Please wait. Loading...
 
Αποστολή σε φίλο
 
Γυναίκα και κάπνισμα
Το κάπνισμα αποτελεί τη σημαντικότερη αιτία νοσηρότητας και θνητότητας στο γυναικείο φύλο, η οποία μπορεί να προληφθεί. Στα προσεχή χρόνια αναμένεται μεγέθυνση του προβλήματος, που θα επηρεάσει περισσότερο τις γυναίκες στις αναπτυσσόμενες χώρες. Τα δύο φύλα διαφοροποιούνται στην καπνιστική συμπεριφορά και στα κίνητρα διακοπής. Οι γυναίκες προσβάλλονται από τα ίδια σχετιζόμενα με το κάπνισμα νοσήματα, όπως οι άντρες: καρκίνο του πνεύμονα, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια και καρδιαγγειακά νοσήματα. Επιπλέον, υπάρχουν κάποιες ειδικότερες βλαπτικές επιδράσεις που αφορούν στο γυναικείο φύλο. Στην ευαίσθητη περίοδο της εγκυμοσύνης, το κάπνισμα της μητέρας έχει αρνητική επίδραση στην έκβαση της κύησης και στη μετέπειτα υγεία του νεογνού και παιδιού. Επίσης, το κάπνισμα επηρεάζει σημαντικά τη γυναικεία γονιμότητα και ενοχοποιείται για πρόκληση οστεοπόρωσης στην εμμηνόπαυση. Για τον περιορισμό της επιδημίας του καπνίσματος και των σχετιζόμενων με το κάπνισμα νοσημάτων στις γυναίκες, είναι αναγκαία η άμεση λήψη μέτρων. Πνεύμων 2007, 20(1):27-34.

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ

Το κάπνισμα αποτελεί τη σημαντικότερη αιτία νόσων και θανάτου στις γυναίκες, η οποία μπορεί να προληφθεί. Ποσοστό 12% των γυναικών παγκοσμίως καπνίζουν. Σύμφωνα με την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας,1 υπολογίζεται ότι 200 εκατομμύρια γυναίκες καπνίζουν παγκοσμίως. Εάν η παρούσα τάση συνεχιστεί, ο αριθμός των καπνιστριών σχεδόν θα τριπλασιαστεί στην επόμενη γενιά και ως το 2025 θα υπάρχουν 500 εκατομμύρια καπνίστριες γυναίκες. Από αυτές, περισσότερες από 200 εκατομμύρια θα πεθάνουν πρόωρα από νοσήματα σχετιζόμενα με το κάπνισμα. Η μεγαλύτερη αύξηση θα παρατηρηθεί στις αναπτυσσόμενες χώρες, όπου ο τρέχων ρυθμός αύξησης του 7% υπολογίζεται να φτάσει το 20% μέχρι το 2025. Αν και τα συνολικά ποσοστά χρήσης καπνού από τις γυναίκες είναι χαμηλότερα σχετικά με τους άντρες, δεν επιτρέπεται εφησυχασμός. Άλλωστε, η τάση αυτή δεν αντανακλά γνώση των βλαβερών επιπτώσεων του καπνού στην υγεία των γυναικών, αλλά περισσότερο κοινωνικές παραδόσεις και χαμηλότερες οικονομικές δυνατότητες των γυναικών κατά περιοχές.2

Τα πρόσφατα στοιχεία για την επίπτωση της καπνιστικής συνήθειας στους ενήλικες στην Ελλάδα είναι επίσης απογοητευτικά. Όπως έχει βρεθεί, το 37,6% των ενηλίκων στην Ελλάδα καπνίζει. Η μελέτη ATTICA, που έχει διεξαχθεί το 2002 για την επιδημιολογία των παραγόντων κινδύνου για τα καρδιαγγειακά επεισόδια στην Ελλάδα, έδειξε ότι το 55% των αντρών και το 46,5% των γυναικών ηλικίας 35-44 ετών είναι καπνιστές (>5 τσιγάρα/ημέρα) [Σχήμα 1]. 3

Στη δεκαετία του 1990 παρατηρήθηκε πτώση στα ποσοστά χρήσης καπνού μεταξύ ενήλικων γυναικών, αλλά ταυτόχρονα, σημειώθηκε μεγάλη αύξηση των καπνιστριών μεταξύ των έφηβων κοριτσιών, με αποτέλεσμα να χαθεί η προηγούμενη πρόοδος. Σχετικά με το μορφωτικό επίπεδο, τα ποσοστά της καπνιστικής συνήθειας μεταξύ γυναικών που έχουν μόνο στοιχειώδη εκπαίδευση είναι τρεις φορές υψηλότερα από αυτά γυναικών με πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Σχεδόν όλες οι γυναίκες που καπνίζουν ξεκινούν στην ηλικία της εφηβείας, και περίπου το 30% των έφηβων μαθητριών αναφέρουν χρήση καπνού τις προηγούμενες 30 ημέρες.4

Η σχετιζόμενη με το κάπνισμα νοσηρότητα έχει αυξηθεί δραματικά το τελευταίο μισό του αιώνα. Από τη δεκαετία του 1950 παρατηρήθηκε 600% αύξηση των θανάτων από καρκίνο πνεύμονα στις γυναίκες. Ο καρκίνος πνεύμονα ευθύνονταν για το 3% των θανάτων από καρκίνο στις γυναίκες το 1950, ενώ το 2000 Σχημα 1.

*Στοιχεία από τη βιβλιογραφική παραπομπή 3
Σχημα 1. Επίπτωση καπνιστικής συνήθειας στην Ελλάδα κατά ηλικιακή ομάδα στα δύο φύλα, σύμφωνα με τα στοιχεία της WHO*.

Επίπτωση καπνιστικής συνήθειας στην Ελλάδα κατά ηλικιακή ομάδα στα δύο φύλα, σύμφωνα με τα στοιχεία της WHO*. *Στοιχεία από τη βιβλιογραφική παραπομπή 3 το αντίστοιχο ποσοστό αγγίζει το 25%.5 Συγκεκριμένα, το 2000, περισσότερες γυναίκες πέθαναν από καρκίνο πνεύμονα παρά από καρκίνο μαστού, μήτρας και ωοθηκών, αθροιστικά. Αν λάβουμε υπόψη μας το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της έκθεσης στον καπνό και της ανάπτυξης καρκίνου πνεύμονα, είναι πιθανόν ότι στις επόμενες δεκαετίες τα ποσοστά καρκίνου πνεύμονα στις γυναίκες θα υπερβούν τα αντίστοιχα των αντρών.

Στη δεκαετία του 1960, όταν άρχισε να γίνεται ευρύτερα γνωστός ο κίνδυνος καρκινογένεσης από το κάπνισμα, η βιομηχανία του καπνού ξεκίνησε την παραγωγή τσιγάρων με χαμηλή περιεκτικότητα πίσσας, τα οποία προωθούσε όχι ως πιο υγιεινά, αλλά ως πιο "ελαφρά'', "μαλακά'' ή και "αναζωογονητικά''. Η παραγωγή των νέων τσιγάρων απευθύνονταν κυρίως στις γυναίκες και, όπως έγινε και με τη χρήση φίλτρου στα τσιγάρα, οι γυναίκες έγιναν η πλειοψηφία των καταναλωτών - το 1983 τρεις φορές περισσότερες γυναίκες κάπνιζαν "ελαφρά'' τσιγάρα. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, 48% των καπνιστριών γυναικών καπνίζουν "ελαφρά'', συγκριτικά με το 32% των αντρών καπνιστών.

Η χρήση των "ελαφρών'' τσιγάρων αυξάνεται με την ηλικία. Στην κρίσιμη ηλικιακή ομάδα των 45-64 ετών, το 60% των γυναικών καπνίζουν "ελαφρά'' τσιγάρα, σε σύγκριση με το 33% των αντρών καπνιστών.6 Η προώθηση των προϊόντων καπνού στην αγορά από τις καπνοβιομηχανίες αποτελεί σημαντικό παράγοντα που επηρεάζει σημαντικά και αυξάνει την υιοθέτηση της καπνιστικής συνήθειας από κορίτσια εφηβικής ηλικίας. Η διαφημιστική εκστρατεία του καπνού συνδυάζει επιδέξια το κάπνισμα με επιθυμητές αξίες των γυναικών, όπως ανεξαρτησία, αυτοπεποίθηση, έλεγχο βάρους, μείωση του άγχους, κοινωνική πρόοδο, προσωπική γοητεία, αυτονομία, νεότητα, ευτυχία και τέλος, δυναμικό και δραστήριο τρόπο ζωής. Όμως, από βιολογική άποψη, οι γυναίκες είναι ιδιαίτερα ευπαθείς στη βλαπτική επίδραση του καπνού. Το κάπνισμα αποτελεί σημαντικό κίνδυνο για την υγεία των γυναικών, ειδικά κατά την αναπαραγωγική ηλικία, κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης.7

Το κάπνισμα στη διάρκεια της εγκυμοσύνης παραμένει ένα μείζον πρόβλημα δημόσιας υγείας, παρά την αυξημένη γνώση των βλαπτικών επιπτώσεων του καπνού στο έμβρυο και στην έκβαση της κύησης. Αν και τα ποσοστά του καπνίσματος μεταξύ εγκύων γυναικών τείνουν να ελαττωθούν τα τελευταία χρόνια, ένας σημαντικός αριθμός γυναικών συνεχίζει να καπνίζει στη διάρκεια της εγκυμοσύνης και μόνο το ένα τρίτο των γυναικών που διακόπτουν το κάπνισμα στην εγκυμοσύνη διατηρούν την αποχή ένα χρόνο μετά τον τοκετό.4

ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΠΟΥ ΕΠΗΡΕΑΖΟΥΝ ΤΗ ΔΙΑΚΟΠΗ ΚΑΠΝΙΣΜΑΤΟΣ ΣΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Από πολλές κλινικές μελέτες φαίνεται ότι ο ρυθμός διακοπής του καπνίσματος στις γυναίκες είναι μικρότερος σε σχέση με τους άντρες.8 Εντούτοις, δεν είναι ξεκάθαρο εάν αυτό συμβαίνει επειδή οι γυναίκες σπανιότερα επιχειρούν να διακόψουν το κάπνισμα ή διότι όταν αποπειραθούν, είναι λιγότερο πιθανόν να διατηρήσουν την αποχή. Η διαφορά στα δύο φύλα είναι ακόμα μεγαλύτερη σε σειρές όπου χρησιμοποιείται για τη διακοπή μόνο θεραπεία υποκατάστασης με νικοτίνη. Το γεγονός αυτό υποδηλώνει ότι οι γυναίκες ενδεχομένως επωφελούνται λιγότερο από τη θεραπεία με υποκατάστατα νικοτίνης, αν και η διαφορά αυτή εξαρτάται από τη συγκεκριμένη μορφή σκευάσματος νικοτίνης (εισπνεόμενη σε σχέση με τη μαστίχα). Η χρήση άλλων φαρμακευτικών σκευασμάτων, όπως η υδροχλωρική βουπροπιόνη, για τη διακοπή του καπνίσματος στις γυναίκες, μπορεί να αναστρέψει την κακή έκβαση, δίνοντας ποσοστά επιτυχίας ανάλογα με αυτά των αντρών καπνιστών. Για κάθε μορφή φαρμακευτικής θεραπείας που θα χρησιμοποιηθεί, τα ποσοστά επιτυχίας στις γυναίκες αυξάνονται σημαντικά όταν η θεραπεία συμπληρώνεται από συμβουλευτική παρέμβαση συμπεριφοράς.

Οι λόγοι για τους οποίους καπνίζουν οι γυναίκες διαφέρουν σημαντικά από αυτούς των αντρών (Πίνακας 1), σύμφωνα με στοιχεία της Αμερικάνικης Ακαδημίας Οικογενειακών Ιατρών.9 Εντούτοις, λίγες διαφορές υπάρχουν μεταξύ των δύο φύλων στα κίνητρα για τη διακοπή του καπνίσματος. Στη συντριπτική πλειοψηφία ‘'η ανησυχία για τις βλαβερές συνέπειες στην υγεία'' αποτελεί το βασικό κίνητρο για τη διακοπή και στις δύο ομάδες των ερωτηθέντων (Πίνακας 2). Δύο βασικά εμπόδια για τη διακοπή (που αποτελούν και συχνούς λόγους υποτροπών) για πολλές γυναίκες που ρωτήθηκαν είναι η αντιμετώπιση του καθημερινού άγχους και ο φόβος για αύξηση του βάρους τους (Πίνακας 3).

Επιπλέον, για τις γυναίκες που επιθυμούν να διακόψουν το κάπνισμα, η σωστή επιλογή της ημερομηνίας διακοπής σε σχέση με τον καταμήνιο κύκλο μπορεί να επηρεάσει την επιτυχία της προσπάθειας.10 Γυναίκες που διακόπτουν το κάπνισμα στη δεύτερη (εκκριτική) φάση του καταμήνιου κύκλου βιώνουν εντονότερα τα στερητικά συμπτώματα της νικοτίνης και αναφέρουν σε υψηλότερο ποσοστό συμπτώματα κατάθλιψης,

Πινακας 1. Διαφορές των δύο φύλων στους λόγους για τους
οποίους καπνίζουν*
"Γιατί καπνίζετε?" Άντρες % Γυναίκες %
Το κάπνισμα είναι ευχάριστο
και χαλαρωτικό
Ανάβω τσιγάρο όταν είμαι
αναστατωμένος/η
Όταν τελειώνουν τα τσιγάρα
το βρίσκω ανυπόφορο μέχρι
να προμηθευτώ άλλα
Μέρος της ευχαρίστησης
του καπνίσματος προέρχεται
από τη διαδικασία του ανάμματος
ενός τσιγάρου
Όταν νιώθω "χάλια" ή θέλω
να ξεχάσω προβλήματα
και φροντίδες, καπνίζω ένα τσιγάρο
Νιώθω έντονη επιθυμία για ένα
τσιγάρο όταν έχω ώρα να καπνίσω
Νιώθω ενοχές που καπνίζω
62,9

77,3

55,4


9,2



46,9


64

61,7
74,4

90,2

72,7


16,4



70,5


76,6

77,2
*Στοιχεία από τη βιβλιογραφική παραπομπή 9

αρνητικής διάθεσης και ευερεθιστότητας. Επίσης, η χρήση διαδερμικής νικοτίνης (patch) φαίνεται να είναι περισσότερο αποτελεσματική στην όψιμη εκκριτική, παρά στην παραγωγική πρώτη φάση της έμμηνου ρύσης, για την ελάττωση των στερητικών και των προεμμμηνορυσιακών συμπτωμάτων (πόνος και κατακράτηση υγρών) στις γυναίκες που είναι σε διαδικασία διακοπής του καπνίσματος.11

Μία πιθανή ερμηνεία για τη διαφορετική ανταπόκριση στις δύο φάσεις του καταμήνιου κύκλου μπορεί να έγκειται τις διακυμάνσεις των ορμονών. Η συγκέντρωση των κυκλοφορούντων ορμονών του θήλεος εξαρτάται από τη φάση του καταμήνιου κύκλου. Τα επίπεδα των οιστρογόνων αυξάνονται κατά τη διάρκεια της παραγωγικής φάσης, ενώ τα επίπεδα της προγεστερόνης είναι χαμηλά κατά την παραγωγική φάση και φτάνουν στο μέγιστο στη μεσοεκκριτική φάση. Μελέτες12 δείχνουν ότι στοιχεία του ντοπαμινεργικού συστήματος (υποδοχείς, μεταβιβαστές αλλά και η ίδια η ντοπαμίνη), που αποτελεί την οδό της "ανταμοιβής" και ενέχεται στον εθισμό της νικοτίνης, παρουσιάζουν διακυμάνσεις που συμπίπτουν με τις μέγιστες συγκεντρώσεις της οιστραδιόλης και της προγεστερόνης στο πλάσμα. Επομένως, είναι πιθανόν ότι η σύνθεση των κυκλοφορούντων γυναικείων ορμονών κατά τη διάρκεια της παραγωγικής φάσης του καταμήνιου κύκλου ασκεί προστατευτική δράση έναντι των στερητικών συμπτωμάτων μετά την απόσυρση της νικοτίνης. Καπνισμα και επιπτ ωσεις στην υγεια των γυναικ ων Η σχετιζόμενη με το κάπνισμα νοσηρότητα στις γυναίκες συνδέεται με πλειάδα νοσημάτων που μπορεί να προληφθούν. Η αρνητική επίδραση του καπνού στην υγεία εκτείνεται από την επίπτωση στην ανάπτυξη του εμβρύου και την ακόλουθη προδιάθεση για εμφάνιση συμπτωματολογίας από το αναπνευστικό, μέχρι την επίδραση στην πορεία διαφόρων νοσημάτων από άλλα συστήματα. Ο ετήσιος κίνδυνος θανάτου σε γυναίκες που συνεχίζουν να καπνίζουν σχεδόν διπλασιάζεται, σε σχέση με τα άτομα που δεν έχουν ποτέ καπνίσει, σε όλες τις ηλικιακές ομάδες από 45 έως 74 ετών.4

i. Αρνητική επίδραση στη γυναικεία γονιμότητα

Το κάπνισμα έχει αποδειχτεί πως ασκεί αρνητικές επιδράσεις σε πολλούς ανεξάρτητους παράγοντες της αναπαραγωγικής ικανότητας των γυναικών, όπως στη λειτουργία της σάλπιγγας και των ωοθηκών, καθώς και στην παραγωγή ωοκυττάρων.13 Κλινική επίπτωση των παραπάνω είναι ο αυξημένος κίνδυνος για έκτοπη κύηση και αυτόματη έκτρωση, ειδικά σε μεγαλύτερες ηλικίες.

Πiνακας 2. Κίνητρα για τη διακοπή του καπνίσματος στα
δύο φύλα*
"Για ποιο λόγο θέλετε να
διακόψετε το κάπνισμα?''
Άντρες %
Γυναίκες %
Πίεση από οικογένεια/φίλους
Ανησυχία για τις βλαβερές
συνέπειες στην υγεία
Πίεση από το γιατρό τους
Πρόσφατη μεταβολή
στην κατάσταση της υγείας τους
Κόστος των τσιγάρων
Άσχημη μυρωδιά του καπνού
"Το τσιγάρο ελέγχει τη ζωή μου''
41,9
80,9

17,6
16,1

37,4
24,1
36,2
37,6
80,8

21,6
18,1

42
33,4
38,2
*Στοιχεία από τη βιβλιογραφική παραπομπή 9

Ο κίνδυνος για έκτοπη κύηση είναι σχεδόν διπλάσιος στις γυναίκες που καπνίζουν. Μελέτες σε ζώα δείχνουν πως η νικοτίνη επιδρά στην κινητικότητα της σάλπιγγας,14 και αυτό μπορεί να συμβάλει στην αυξημένη πιθανότητα για έκτοπη κύηση.

Ο αυξημένος κίνδυνος των καπνιστριών για αυτόματη έκτρωση έγινε περισσότερο εμφανής σε μελέτες γυναικών που υποβάλλονται σε υποβοηθούμενη γονιμοποίηση. Σε μία μελέτη,15 η πιθανότητα για αυτόματη έκτρωση φτάνει το 73% στις καπνίστριες, ενώ σε γυναίκες που δεν καπνίζουν το ποσοστό είναι 24%. Η διαφορά αυτή παρατηρήθηκε παρά τον απόλυτα ελεγχόμενο ρυθμό γονιμοποίησης και εμφύτευσης ωαρίων.

Πiνακας 3. Λόγοι που αναγνωρίζονται ως βασικά εμπόδια
στην προσπάθεια διακοπής του καπνίσματος στα δύο φύλα*
Εμπόδια στη διακοπή Άντρες % Γυναίκες %
Το κάπνισμα ανακουφίζει
το καθημερινό άγχος
Συγκατοίκηση με άτομο
που ακόμα καπνίζει
Φόβος για αύξηση βάρους
Ανυπόφορα στερητικά συμπτώματα
Φόβος αποτυχίας
Κάπνισμα σε κοινωνικές
συναναστροφές
Ευχαρίστηση: "απολαμβάνω
το κάπνισμα"
55

16,5

14,6
45,5
10,7
17,7

48
63,1

20,5

41,1
41
17,5
24,3

45,8
*Στοιχεία από τη βιβλιογραφική παραπομπή 9

Η νικοτίνη, καθώς και άλλα συστατικά του καπνού, ασκούν παρατεταμένη και δοσοεξαρτώμενη βλαπτική επίδραση στις ωοθήκες, αναστέλλοντας τη δραστικότητα της αρωματάσης της κοκκιώδους στιβάδας, με αποτέλεσμα ελαττωμένη σύνθεση των οιστρογόνων. Επιπρόσθετα, οι πολυκυκλικοί υδρογονάνθρακες που περιέχονται στον καπνό, είναι δυνητικοί επαγωγείς του κυτοχρώματος P450, το οποίο είναι υπεύθυνο για το μεταβολισμό των στεροειδών ορμονών, με αποτέλεσμα ταχύτερη απομάκρυνση της οιστραδιόλης.16

Το κάπνισμα έχει συνδεθεί με καθυστέρηση στο χρόνο της σύλληψης, η οποία είναι περισσότερο εμφανής σε γυναίκες που υποβάλλονται σε υποβοηθούμενη γονιμοποίηση (κατά μέσο όρο καθυστέρηση δύο μηνών).17 Κάπνισμα ενός πακέτου την ημέρα και έναρξη της καπνιστικής συνήθειας πριν την ηλικία των 18 ετών συνοδεύονται με μεγαλύτερη αύξηση του κινδύνου για υπογονιμότητα, γεγονός που υποδηλώνει τη δοσοεξαρτώμενη επίδραση στη γυναικεία γονιμότητα. Επιπλέον, οι βαριές καπνίστριες παρουσιάζουν διαταραχές στην έμμηνο ρύση και εμφανίζουν κατά 67% υψηλότερη πιθανότητα για ανώμαλες μητρορραγίες.18 Εξαιτίας της αντιοιστρογόνου δράσης της νικοτίνης, οι καπνίστριες έχουν, επίσης, πρωιμότερη έναρξη της εμμηνόπαυσης (περίπου κατά δύο έτη), σε σχέση με τις μη καπνίστριες.

ii. Αρνητική επίδραση στην έκβαση της κύησης

Το κάπνισμα στη διάρκεια της εγκυμοσύνης σχετίζεται με συνολική αύξηση της περιγεννητικής θνησιμότητας. Το μονοξείδιο του άνθρακα και η νικοτίνη είναι τα κύρια παράγωγα του καπνού που φαίνεται πως ευθύνονται για την αρνητική επίδραση στην έκβαση της κύησης.

Το κάπνισμα της μητέρας συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο για ενδομήτρια καθυστέρηση της ανάπτυξης του εμβρύου, νεογνά με χαμηλό βάρος γέννησης, πρόωρο τοκετό και μαιευτικές επιπλοκές, όπως πρόωρη αποκόλληση του πλακούντα, προδρομικό πλακούντα και πρόωρη ρήξη των υμένων.19 Το κάπνισμα στη διάρκεια της εγκυμοσύνης ευθύνεται για ποσοστό 15% όλων των πρόωρων τοκετών και μέχρι 150% αύξηση της συνολικής περιγεννητικής θνησιμότητας.

Οι αναπνευστικές κινήσεις του εμβρύου μέσα στη μήτρα είναι απαραίτητες για τη φυσιολογική ανάπτυξη και δομική ωρίμανση των εμβρυϊκών πνευμόνων. Μελέτες σε ζώα δείχνουν ότι η έκθεση στον καπνό τσιγάρου στη διάρκεια της εγκυμοσύνης οδηγεί σε ελάττωση των αναπνευστικών κινήσεων του εμβρύου.20 Η παρατεταμένη απουσία ή ελάττωση των αναπνευστικών κινήσεων στο έμβρυο είναι πιθανόν να οδηγεί σε υποπλασία των πνευμόνων. Αυτές οι παρατηρήσεις μπορεί να έχουν εφαρμογή και στον άνθρωπο, αφού η νικοτίνη προκαλεί ελάττωση της συχνότητας των αναπνευστικών κινήσεων, σε φυσιολογικές και παθολογικές εγκυμοσύνες.21

Στις αναπτυγμένες χώρες, το κάπνισμα αποτελεί μείζονα παράγοντα για νεογνά με χαμηλό βάρος γέννησης. Η ιστολογική εξέταση πλακούντων από καπνίστριες μητέρες δείχνει αλλοιώσεις, όπως ελάττωση της επιφάνειας των εμβρυϊκών τριχοειδών καθώς και ελάττωση του όγκου των μεσολάχνιων διαστημάτων.22 Οι μορφολογικές αυτές αλλοιώσεις προκαλούν ελάττωση της διάχυσης του οξυγόνου μέσω του πλακούντα με αποτέλεσμα το έμβρυο να αναπτύσσεται σε συνθήκες χρόνιας υποξίας. Υπολογίζεται ότι κάθε τσιγάρο την ημέρα που καπνίζει η έγκυος μητέρα αντιστοιχεί σε ελάττωση του βάρους γέννησης κατά 10-15 γραμμάρια. Εντούτοις, η ελάττωση που προκαλείται δεν είναι γραμμική. Μεγάλη ελάττωση στο βάρος του εμβρύου μπορεί να προκληθεί και σε χαμηλά επίπεδα έκθεσης σε νικοτίνη. Γι'αυτό, το όφελος που έχει το έμβρυο από την ελάττωση του αριθμού των τσιγάρων που καπνίζει η έγκυος μητέρα είναι μικρό συγκριτικά με το αντίστοιχο όφελος που προκύπτει από την ολοκληρωτική διακοπή του καπνίσματος στη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

iii. Αρνητική επίδραση στο νεογνό και την παιδική ηλικία

Βρέφη από καπνίστριες μητέρες αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο για αιφνίδιο θάνατο (sudden infant death syndrome). Η έκθεση του βρέφους μετά τον τοκετό στον καπνό τσιγάρου του περιβάλλοντος προκαλεί περαιτέρω αύξηση του κινδύνου.23 Η συσχέτιση είναι δοσοεξαρτώμενη και θεωρείται σχεδόν απόλυτα αιτιολογική. Ως πιθανοί μηχανισμοί του συνδρόμου αναφέρονται ανωμαλίες στην ανάπτυξη του εγκεφάλου, με τάση για κεντρικές άπνοιες, και διαταραχή των μηχανισμών ρύθμισης της αναπνοής, με ελαττωμένη αναπνευστική απάντηση στην υποξία. Άλλες πιθανές ερμηνείες είναι ατελής ανάπτυξη του πνεύμονα σε νεογνική ηλικία και επιβάρυνση από αναπνευστικές λοιμώξεις.19

Κατά τη διάρκεια του θηλασμού, όταν η μητέρα είναι καπνίστρια, η νικοτίνη μεταφέρεται στο νεογνό με το μητρικό γάλα. Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής για την απομάκρυνση της νικοτίνης από το μητρικό γάλα βρέθηκε πως είναι 95 λεπτά.24 Τα επίπεδα νικοτίνης στο γάλα εξαρτώνται από τον αριθμό των τσιγάρων που κάπνισε η μητέρα πριν τον τελευταίο θηλασμό και από το χρόνο που μεσολάβησε από το τελευταίο τσιγάρο μέχρι το θηλασμό.

Επιπλέον, το παθητικό κάπνισμα στα πρώτα χρόνια της ζωής των παιδιών συνδέεται με αύξηση των λοιμώξεων του αναπνευστικού (βρογχίτιδα, βρογχιολίτιδα και πνευμονία), συχνές εισαγωγές στο νοσοκομείο για λοιμώξεις, καθώς και αυξημένη προσβολή από νόσους του μέσου ωτός (οξεία μέση ωτίτιδα, υποτροπιάζουσα ωτίτιδα και συλλογές του μέσου ωτός). Παιδιά σχολικής ηλικίας με έκθεση στον καπνό τσιγάρου στο σπίτι εμφανίζουν συχνότερα συμπτώματα από το αναπνευστικό, όπως συριγμό, βήχα, δύσπνοια και αυξημένη απόχρεμψη.23

iv. Κάπνισμα και καρκινογένεση

Ο κίνδυνος για καρκίνο πνεύμονα αυξάνεται αναλογικά με την ποιότητα, διάρκεια και ένταση του καπνίσματος. Ο κίνδυνος θανάτου από καρκίνο πνεύμονα είναι 20 φορές υψηλότερος για τις γυναίκες που καπνίζουν δύο ή περισσότερα πακέτα την ημέρα, σε σχέση με αυτές που δεν καπνίζουν.

Στοιχεία από επιδημιολογικές έρευνες δείχνουν ότι, μετά από προσαρμογή της δόσης έκθεσης, οι γυναίκες είναι περισσότερο ευαίσθητες στην καρκινογόνο δράση του καπνού από τους άντρες. Ο σχετικός κίνδυνος δόσης-αποτελέσματος είναι 1,2 ως 1,7 φορές υψηλότερος στις γυναίκες σε σχέση με τους άντρες, αποτέλεσμα που είναι περισσότερο εμφανές για το μικροκυτταρικό και το αδενοκαρκίνωμα και όχι τόσο για το πλακώδες.25 Βιοχημικά και γενετικά στοιχεία υποστηρίζουν περαιτέρω τη διαφορά μεταξύ των δύο φύλων στην ανάπτυξη καρκίνου του πνεύμονα μετά από έκθεση σε καπνό τσιγάρου. Το γονίδιο που κωδικοποιεί τον πεπτιδικό υποδοχέα για την απελευθέρωση της γαστρίνης (gastrin-releasing peptide receptor βρίσκεται στο άπω άκρο του p-βραχίονα του χρωμοσώματος Χ. Το παραπάνω γονίδιο ενέχεται στην καρκινογένεση στον πνεύμονα. Oι γυναίκες μπορεί να έχουν δύο ενεργοποιημένα αλληλόμορφα γονίδια, ενώ οι άντρες μόνο ένα. Το γονίδιο που κωδικοποιεί τον πεπτιδικό υποδοχέα για την απελευθέρωση της γαστρίνης μπορεί να εκφραστεί πιο συχνά στις γυναίκες απ' ότι στους άντρες, ακόμα και σε απουσία έκθεσης σε καπνό, και επιπλέον σε νεαρότερη ηλικία, όταν υπάρχει έκθεση σε καπνό τσιγάρου.26 Η νικοτίνη επάγει τη λειτουργία του συγκεκριμένο γονιδίου.Τα παραπάνω αντιπροσωπεύουν δυνητικό παράγοντα κινδύνου για την ανάπτυξη καρκίνου πνεύμονα στις γυναίκες.

Τα καρκινογόνα που περιέχονται στον καπνό σχηματίζουν με το DNA σταθερά συμπλέγματα, που θεωρούνται ένα πρώιμο στάδιο στην ανάπτυξη του καρκίνου.27 Υψηλό φορτίο τέτοιων συμπλεγμάτων ανιχνεύονται τόσο σε καπνιστές όσο και σε πρώην καπνιστές. Στην τελευταία ομάδα, η ηλικία έναρξης της καπνιστικής συνήθειας καθορίζει το ποσό των συμπλεγμάτων με το DNA, ενώ σε τρέχοντες καπνιστές, η πρόσφατη ένταση του καπνίσματος αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα του επιπέδου των συμπλεγμάτων. Οι νεαρότεροι καπνιστές είναι πιθανόν πιο ευαίσθητοι στο σχηματισμό DNA-συμπλεγμάτων σε σχέση με άτομα που ξεκίνησαν αργότερα το κάπνισμα. Αυτό μπορεί να έχει μεγαλύτερη εφαρμογή στο γυναικείο φύλο, διότι στην εφηβεία η καπνιστική συνήθεια είναι σχεδόν ισοδύναμα διαδεδομένη στα δύο φύλα.4

Επιπρόσθετα, το κάπνισμα αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου για τον καρκίνο του στοματοφάρυγγα και της ουροδόχου κύστης στις γυναίκες. Υπάρχουν ακόμη ισχυρά στοιχεία για αυξημένο κίνδυνο καρκίνου ήπατος, παχέος εντέρου, τραχήλου μήτρας, καθώς και παγκρέατος και νεφρών, στις καπνίστριες. Όσον αφορά στον καρκίνο του λάρυγγα και του οισοφάγου, τα στοιχεία είναι πιο περιορισμένα στις γυναίκες, αλλά συμβατά με μεγάλη αύξηση του κινδύνου.28

v. Κάπνισμα και καρδιαγγειακά νοσήματα στις γυναίκες

Ο καπνός του τσιγάρου καθώς και η έκθεση σε παθητικό κάπνισμα είναι σημαντικοί παράγοντες κινδύνου για τα καρδιαγγειακά νοσήματα, τόσο σε γυναίκες όσο και σε άντρες. Μαζί με την υπέρταση και την υπερχοληστεριναιμία, το κάπνισμα αποτελεί μείζονα παράγοντα κινδύνου για την ανάπτυξη αθηροσκλήρωσης στα στεφανιαία, εγκεφαλικά και περιφερικά αγγεία. Ο κίνδυνος για στεφανιαία νόσο στις γυναίκες αυξάνεται με τον αριθμό των τσιγάρων και τη διάρκεια της καπνιστικής συνήθειας. Με τη διακοπή του καπνίσματος, ο κίνδυνος ελαττώνεται σημαντικά μέσα σε 1 ως 2 έτη. Το άμεσο αυτό όφελος ακολουθείται από βαθμιαία ελάττωση του κινδύνου, που εξισώνεται με αυτόν των μη καπνιστριών σε 10 ως 15 έτη από τη διακοπή.4

Ο ακριβής μηχανισμός πρόκλησης αθηροσκλήρωσης από τον καπνό του τσιγάρου δεν είναι πλήρως κατανοητός. Ενδεχομένως αποδίδεται στη δυσλειτουργία των ενδοθηλιακων κυττάρων, στις προκαλούμενες αλλαγές στο προφίλ των λιπιδίων, στην αύξηση της θρομβώσεων και στην αντιοιστρογόνο δράση του καπνού τσιγάρου.

Το κάπνισμα είναι επίσης σημαντικός παράγοντας κινδύνου για την οξεία θρόμβωση των στεφανιαίων29 και τον αιφνίδιο καρδιακό θάνατο. Ο κίνδυνος για οξύ στεφανιαίο επεισόδιο στις καπνίστριες είναι δύο φορές υψηλότερος σε σχέση με τις μη καπνίστριες. Φαίνεται ότι το κάπνισμα έχει πολύ μεγαλύτερη βλαπτική επίδραση στις γυναίκες απ' ότι στους άντρες, παρά τη συνολικά υψηλότερη συχνότητα καρδιακών επεισοδίων στους άντρες σε σχέση με τις προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες.30 Το κάπνισμα στις γυναίκες συνδέεται με υψηλότερο κίνδυνο για έμφραγμα του μυοκαρδίου συγκριτικά με τους άντρες. Το αποτέλεσμα είναι περισσότερο εμφανές σε γυναίκες μικρότερες των 45 ετών31 και σχετίζεται με την ποιότητα του καπνού που καταναλώνεται. Ομοίως, ο σχετικός κίνδυνος για θάνατο από στεφανιαίο επεισόδιο, ανάλογα με τον αριθμό των τσιγάρων που καπνίζονται, είναι υψηλότερος στις γυναίκες συγκριτικά με τους άντρες.32 Στις νεαρότερες σε ηλικία γυναίκες, το κάπνισμα αναγνωρίζεται ως ο επικρατέστερος παράγοντας κινδύνου για αιφνίδιο καρδιακό θάνατο,33 σε αντιπαραβολή με πλέον παραδοσιακούς παράγοντες κινδύνου, όπως η υπέρταση, η υπερχοληστεριναιμία και ο διαβήτης, σε μεγαλύτερες ηλικίες.

Tο κάπνισμα στις γυναίκες αυξάνει τον κίνδυνο για αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια και υπαραχνοειδή αιμορραγία. Με τη διακοπή του καπνίσματος ο κίνδυνος μπορεί να αναστραφεί: μέσα σε 5 ως 15 έτη αποχής ο κίνδυνος πλησιάζει αυτόν των γυναικών που δεν έχουν καπνίσει.4 Το κάπνισμα αυξάνει, επίσης, τον κίνδυνο των γυναικών για αιφνίδιο θάνατο από ρήξη ανευρύσματος της κοιλιακής αορτής. Συνδέεται με την ανάπτυξη αθηροσκλήρωσης στα περιφερικά αγγεία, η οποία μπορεί να βελτιωθεί με τη διακοπή. Αποτελεί δε ισχυρό προγνωστικό δείκτη για την εξέλιξη και τη σοβαρότητα της αθηροσκλήρωσης των καρωτίδων, ενώ η διακοπή του φαίνεται πως επιβραδύνει το ρυθμό εξέλιξης της νόσου.

Η επίδραση του παθητικού καπνίσματος στην πρόκληση αθηροσκλήρωσης είναι μικρότερη συγκριτικά με το ενεργητικό κάπνισμα, αλλά εντούτοις αποτελεί ένα σημαντικό παράγοντα κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο. Υπολογίζεται ότι ο κίνδυνος θανάτου από ισχαιμική καρδιοπάθεια σε μη καπνιστές, οι οποίοι εκτίθενται σε παθητικό κάπνισμα, αυξάνεται κατά περίπου 30%.34 Όπως συμβαίνει και με το ενεργητικό κάπνισμα, το αποτέλεσμα φαίνεται να είναι δοσοεξαρτώμενο και η βλαπτική επίδραση σοβαρότερη στις γυναίκες παρά στους άντρες.30

vi. Κάπνισμα και χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια στις γυναίκες

Το κάπνισμα αποτελεί τη βασική αιτία πρόκλησης χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας (ΧΑΠ) στις γυναίκες και ο κίνδυνος αυξάνεται με τη βαρύτητα και τη διάρκεια της καπνιστικής συνήθειας. Περίπου το 90% των θανάτων από ΧΑΠ μεταξύ γυναικών στις ΗΠΑ μπορεί να αποδοθεί στο κάπνισμα.4 Είναι σημαντικό ότι οι έφηβες που καπνίζουν παρουσιάζουν επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης του πνεύμονα, ενώ οι ενήλικες καπνίστριες εμφανίζουν πρόωρη έκπτωση της αναπνευστικής λειτουργίας.

Από κάποιους μελετητές έχει προταθεί ότι οι γυναίκες είναι πιο ευπαθείς στην αρνητική επίδραση του καπνίσματος στην αναπνευστική λειτουργία. Σε πρόσφατη μελέτη που έλαβε χώρα στη Δανία,35 η θνητότητα από ΧΑΠ υπήρξε υψηλότερη στις γυναίκες απ' ότι στους άντρες μέσης ηλικίας, για τις δύο τουλάχιστον τελευταίες δεκαετίες. Τα παραπάνω στοιχεία υποδηλώνουν ότι, για δεδομένο ιστορικό καπνιστικής συνήθειας, οι γυναίκες είναι πιθανόν περισσότερο ευπαθείς στην ανάπτυξη κλινικά αντιληπτής απόφραξης των αεραγωγών. Εντούτοις, οι διαφορές μεταξύ των δύο φύλων στην ανάπτυξη και στην παθοφυσιολογία της ΧΑΠ χρειάζονται περαιτέρω έρευνα.

Συνολικά, από τα μέχρι τώρα στοιχεία, η θνητότητα από ΧΑΠ, για δεδομένο στάδιο της νόσου, είναι μεγαλύτερη στους άντρες απ' ότι στις γυναίκες. Εντούτοις, ενώ η θνητότητα της νόσου στους άντρες παραμένει σταθερή, στο γυναικείο φύλο παρατηρείται μία ταχεία αύξηση της θνητότητας από ΧΑΠ τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Η παραπάνω τάση μπορεί να αποδοθεί στην καπνιστική συμπεριφορά των γυναικών τις τελευταίες δεκαετίες, σε πιθανά μεγαλύτερη ευπάθεια στις βλαβερές επιδράσεις του καπνού καθώς και στη γήρανση του πληθυσμού. Δυστυχώς, οι θετικές αλλαγές στην καπνιστική συμπεριφορά δεν αναμένεται να έχουν μεγάλη επίπτωση στη θνητότητα από ΧΑΠ στις γυναίκες στο άμεσο μέλλον. Εάν δεχτούμε παρόμοια ευαισθησία στη νόσο μεταξύ των δύο φύλων, αναμένεται ότι η θνητότητα από ΧΑΠ στις γυναίκες θα εξισωθεί ή και θα ξεπεράσει αυτή των αντρών μέσα στις επόμενες 2-3 δεκαετίες.36

vii. Κάπνισμα και οστεοπόρωση

Η μέγιστη οστική πυκνότητα επιτυγχάνεται στην αρχή της τέταρτης δεκαετίας της ζωής, μετά από την οποία παρατηρείται προοδευτική απώλεια οστικής μάζας, περίπου 0,5% ετησίως. Περιβαλλοντολογικοί και γενετικοί παράγοντες επηρεάζουν τη μέγιστη οστική μάζα και το ρυθμό απώλειας οστού. Ως παράγοντες κινδύνου για οστεοπόρωση έχουν αναγνωριστεί το φύλο (υψηλότερη συχνότητα στις γυναίκες), η ηλικία, η έλλειψη οιστρογόνων και η λευκή φυλή. Ο κίνδυνος οστεοπορωτικού κατάγματος αυξάνεται με την ηλικία και είναι πιο έκδηλος στις εμμηνοπαυσιακές γυναίκες.

Το κάπνισμα έχει αρνητική επίδραση στην οστική μάζα. Στην εμμηνόπαυση, συνδέεται με ελάττωση της οστικής πυκνότητας (περίπου 2% για κάθε 10 έτη προόδου της ηλικίας) και σχεδόν διπλασιάζει τον κίνδυνο για κάταγμα ισχίου.37 Εντούτοις, στις προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, το κάπνισμα δε συνδέεται με μειωμένη οστική πυκνότητα. Αυτή η διαφορά στις γυναίκες πριν και μετά την εμμηνόπαυση μπορεί να αποδοθεί είτε στην αθροιστική βλαπτική επίδραση του καπνού στα οστά, στις μεγαλύτερες σε ηλικία καπνίστριες, είτε σε αυξημένη ευαισθησία για απώλεια οστικής μάζας μετά την εμμηνόπαυση ή με την πρόοδο της ηλικίας.38 Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι πρώην καπνίστριες και γυναίκες που δεν κάπνισαν ποτέ δεν παρουσιάζουν διαφορές στην οστική μάζα.39 Αυτό σημαίνει ότι η διακοπή του καπνίσματος μπορεί να προλάβει την περαιτέρω απώλεια οστού και να μειώσει τον κίνδυνο για κατάγματα μετά την εμμηνόπαυση.

Η βλαπτική επίδραση του καπνίσματος στα οστά μπορεί κατά ένα μέρος να αποδοθεί στην αρνητική δράση του στο μεταβολισμό των στεροειδών και στην επακόλουθη ελάττωση των οιστρογόνων.16 Επιπλέον, η νικοτίνη έχει ενοχοποιηθεί για άμεση τοξική δράση στα οστά. Μελέτες σε ζώα δείχνουν ότι η έκθεση στη νικοτίνη αναστέλλει το σχηματισμό νέου οστού.40 Επίσης, στην παθογένεια φαίνεται πως συμβάλει η ελάττωση των επιπέδων της βιταμίνης D και της απορρόφησης του ασβεστίου, στις γυναίκες που καπνίζουν. Τέλος, τουλάχιστον μέρος της αρνητικής επίδρασης μπορεί να αποδοθεί σε διαφορές στο σωματικό βάρος και τη φυσική δραστηριότητα των καπνιστριών, σε σχέση με τις γυναίκες που δεν καπνίζουν.41

ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟ ΤΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΚΑΠΝΟΥ ΣΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Για τον αποτελεσματικό περιορισμό της επιδημίας του καπνίσματος και των σχετιζόμενων με το κάπνισμα νοσημάτων στις γυναίκες, είναι αναγκαία η άμεση λήψη μέτρων όπως: - Αύξηση της γνώσης για τις αρνητικές επιδράσεις του καπνίσματος στην υγεία των γυναικών, που θα πρέπει να ξεκινάει με ενημερωτικά προγράμματα των εφήβων στα σχολεία. - Λήψη μέτρων που αποσκοπούν στον περιορισμό της στόχευσης της βιομηχανίας καπνού στο γυναικείο φύλο. - Πλήρης απαγόρευση της διαφήμισης τσιγάρων. Απαγόρευση της με οποιονδήποτε τρόπο προώθησης προϊόντων καπνού και της αποδοχής χορηγιών από τις καπνοβιομηχανίες. Τοποθέτηση δυνατών αντικαπνιστικών μηνυμάτων σε όλα τα πακέτα τσιγάρων. - Δημοσιοποίηση του γεγονότος ότι οι περισσότερες γυναίκες δεν είναι καπνίστριες. - Ανάπτυξη προγραμμάτων διακοπής που στοχεύουν στην ευαίσθητη περίοδο της εγκυμοσύνης, με έμφαση στη διατήρηση της αποχής και μετά τον τοκετό. - Συνεχιζόμενος εμπλουτισμός της επιστημονικής βάσης δεδομένων για την περαιτέρω κατανόηση των μηχανισμών βλαπτικής επίδρασης στην υγεία των γυναικών. - Άμεση λήψη πρωτοβουλιών για οργάνωση προγραμμάτων διακοπής, τόσο σε ατομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Εξασφάλιση πρόσθετων κονδυλίων για την υποστήριξη και καλύτερη αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων.



Βιβλιογραφια
Βλέπε κείμενο στα αγγλικά).

© 2011 PNEUMON Magazine, Hellenic Bronchologic Society.
Developed by LogicONE Logo LogicONE