιοτικών ακόμη και όταν το αντιβιοτικό της μονοθεραπείας αποδεικνύονταν να είναι κατάλληλο για την περίπτωση της συγκεκριμένης πνευμονίας. Οι συγγραφείς συμπεραίνουν πως αν και ο συνδυασμός των αντιβιοτικών δεν βελτιώνει την πρόγνωση όλων των ασθενών με βαριά πνευμονία που χρήζουν νοσηλείας στη ΜΕΘ, ωφελεί το υποσύνολο αυτών που βρίσκονται σε κατάσταση shock.

 

 

© 2011 PNEUMON Magazine, Hellenic Bronchologic Society.
Developed by LogicONE Logo LogicONE