Please wait. Loading...
 
Αποστολή σε φίλο
 
Η φυματίωση σε ελληνικά περιοδικά της περιόδου 1854-1901
Αντικείμενο της παρούσης μελέτης αποτελεί η ιστορία της φυματίωσης κατά την περίοδο 1854 έως 1901, δηλ. στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Η πραγμάτευση του θέματος στηρίχθηκε κυρίως στη σχετική επιστημονική αρθρογραφία του ιατρικού Τύπου της εποχής. Μέσα από τον τελευταίο αναδύεται η εξέλιξη της εικόνας που είχε η τότε επιστημονική κοινότητα για τη φυματίωση. Η μεγάλη θνησιμότητα της νόσου ώθησε τους επιστήμονες να ασχοληθούν εντατικά με την έρευνά της. Κατά την περίοδο 1854 έως 1901 λαμβάνουν χώρα σπουδαίες ανακαλύψεις, που ανατρέπουν πολλές θεωρίες που ίσχυαν μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα. Συγκεκριμένα, δίνεται ένα τέλος στις διαφωνίες των ιατρών ως προς τους τρόπους μετάδοσης της φυματίωσης, αφού αποδεικνύεται η μολυσματική της φύση, ενώ η ανακάλυψη του αιτίου της νόσου θέτει σε νέα βάση τις έρευνες για την ανεύρεση αποτελεσματικής θεραπείας. Οι Έλληνες ιατροί παρακολουθούν τις έρευνες των ξένων συναδέλφων τους, όπως φαίνεται μέσα από τα άρθρα τους, όπου αναδημοσιεύουν και σχολιάζουν ξένες μελέτες ενώ παράλληλα δημοσιεύουν και τα αποτελέσματα δικών τους πειραματισμών. Πνεύμων 2006, 19(4):349-356.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το ενδιαφέρον που παρακινεί στη διερεύνηση του θέματος της φυματίωσης κατά τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο απορρέει από τους ιδιαίτερα υψηλούς επιδημιολογικούς δείκτες νόσησης και θανάτων. Η βιομηχανική επανάσταση του τέλους του 18ου και των αρχών 19ου αιώνα απετέλεσε μία περίοδο μεγάλης έξαρσης της φυματίωσης σε βάρος των πληθυσμών1. Στην Ελλάδα, η βιομηχανική επανάσταση συντελείται με έναν περίπου αιώνα καθυστέρηση και δημιουργεί αντίστοιχα φαινόμενα αστυφιλίας με τα συνεπακόλουθα προβλήματα, που αφορούσαν στην υγεία. Ο Iατρικός Τύπος της εποχής ασχολείται ιδιαίτερα με τη φυματίωση και αναδεικνύει την εξέλιξη της εικόνας που είχε η επιστημονική κοινότητα για αυτή την ασθένεια.

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ

Η φυματίωση απετέλεσε αντικείμενο έρευνας και μελέτης ήδη από την αρχαιότητα. Λεπτομερής περιγραφή της νόσου αναφέρεται στα Ιπποκρατικά κείμενα,2 στα οποία οφείλεται η ονομασία της ως «φθίση3». Ο όρος «tuberculosis», λατινικής προέλευσης, δεν εμφανίζεται πριν το 1834 και προέρχεται από τη λέξη "tubercula" που στη νέα ελληνική γλώσσα αποδίδεται ως «φυμάτια».4 Από τους εκπροσώπους της ελληνορωμαϊκής Ιατρικής, ο Γαληνός πρώτος χαρακτηρίζει τη «φθίση» ή «φθόη»5 όπως αλλιώς αναφέρεται στα κείμενά του, ως νόσο μολυσματική, που οφείλεται σε ειδικό «παράσιτο».6

Με τη φυματίωση επίσης ασχολήθηκε και ο εφευρέτης του στηθοσκοπίου Ρενέ Λαεννέκ (René Laennec, 1781-1826) και συγκεκριμένα, με την εκδήλωση της νόσου στους πνεύμονες. Το 1868 αποδεικνύεται η μολυσματικότητα της φυματιώσεως χάρη στα πειράματα του Γάλλου ερευνητή Ζαν Αντουάν Βιλμέν (Jean Antoine Villemin, 1827-1892) με τον εμβολιασμό φυματιώδους υλικού σε ζώα.7 Ιδιαίτερη θέση ανάμεσα στους ερευνητές της φυματίωσης κατέχει ασφαλώς ο μικροβιολόγος Ρόμπερτ Κωχ (Robert Koch, 1843-1910) ο οποίος το 1882 ανακάλυψε το μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης ή «βάκιλο του Κωχ», που αποτελεί το μικροβιακό αίτιο της φυματίωσης.

Από τους ερευνητές του 20ού αιώνα που ασχολήθηκαν με τη φυματίωση ξεχωρίζει ο Αυστριακός παιδίατρος Κλέμενς φον Πίρκετ (Clemens von Pirquet, 1874-1929) για τη συμβολή του στη διάγνωση της φυματίωσης με την καθιέρωση της ομώνυμης δερμοαντίδρασης το 1907 («αντίδραση Πίρκετ»), καθώς επίσης και ο Γάλλος Τσάρλς Μαντού (Charles Mantoux, 1877-1947) για την εισαγωγή της φυματινοαντίδρασης Mantoux8 το 1908, η οποία χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα ως διαγνωστικό μέσο. Καθοριστική για την πρόληψη της φυματίωσης ήταν η παρασκευή του εμβολίου B.C.G. (Bacille de Calmette-Guerin) από τον Γάλλο βακτηριολόγο Calmette- Leon-Charles Albert (1863-1932),9 τον κτηνίατρο Guerin Camille10 (1872-1961) και τον Benjamin Weill-Halle11 (1875-1958) το1906 και η χρησιμοποίησή του για τον εμβολιασμό των παιδιών το1921 μετά από ανακαλλιέργιες 13 ετών.

Όσον αφορά στη θεραπεία της, καθοριστική ήταν η ανακάλυψη της στρεπτομυκίνης το 1944 από τον Αμερικανορώσο Σέλμαν Ουόκσμαν (Selman Waksman, 1888-1973), η οποία αποτέλεσε το πρώτο αποτελεσματικό αντιφυματικό αντιβιοτικό. Το 1945 η στρεπτομυκίνη χρησιμοποιείται για πρώτη φορά σε ασθενείς και τα αποτελέσματά της δημοσιεύονται από δύο Αμερικανούς ερευνητές της κλινικής Mayo τον βακτηριολόγο Horton Corwin Hinshaw (1902-1994) και τον παθολόγο William Hugh Feldman12 (1892-1974) οι οποίοι ήταν υποψήφιοι για το Νόμπελ Ιατρικής το 1952, που απονεμήθηκε τελικά στον Ουόκσμαν. Εντυπωσιακή είναι η άμεση χρήση της στρεπτομυκίνης στην Ελλάδα από τον Κωνσταντίνο Χωρέμη, καθηγητή της Παιδιατρικής. Τα αποτελέσματά της δημοσιεύονται το 1948 στη μονογραφία του Η εφαρμογή της στρεπτομυκίνης εις την θεραπείαν της παιδικής φυματιώσεως, η οποία και βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών.13 Τέλος, ανάμεσα σε άλλες ιστορικές πληροφορίες ιδιαίτερη μνεία γίνεται στη Μαρία Καλαποθάκη, την πρώτη Ελληνίδα ιατρό που πρωτοστάτησε στην οργάνωση του αντιφυματικού αγώνα στην Ελλάδα το 1897.14

ΑΙΤΙΑ

Σχετικά με τα αίτια της φυματίωσης, υπήρχε μεγάλη διάσταση απόψεων μεταξύ των ιατρών που ασχολήθηκαν με την παθογένεια της νόσου. Μία από τις επικρατέστερες απόψεις, στα μέσα του 19ου αιώνα, ήταν η ιπποκρατική, οτι δηλαδή η φυματίωση είναι «νόσος μολυσματική» οφειλόμενη σε «παράσιτο» το οποίο, εισερχόμενο στον ανθρώπινο οργανισμό, προκαλεί την ανάπτυξη της νόσου. Διαμετρικά αντίθετη ήταν «η θεωρία της αυτόματης γέννησης» της νόσου, θεωρία που είχε διατυπώσει ο Αριστοτέλης, οι υποστηρικτές της οποίας απέρριπταν τη μόλυνση ως αιτία εκδήλωσης της φθίσης. Άλλοι επιστήμονες δέχονταν αφενός τη μόλυνση ως έναν πιθανό αιτιολογικό παράγοντα, δεν απέκλειαν ωστόσο και την πιθανότητα της αυτόματης ανάπτυξής της.15

Το 1854, δηλαδή 28 χρόνια πριν από τις ανακαλύψεις του Κωχ, η πλειοψηφία των ιατρών απέρριπτε τις θεωρίες περί της μολυσματικής προέλευσης της νόσου και θεωρούσε, απουσία κληρονομικής προδιάθεσης, αδύνατη την ανάπτυξή της. Ακόμα και το 1885, τρία χρόνια μετά την ανακάλυψη του βακίλου του Κωχ, ως μικροβιακού αιτίου της φυματίωσης, εξακολουθούν να υπάρχουν αμφιβολίες, εμφανώς όμως λιγότερες. Μόνο προς το τέλος του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ού, το μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης είναι πλέον αποδεκτό από ολόκληρη την επιστημονική κοινότητα ως το μόνο αίτιο πρόκλησης της νόσου.16 Για την εδραίωση της παραπάνω άποψης συνέβαλαν καθοριστικά τα πειράματα του Κωχ και του Βιλμέν, τα οποία μελετήθηκαν από πολυάριθμους Ευρωπαίους ερευνητές της εποχής και δημοσιεύτηκαν στον ελληνικό ιατρικό Τύπο.

ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Μεγάλη διάσταση επίσης απόψεων επικρατούσε σχετικά με τους τρόπους μετάδοσης της νόσου. Στα μέσα του 19ου αιώνα η άποψη οτι η νόσος ήταν δυνατό να μεταδοθεί από πάσχον σε υγιές άτομο δια του συγχρωτισμού, ακόμα και για μεγάλο χρονικό διάστημα, απορριπτόταν από την πλειοψηφία των επιστημόνων, οι οποίοι ισχυρίζονταν, οτι η φυματίωση δεν θα μπορούσε να αναπτυχθεί σε κάποιον οργανισμό, χωρίς να υπάρχει κληρονομική προδιάθεση.17

Η θεωρία αυτή δέχτηκε μεγάλο πλήγμα το 1868, όταν ο Βιλμέν επέτυχε τη μετάδοση της νόσου εμβολιάζοντας φυματιώδες υλικό σε ζώα, αποδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο τη μολυσματική φύση της νόσου. Στα χρόνια που ακολούθησαν πραγματοποιούνται ανάλογα πειράματα από πολυάριθμους ερευνητές, με σκοπό την επιβεβαίωση της θεωρίας.18 Στα πολυσέλιδα δημοσιεύματα του ιατρικού περιοδικού Γαληνός, κατά την περίοδο 1885-1892, περιγράφονται λεπτομερώς οι μέθοδοι εμβολιασμού του μολυσματικού υλικού, οι συνθήκες διεξαγωγής των πειραμάτων, η εκδήλωση ή όχι της νόσου και το χρονικό διάσημα που απαιτούνταν μέχρι την εκδήλωσή της. Ωστόσο, όλα τα παραπάνω δεν κατόρθωναν να πείσουν το σύνολο των ιατρών.

Τρία χρόνια μετά την ανακάλυψη του Κωχ, το 1885, οι επιστήμονες ακόμη διαφωνούσαν ως προς τη μεταδοτικότητα της νόσου και αμφισβητούσαν τους τρόπους μετάδοσής της.19 Οι επικρατέστερες μελέτες Γάλλων αλλά και Ελλήνων ιατρών, σε μεγάλο αριθμό ασθενών, που είτε παρουσιάστηκαν σε ευρωπαϊκά συνέδρια είτε δημοσιεύτηκαν στον επιστημονικό Τύπο, αναφέρονται στην κληρονομική μετάδοση της νόσου, στη μετάδοσή της μεταξύ συζύγων, λόγω συγκατοίκησης, τη δια του συγχρωτισμού μετάδοση, καθώς και τη δια μέσου των αντικειμένων, όπως τα ρούχα και τα έπιπλα, που ανήκαν σε φυματικούς. Ο Λαενέκ συνιστά, συγκεκριμένα, να αποφεύγεται η χρησιμοποίηση από άλλα άτομα κάθε αντικειμένου και ενδύματος που ανήκε σε φυματικούς.20 Τις ίδιες προφυλάξεις συστήνει και ο ιατρός Σπ. Κανέλλης στα άρθρα του στον Γαληνό, το 1887.21

Δεν λείπουν εντούτοις οι πολέμιοι της ιδέας της μεταδοτικότητας της φθίσης, οι οποίοι παρουσιάζουν πολυάριθμα παραδείγματα φυματικών οι οποίοι δε μετέδωσαν τη νόσο στο συγγενικό ή οικείο περιβάλλον τους. Ως κύριο επιχείρημα αναφέρεται η κατάσταση υγείας των ίδιων των ιατρών, οι οποίοι, αν και περνούν μεγάλα χρονικά διαστήματα σε φθισιατρεία και έρχονται καθημερινά σε επαφή με φυματικούς, δεν ασθενούν. Το ίδιο, άλλωστε, φαίνεται να συμβαίνει και με τους περισσότερους νοσηλευτές.22

Λαμβάνοντας τα παραπάνω υπόψη, οι υποστηρικτές της ιδέας της «μεταδοτικότητας» της φυματίωσης συμφωνούν οτι στη μετάδοση της νόσου υπεισέρχονται και άλλοι παράγοντες.23 Άλλοι παράγοντες που διατείνονται oτι ευνοούν τη μόλυνση είναι, μαζί με την κληρονομική προδιάθεση, η αδύναμη κράση, οι άσχημες συνθήκες διατροφής και διαβίωσης, η ανθυγιεινή εργασία και γενικά η καταπόνηση του σώματος. Τα πράγματα φαίνονται πιο ξεκάθαρα στις αρχές του εικοστού αιώνα, οπότε και η ιατρική κοινότητα συμφωνεί οτι η φυματίωση είναι μεταδοτική νόσος.24 Ως κυριότερη πηγή της φυματίωσης του ανθρώπου αναφέρονται τα πτύελα των φυματικών, τα οποία είναι δυνατόν να εισέλθουν στον οργανισμό δια της εισπνοής για να εγκατασταθούν στον πνεύμονα.25

ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ

Όσον αφορά στην κλινική εικόνα της φυματίωσης, δεν φαίνεται να υπάρχει ουσιαστική διαφωνία μεταξύ των επιστημόνων της εποχής.26

Ειδικότερα , γύρω στο 1854, οι περισσότεροι από τους ιατρούς περιγράφουν στα άρθρα τους τα συμπτώματα των φθισικών διαιρώντας τα σε τρία στάδια.27 Στο πρώτο στάδιο της φθίσης η θρέψη του φθισικού είναι ισχνή. Παρουσιάζεται επίσης δύσπνοια, αιμόπτυση, βήχας, καθώς και έντονος πόνος στο θώρακα. Στο δεύτερο στάδιο τα συμπτώματα επιδεινώνονται ενώ εμφανίζεται επίσης πυρετός, συχνά διαλείπουσας μορφής. Το τρίτο στάδιο, εισβάλλει ύπουλα και χαρακτηρίζεται από την απότομη και μεγάλη έκπτωση των δυνάμεων του ασθενούς. Σε άτομα με προδιάθεση στη νόσο, συχνά περιγράφεται η «φθισική όψη», η οποία εκδηλώνεται με απίσχνανση, εσπερινούς πυρετούς, απώλεια όρεξης και νυχτερινούς ιδρώτες.

Αξίζει να σημειωθεί oτι υπάρχει ένα σύμπτωμα πού είναι κοινό σε όλους τους φθισικούς και το οποίο είναι σταθερό καθ' όλη την πορεία της νόσου: Η αδυναμία να πιστέψουν ή να παραδεχτούν οτι πάσχουν από μία σοβαρή και δυσίατη ασθένεια, όπως η φυματίωση. Αποδίδουν μάλιστα τα συμπτώματά τους σε ασήμαντα αίτια, όπως σε ένα ελαφρύ κρυολόγημα ή ακόμη και σε δυσπεψία. Ακόμη μεγαλύτερη έκπληξη προκαλεί το γεγονός οτι αυτού του είδους η αντίδραση δεν παρατηρείται μόνο σε ασθενείς χωρίς καμιά ιατρική γνώση, αλλά και σε έμπειρους ιατρούς και σε διακεκριμένους καθηγητές της Ιατρικής Σχολής. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του πρώτου καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών του Καθηγητή της Ανατομίας και Φυσιολογίας Δημητρίου Α. Μαυροκορδάτου (1811-1835),28 ο οποίος, ακόμη και λίγες μέρες πριν αποβιώσει, προγραμμάτιζε τα μαθήματα του χειμερινού εξαμήνου και, επειδή δεν μπορούσε να πάει στο Πανεπιστήμιο, αποφάσισε να καλέσει τους φοιτητές στο σπίτι του και να συνεχίσει εκεί τα μαθήματα.29

Στις δεκαετίες που ακολουθούν μετά την ανακάλυψη του βακίλου (1882) τα συμπτώματα, που αναφέρονται στα άρθρα του Γαληνού από τους ιατρούς της εποχής ως χαρακτηριστικά της φυματίωσης, δεν διαφέρουν, σε γενικές γραμμές, από αυτά που ήδη αναφέρθηκαν ενώ περιγράφονται ποικίλες κλινικές εκδηλώσεις της νόσου.30

ΔΙΑΓΝΩΣΗ

Από τους περισσότερους ιατρούς, είναι κοινά αποδεκτό οτι η διάγνωση της φυματίωσης παρουσιάζει σημαντικές δυσκολίες. Στα μέσα του 19ου αιώνα, οι ιατροί στηρίζονταν στα ευρήματα της κλινικής εξέτασης, τα οποία και σε αυτήν την περίπτωση διαιρούσαν σε τρία στάδια, όπως αυτά περιγράφονται σε άρθρα του περιοδικού Ιατρική Μέλισσα το 1854.31 Στο πρώτο στάδιο τα ευρήματα από την ακρόαση και την επίκρουση του πνεύμονα είναι ελάχιστα, ενώ στα επόμενα στάδια γίνονται εντονότερα και εύκολα αντιληπτά από τον ιατρό.

Μετά την ανακάλυψη από τον Κωχ του μυκοβακτηριδίου της φυματίωσης, η διάγνωση δεν στηρίζεται πλέον μόνο στην κλινική εξέταση. Οι ιατροί αναζητούν το βακτηρίδιο στα πτύελα και τους ιστούς των ασθενών που κρίθηκαν ως φυματικοί.32 Σε μεγάλο αριθμό ασθενών βρέθηκαν πολυάριθμα μυκοβακτηρίδια στα πτύελά τους, γεγονός που επιβεβαίωνε την αρχική διάγνωση.

Οι περισσότεροι επιστήμονες της εποχής είναι πεπεισμένοι για τη διαγνωστική αξία του βακτηριδίου και υποστηρίζουν οτι η ανεύρεσή του υπερτερεί των άλλων ευρημάτων από την κλινική εξέταση.

Ωστόσο, δεν λείπουν εκείνοι που αμφισβητούν τη σπουδαιότητα της μεθόδου, καθώς σε πολλές περιπτώσεις φυματικών η εξέταση πτυέλων ήταν αρνητική. Αυτές οι απόψεις όμως αντικρούονται από συναδέλφους τους με τα εξής επιχειρήματα: Η εξέταση των πτυέλων δεν είναι κάτι απλό, αλλά απαιτείται εξάσκηση και μεγάλη προσοχή κατά την εφαρμογή της σχετικής τεχνικής επομένως, τα τυχόν αρνητικά αποτελέσματα μπορεί να οφείλονται σε λάθη κατά την εφαρμογή της, στο στάδιο της νόσου ή στον πολύ μικρό αριθμό των βακτηριδίων, που δεν επιτρέπει την απομόνωσή τους από το υπό εξέταση υλικό.33

ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Η εύρεση μίας αποτελεσματικής θεραπείας κατά της φυματίωσης, η οποία θα περιόριζε τη μεγάλη θνησιμότητά της, αποτέλεσε αντικείμενο έρευνας για ένα μεγάλο αριθμό διακεκριμένων επιστημόνων.34 Πριν την ανακάλυψη του βακίλου του Κωχ οι εφαρμοζόμενες θεραπείες είχαν τρεις στόχους: Να αποφεύγει ο ασθενής κάθε αιτία που χειροτερεύει τα συμπτώματα, να γίνεται όσο το δυνατόν μεγαλύτερη εξοικονόμηση δυνάμεων και τέλος, ανακούφιση των συμπτωμάτων.35 Για την επίτευξη των στόχων αυτών οι ιατροί πρότειναν διαμονή σε ευνοϊκά κλίματα, όπως τα παράλια της Ελλάδας, της Ιταλίας, της Αλεξάνδρειας, ειδική δίαιτα πλούσια σε γαλακτοκομικά προϊόντα, ζωμούς κρεάτων αλλά και εισπνοές ατμών καθαρού ιωδίου.

Μετά το 1882, οπότε το αίτιο της φυματίωσης είναι πλέον γνωστό, οι προσπάθειες των επιστημόνων στρέφονται στην ανεύρεση ενός θεραπευτικού μέσου, που δεν θα ανακούφιζε μόνο τα συμπτώματα του ασθενούς, αλλά θα δρούσε και επί των μυκοβακτηριδίων. Ορισμένοι ιατροί συνιστούν στους ασθενείς εισπνοές αερίων όπως θειώδες οξύ, υδροφθορικό οξύ και σωσίκρεας,36 αγωγή η οποία επέφερε στην πλειοψηφία των ασθενών σημαντική βελτίωση των συμπτωμάτων και τα βακτηρίδια δεν ανιχνεύονταν πλέον στα πτύελα.37

Από τον Κωχ προτάθηκε η χρήση της φυματίνης στη θεραπεία της φυματίωσης. Η φυματίνη λαμβανόταν από την επεξεργασία των φυματικών βακτηριδίων και χορηγούνταν στους ασθενείς με τη μορφή υποδορίων ενέσεων. Πολλοί ασθενείς όμως έσπευδαν να διακόψουν τη θεραπεία, όταν κυκλοφόρησαν φήμες περί βλαβερών πανερενεργειών της φυματίνης. Η μέθοδος, τελικά, δεν υιοθετήθηκε από τους περισσότερους επιστήμονες, επειδή δεν είχε επιφέρει τα πολυπόθητα θεαματικά αποτελέσματα.38

Άλλη θεραπεία που εφαρμόστηκε από τους Έλληνες ιατρούς στα τέλη του 19ου αιώνα για την αντιμετώπιση της φυματίωσης είναι η υδροθεραπεία. Αυτή αποσκοπούσε στην ενίσχυση της καρδιακής λειτουργίας, τη βελτίωση της κυκλοφορίας του αίματος και τη διευκόλυνση της αναπνοής. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας ο ασθενής υποβαλλόταν σε καθημερινούς καταιονισμούς με ψυχρό νερό. Παρά τα θετικά αποτελέσματα χρειαζόταν ιδιαίτερη προσοχή κατά την εφαρμογή της, ενώ αποτελούσε αντένδειξη για εξασθενημένους και αναιμικούς ασθενείς.39

Αντί αυτής επρότεινοντο δύο θεραπείες που έμοιαζαν κατάλληλες για όλους τους ασθενείς και θα μπορούσαν να εφαρμοστούν σε όλες τις μορφές της φυματίωσης, συγκεκριμένα, η «ηρεμοθεραπεία» και η «αεροθεραπεία».40 Η ηρεμοθεραπεία είναι ουσιαστικά η πλήρης σωματική και νοητική ανάπαυση του ασθενούς, με την οποία αποφεύγεται η κατανάλωση δυνάμεων και η εξασθένηση του οργανισμού. Κατά την αεροθεραπεία ο ασθενής παραμένει καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας σε ανοιχτό χώρο, κατά προτίμηση στο ύπαιθρο και τη νύχτα σε δωμάτιο με ανοιχτό παράθυρο.

Στις αρχές του 20ου αιώνα, προτείνεται και η σύσταση «φθισιατρείων»41 στην Ελλάδα για την καλύτερη περίθαλψη των φυματικών. Συγκεκριμένα, τα φθισιατρεία θα έπρεπε να βρίσκονται στην εξοχή,42 μακριά από τα μεγάλα αστικά κέντρα, οπου το κλίμα είναι ευνοϊκότερο και κατάλληλο για την εφαρμογή της αεροθεραπείας και της ηρεμοθεραπείας.

Συνήθως τα διάφορα θεραπευτικά μέσα που αναφέρουν οι αρθρογράφοι είναι αποτέλεσμα μακροχρόνιας έρευνας και μελέτης. Δεν λείπουν όμως και περιπτώσεις εσφαλμένης διάγνωσης όπως αυτή κατά την οποία το 1863 ο ιατρός Σπένσερ Ουέλς (Spencer Wells) διενήργησε λαπαροτομία σε γυναίκα που πίστευε οτι είχε κύστη στις ωοθήκες.43 Κατά τη χειρουργική επέμβαση διαπίστωσε την ύπαρξη φυματιωδών εστιών, τις οποίες και αφαίρεσε. Προς έκπληξή του η ασθενής παρουσίασε πλήρη ίαση! Έκτοτε η λαπαροτομία επαναλήφθηκε πολλές φορές για τη θεραπεία της φυματιώδους περιτονίτιδας από τον ίδιο, αλλά και άλλους ιατρούς, μεταξύ των οποίων και ο Καθηγητής της Ιατρικής Ι. Γαλβάνης, και εξακολούθησε να χρησιμοποιείται με μεγάλη επιτυχία ακόμα και στις αρχές του 20ού αιώνα.44

Θα πρέπει, τέλος, να σημειωθεί οτι στις αρχές του 20ού αιώνα η φυματίωση δεν αποτελεί πλέον ανίατη ασθένεια. Όταν μάλιστα γίνει έγκαιρη διάγνωση45 και εφαρμοστεί συστηματική θεραπεία, είναι δυνατό - όπως αναφέρουν οι αρθρογράφοι - να επιτευχθεί στις περισσότερες των περιπτώσεων, πλήρης ίαση.

ΦΥΜΑΤΙΩΣΗ ΚΑΙ ΕΓΚΥΜΟΣΥΝΗ

Οι επιπτώσεις της φυματίωσης στην εγκυμοσύνη ανέκαθεν προβλημάτιζαν τους επιστήμονες. Το 1901 και μετά από εκτεταμένες και μακροχρόνιες έρευνες οι επιστήμονες καταλήγουν στα εξής συμπεράσματα: Σε φυματικές γυναίκες συνήθως παρατηρείται ταχεία εξέλιξη της νόσου, που μπορεί να οδηγήσει ως το θάνατο ενδεχομένως μέσα σε λίγες εβδομάδες και αυτό προφανώς οφείλεται στην έντονη καταπόνηση και κόπωση που προκαλεί η κύηση στον οργανισμό και ιδιαίτερα ο τοκετός, με την έντονη προσπάθεια, την εξάντληση, την αιμορραγία και τη συγκίνηση που συνεπάγεται. Επισημαίνεται εντούτοις από τους ιατρούς οτι μία μόνον εγκυμοσύνη δεν είναι ικανή να επιφέρει τόσο ολέθριες συνέπειες, αν η γενικότερη κατάσταση της υγείας της εγκύου είναι καλή. Απόδειξη αυτού αποτελούν πολλές περιπτώσεις φυματικών γυναικών που απέκτησαν υγιή παιδιά χωρίς επιπλοκές.46

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η φυματίωση στο παρελθόν ήταν ασθένεια με ολέθριες συνέπειες στον άνθρωπο και για μεγάλο χρονικό διάστημα αποτελούσε «νόσο ανίατη». Η μεγάλη θνησιμότητα της νόσου ώθησε τους επιστήμονες να ασχοληθούν εντατικά με την έρευνά της, προκειμένου να βρεθούν αποτελεσματικοί τρόποι αντιμετώπισης και θεραπείας της.

Κατά την περίοδο 1854 έως 1901 λαμβάνουν χώρα σπουδαίες ανακαλύψεις, που ανατρέπουν πολλές θεωρίες που ίσχυαν μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα. Συγκεκριμένα, δίνεται ένα τέλος στις διαφωνίες των ιατρών ως προς τους τρόπους μετάδοσης της φυματίωσης, αφού αποδεικνύεται η «μολυσματική» της φύση, ενώ η ανακάλυψη του αιτίου της νόσου θέτει σε νέα βάση τις έρευνες για την ανεύρεση αποτελεσματικής θεραπείας. Οι Έλληνες ιατροί παρακολουθούν τις έρευνες των ξένων συναδέλφων τους, όπως φαίνεται μέσα από τα άρθρα τους, όπου αναδημοσιεύουν και σχολιάζουν ξένες μελέτες ενώ παράλληλα δημοσιεύουν και τα αποτελέσματα δικών τους πειραματισμών. Ενώ μέχρι τότε η διάγνωση στηριζόταν κυρίως στην κλινική εικόνα του ασθενούς, με την ανεύρεση του «βακίλου του Κωχ» στα πτύελα και τους ιστούς του ασθενούς, είναι πλέον δυνατή και η επιβεβαίωση της νόσου. Η θεραπεία παύει να είναι μόνο συμπτωματική και ανακουφιστική, αλλά στοχεύει στην ίαση του ασθενούς με την καταπολέμηση του βακτηριδίου.

Ήδη από το 1854 στην Ιατρική Μέλισσα δημοσιεύονται εκτενή άρθρα για τη φυματίωση. Αλλά και αργότερα, μετά την ανακάλυψη του Κωχ (1882), εντύπωση προκαλεί η δημοσίευση άρθρων από «επιφανείς Έλληνες ιατρούς». Σε αυτά τα άρθρα υποστηρίζουν τη «μολυσματική φύση» της φυματίωσης, που διατυπώνεται από τους Ευρωπαίους συναδέλφους τους, επιβεβαιώνοντάς τη μάλιστα με την παράθεση πολυάριθμων περιστατικών και μελετών. Βέβαια δε λείπει η διατύπωση απόψεων για τους τρόπους μετάδοσης, διάγνωσης και θεραπείαςτης φυματίωσης, που η σύγχρονη ιατρική επιστήμη καταρρίπτει, με ρίζες είτε στην αρχαία Ιατρική είτε σε λαϊκές παραδόσεις.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Πατάκας ΔΑ. Επίτομη Πνευμονολογία, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2001, σελ. 93.
  2. Ιπποκράτης Άπαντα, Περί Νούσων το δεύτερον 49, τόμ. 15, εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1992, σελ. 178-179.
  3. Οι δύο όροι, «φθίση» και «φυματίωση», χρησιμοποιούνται στη βιβλιογραφία της εξεταζόμενης περιόδου (1854-1901) εναλλακτικά, προκειμένου να δηλώσουν την ίδια ασθένεια. Με τον ίδιο τρόπο χρησιμοποιούνται αυτοί οι όροι και στην παρούσα εργασία.
  4. Τζημάκας Χ, Καπαλτζόγλου Α. «Φυματίωση», στο συλλογικό έργο: Εσωτερική Παθολογία, τ. 1, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2001 (Α.Π.Θ., Τμήμα Ιατρικής-Τομέας Παθολογίας, Διευθυντής: Μ. Παπαδημητρίου), σελ. 449 κ.ε. 5.
  5. Γαληνός Άπαντα. Υγιεινών ς΄, τόμ. 27, εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 2000, σελ. 256-259.
  6. Κανέλλης ΣΙ. Μελέτη περί της μολύνσεως δια του φυματιώδους ιού και των διαφόρων αυτής τρόπων, Γαληνός, έτος Ζ΄ (1885), αρ. 8, σελ. 113-117 .
  7. Λήμμα «φυματίωσις», Σύγχρονος Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη, τ. 24, Αθήναι, χ. χρ., σελ. 732-733. Πρβλ. επίσης λήμμα «Villemin», Nouveau Petit Larousse, Paris 1972, σελ. 1771.
  8. Καβαγιάς Α. Λήμμα "Mantoux", Γαλλο-Ελληνικό Λεξικό Ιατρικών Όρων, έκδοση Ελληνικό Ινστιτούτο Pasteur, Αθήνα 1991, σελ. 542.
  9. Καβαγιάς Α. Λήμμα "Calmette", Γαλλο-Ελληνικό Λεξικό Ιατρικών Όρων, έκδοση Ελληνικό Ινστιτούτο Pasteur, Αθήνα 1991, σελ. 109.
  10. Λήμμα "Guerin", Nouveau Petit Larousse, Librairie Larousse, Paris 1972, σελ. 1386.
  11. Weil J. "Homage to Benjamin Weill-Halle on 40th anniversary of BCG vaccination", Press med, 1964 Oct 3; 72:2420-1.
  12. Karlson AG. "William Hugh Feldman, DVM, 1892- 1974", Am J Pathol 1975; 78:3-5.
  13. Λήμμα «Χωρέμης», Σύγχρονος Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη, τομ. 24, Αθήναι, χ. χρ., σελ. 1258.
  14. Μαρκέτος Σπ. Εικονογραφημένη Ιστορία της Ιατρικής, εκδ. Ζήτα, Αθήνα 2000, σελ. 11, 23, 97 (Ασκληπιάδης), 99 (Ρούφος Εφέσιος), 239 (Μοργκάνι), 291 (Λαεννέκ), 303-305 (Κοχ), 333 (Πίρκετ), 335 (στρεπτομυκίνη), 343 (Ουόκσμαν), 385, 391 και 393 (Καλαποθάκη).
  15. Κανέλλης ΣΙ. Μελέτη περί της μολύνσεως δια του φυματιώδους ιού και των διαφόρων αυτής τρόπων, Γαληνός, έτος Ζ΄ (1885), αρ. 8, σελ. 113-117.
  16. Φουστάνος ΙΑ. Η φυματίωσις των ζώων και του ανθρώπου, Ιατρική Πρόοδος ΣΤ΄ (1901), σελ. 249-251.
  17. Ανώνυμο άρθρο, Περί φυματιώδους φθίσεως, και ιδίως περί της θεραπείας αυτής δια της εισπνοής των ατμών του καθαρού ιωδίου, Η εν Αθήναις Ιατρική Μέλισσα, φυλλάδιον ΙΑ΄, Απρίλιος 1854, σελ. 481-497.
  18. Κανέλλης ΣΙ. Μελέτη επί του ενοφθαλμισμού διαφόρων φυματιωδών προϊόντων, Γαληνός, έτος Ζ΄ (1885), αρ. 20, σελ. 305-311.
  19. Θεοφανίδης Ι. Ιατρικαί αναμνήσεις επί της μολυσματικότητας ή μη της φυματιώσεως εν γένει και ιδίως της πνευμονικής, Γαληνός, έτος Ζ΄, αρ. 24, σελ. 373-378.
  20. Κανέλλης ΣΙ. Μελέτη περί της μολύνσεως δια του φυματιώδους ιού και των διαφόρων αυτής τρόπων, Γαληνός, έτος Ζ΄ (1885), αρ. 11, σελ. 161-167.
  21. Κανέλλης Σπ.Ιω. Κλινική συμβολή εις τα περί μολυσματικότητος της φθίσεως των πνευμόνων, Γαληνός, έτος Θ΄ (1887), αρ. 48, σελ. 753-755.
  22. Κανέλλης ΣΙ. Μελέτη περί της μολύνσεως δια του φυματιώδους ιού και των διαφόρων αυτής τρόπων, Γαληνός, έτος Ζ΄ (1885), αρ. 11, σελ. 161.
  23. Κανέλλης ΣΙ. Μελέτη περί της μολύνσεως δια του φυματιώδους ιού και των διαφόρων αυτής τρόπων, Γαληνός, έτος Ζ΄ (1885), αρ. 11, σελ. 161.
  24. Φουστάνος ΙΑ. Η φυματίωσις των ζώων και του ανθρώπου, Ιατρική Πρόοδος, έτος ΣΤ΄, σελ. 249 κ.ε.
  25. Κανέλλης ΣΙ. Πνευμονική φθίσις αναπνευστικής καταγωγής, Γαληνός έτος Ζ΄, αρ. 26, σελ. 404-409.
  26. Θαλής Μ. Περί κλινικών μορφών της φυματιώσεως των πνευμόνων - Διατριβή αναγνωσθείσα εν τω 4ω Συνεδρίω των Ιταλών ιατρών υπό του εκ Γενεύης καθ. Maragliano, Γαληνός, έτος ΙΔ΄ (1892), αρ. 15-16, σελ. 225-227.
  27. Ανώνυμο άρθρο. Περί φυματιώδους φθίσεως, και ιδίως περί της θεραπείας αυτής δια της εισπνοής των ατμών του καθαρού ιωδίου, Η εν Αθήναις Ιατρική Μέλισσα, φυλλάδιον ΙΑ΄, Απρίλιος 1854, σελ. 481-497. Ορισμένοι ιατροί διαιρούν τα συμπτώματα σε δύο στάδια, το πρώτο πριν την ωρίμανση των φυματίων και το δεύτερο μετά την ωρίμανσή τους.
  28. Ο Δ.Α. Μαυροκορδάτος ήταν ο πρώτος νεότερος (27 ετών) καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Πέθανε από φυματίωση σε ηλικία μόλις 29 ετών. Βλ. Σπ. Μαρκέτου, ό.π., σελ. 385.
  29. Ανώνυμο άρθρο. Περί φυματιώδους φθίσεως, και ιδίως περί της θεραπείας αυτής δια της εισπνοής των ατμών του καθαρού ιωδίου, Η εν Αθήναις Ιατρική Μέλισσα, φυλλάδιον ΙΑ΄, Απρίλιος 1854, σελ. 481-497.
  30. Jaccoud, Φυματίωσις των νεφρών, Ιατρική Πρόοδος, έτος Ε΄, τεύχ. 4 (Απρίλιος 1900), σελ. 116-119.
  31. Aνώνυμο άρθρο. Περί φυματιώδους φθίσεως, και ιδίως περί της θεραπείας αυτής δια της εισπνοής των ατμών του καθαρού ιωδίου, Η εν Αθήναις Ιατρική Μέλισσα, φυλλάδιον ΙΑ΄, Απρίλιος 1854, σελ. 481-497.
  32. Κανέλλης ΣΙ. Μελέτη περί της ανευρέσεως του φθισιογόνου μικροζώου εν τοις ιστοίς, τοις εκκρίμασι και τοις ποικίλοις προϊούσι των φθισιόντων, Γαληνός, έτος Θ΄ (1887), αρ. 4, σελ. 53 κ.ε.
  33. Κανέλλης ΣΙ. Μελέτη περί της ανευρέσεως του φθισιογόνου μικροζώου εν τοις ιστοίς, τοις εκκρίμασι και τοις ποικίλοις προϊούσι των φθισιόντων, Γαληνός, έτος Θ΄ (1887), αρ. 6, σελ. 81-85.
  34. Φωκάς Γ. Θεραπευτικά κατά της φθίσεως μέσα, Γαληνός, έτος Θ΄, αρ. 17, σελ. 263-267.
  35. Βλ. το άρθρο Περί φυματώδους φθίσεως..., ό.π., σελ. 481-493.
  36. Αντισηπτικό βαρύοσμο φάρμακο που προκύπτει με απόσταξη από την πίσσα οξιάς ή λιθάνθρακα. Βλ. λήμμα «σωσίκρεας», Σύγχρονος Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη, τ. 22, Αθήναι, χ. χρ., σελ. 995.
  37. Παπαβασιλείου Β. Αι νεότεραι θεραπείαι της φθίσεως, Γαληνός, έτος Ι΄(1888), αρ. 30, σελ. 470 επ.
  38. Θαλής Μ. Περί της θεραπείας της φυματιώσεως και της χρήσεως της φυματίνης, Γαληνός, έτος ΙΔ΄ (1892), σελ. 129-132.
  39. Φλώρης Ι. Η υδροθεραπεία εν τη φυματιώσει, Γαληνός, έτος ΙΔ΄ (1892), αρ. 19, σελ. 306-307.
  40. Κανέλλης ΣI. Η αεροθεραπεία εν τη πνευμονική φθίσει, Ιατρική Πρόοδος, έτος ΣΤ΄(1901), σελ. 260 κ.ε.
  41. Μακκάς Ν. Περί φθίσεως και φθισιατρείων εν Ελλάδι, Εργασίαι του Συνεδρίου, Ιατρική Πρόοδος, έτος ΣΤ΄(1901), σελ. 130 κ.ε.
  42. Ρούφος ΔΚ. Θεραπεία φθίσεως δια του υπαίθριου βίου, Ιατρική Πρόοδος, Φεβρουάριος, τευχ. 2, σελ. 32-35.
  43. Ανώνυμο άρθρο. Η λαπαροτομία εν τη φυματιώδει περιτονίτιδι, Γαληνός, έτος ΙΔ΄(1892), αρ. 26, σελ. 393 κ.ε.
  44. Γαλβάνης Ι. Περί της θεραπείας της φυματιώσεως δια της χειρουργικής, Ιατρική Πρόοδος, έτος ΣΤ΄ (1901), σελ. 149-150.
  45. Φουστάνος ΙΑ. Πρώιμος διάγνωση της χρόνιας φυματιώσεως των πνευμόνων, Ιατρική Πρόοδος έτος Δ΄, Ιανουάριος, τευχ. 1, σελ. 20-22.
  46. Για τη σχέση εγκυμοσύνης και φυματίωσης βλ. τη διεξοδική μελέτη του S. Bernheim, «Εγκυμοσύνη και φυματίωσις», μτφρ. Φουστάνου ΙΑ, Ιατρική Πρόοδος, έτος Ε΄(1900), σελ. 289 κ.ε.
© 2011 PNEUMON Magazine, Hellenic Bronchologic Society.
Developed by LogicONE Logo LogicONE