Please wait. Loading...
 
  • Το κάπνισμα παγκοσμίως, αποτελεί ίσως το μοναδικό σημαντικό παράγοντα κινδύνου για την υγεία, αλλά και ένα σημαντικό παράγοντα θνησιμότητας, που μπορεί ωστόσο να προληφθεί. Το κάπνισμα είναι υπεύθυνο για πολλά νοσήματα, όπως πολλούς τύπους καρκίνου, τη χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, τη στεφανιαία νόσο, τα αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια, τις περιφερικές αγγειοπάθειες και το πεπτικό έλκος, ενώ επηρεάζει τη διάπλαση και ανάπτυξη εμβρύων και νεογνών. Πολλές από τις επιπτώσεις του καπνίσματος στην υγεία είναι αναστρέψιμες, ακόμη και αν κάποιος διακόψει το κάπνισμα στη μέση ηλικία, ενώ οι περισσότερες από τις θεραπείες για τη διακοπή του καπνίσματος έχουν καλή σχέση κόστους- αποτελεσματικότητας. Δεδομένου οτι η διάρκεια της καπνιστικής συνήθειας αποτελεί τον κυριότερο παράγοντα κινδύνου για τη θνησιμότητα σε σχέση με το κάπνισμα, ο στόχος της θεραπείας πρέπει να είναι η έγκαιρη διακοπή του καπνίσματος και η πρόληψη της υποτροπής. Από διάφορες ιατρικές οργανώσεις έχουν σχεδιαστεί κατευθυντήριες οδηγίες για τη διακοπή του καπνίσματος με στόχο να βελτιωθούν οι παρεμβάσεις για την απεξάρτηση από τη νικοτίνη και να αυξηθούν τα ποσοστά διακοπής του. Στις τελευταίες κατευθυντήριες οδηγίες η φαρμακευτική θεραπεία είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της απεξάρτησης από τον καπνό. Η θεραπεία υποκατάστασης νικοτίνης και η υδροχλωρική βουπροπιόνη, σε συνδυασμό με παρεμβάσεις συμπεριφοράς, συστήνονται ως θεραπείες πρώτης γραμμής. Πνεύμων 2005, 18(3):245-262.
     
  • Ο πνευμονιόκοκκος αποτελεί αιτία σοβαρών λοιμώξεων, κυρίως στην κοινότητα, αλλά και σοβαρή αιτία θανάτου. Η θεραπευτική αγωγή των πνευμονιοκοκκικών λοιμώξεων αντιμετωπίζει σήμερα σημαντικές δυσκολίες, δεδομένης της αντοχής του μικροβίου στα αντιβιοτικά, κυρίως στα β-λακταμικά και στις μακρολίδες, αλλά και της πολυαντοχής του, δηλαδή της αντοχής σε αρκετές άλλες επιπλέον ομάδες αντιβιοτικών. Το Μικροβιολογικό Εργαστήριο πρέπει να είναι σε θέση να διαγιγνώσκει την αντοχή του πνευμονιοκόκκου, εφαρμόζοντας τις σύγχρονες κατευθυντήριες οδηγίες, οι δε κλινικοί ιατροί, να αναφέρονται στο εργαστήριο, ώστε να εξασφαλίζεται η επιτυχία του θεραπευτικού σχήματος. Μεταξύ των χωρών καταγράφονται σημαντικές αποκλίσεις στα επίπεδα αντοχής. Για την πενικιλλίνη, τα υψηλότερα ποσοστά αφορούν τις χώρες της ΝΔ και ΒΑ Ευρώπης, καθώς και της Ν. Αφρικής. Για την ερυθρομυκίνη, η ανάπτυξη αντοχής παρουσιάζει ακόμα υψηλότερες τάσεις, με ακραία τα δεδομένα στις χώρες της ΒΑ Ασίας. Η ανάπτυξη πολυαντοχής, βρίσκεται σε συνάρτηση με την αντοχή στην πενικιλλίνη, αλλά και στην ερυθρομυκίνη και περιορίζει ακόμη περισσότερο τα θεραπευτικά περιθώρια. Όλες οι χώρες πρέπει να παρακολουθούν τις συγκεκριμένες εξελίξεις, τόσο σε διεθνές, όσο και σε εθνικό επίπεδο, ώστε να διαμορφώνουν ανάλογα τα εμπειρικά τους σχήματα. Πνεύμων 2005, 18(3):263-274.
     
  • πνεύμων, αναπνοή, οξυγόνο
    Παρουσιάζονται οι γνώσεις, που περιέχονται στα ελληνικά κείμενα του 18ου και αρχές 19ου αι., σχετικά με την ανατομία και τη λειτουργία της αναπνοής. Διαπιστώνεται οτι οι καινούργιες γνώσεις για τη σημασία του οξυγόνου στη λειτουργία της αναπνοής πολύ γρήγορα μεταφέρονται στον ελληνικό χώρο με τα μεταφρασμένα στην ελληνική ιατρικά κείμενα. Πνεύμων 2005, 18(3):275-278.
     
  • Ο καρκίνος του πνεύμονα συγκαταλέγεται ανάμεσα στις συχνότερες αλλά και κακοηθέστερες νεοπλασίες. Κατέχοντας, μεταξύ όλων των μορφών του καρκίνου, την πρώτη θέση σε θνητότητα, ευθύνεται σε παγκόσμιο επίπεδο για περισσότερους από 1.000.000 θανάτους το χρόνο. Πέραν τούτου, τη νόσο χαρακτηρίζει μια σειρά από βιολογικές και κλινικές ιδιαιτερότητες, οι οποίες τη φέρνουν στο επίκεντρο του ερευνητικού ενδιαφέροντος. Ανάμεσα σ’ αυτές, σημειώνεται η πολύ μικρή, συγκριτικά με άλλους καρκίνους, αποτελεσματικότητα των ανοσοθεραπευτικών προσεγγίσεων, που έχουν επιχειρηθεί μέχρι στιγμής.
     
  • Λ. Τίνα, Ι. Φλώρος
    Η χορήγηση μεταγγίσεων αποτελεί συνήθη πρακτική στη ΜΕΘ. Μεγάλο ποσοστό των ασθενών που νοσηλεύονται στη ΜΕΘ εμφανίζει αναιμία από την τρίτη ημέρα της νοσηλείας τους, που μπορεί να οφείλεται στις καθημερινές φλεβοκεντήσεις αλλά και στη βαριά κλινική τους κατάσταση. Συντηρητική αντιμετώπιση της αναιμίας αυτής με χορήγηση μεταγγίσεων σε τιμές αιμοσφαιρίνης μικρότερες από 7gr/dl είναι καλώς ανεκτή. Πιθανή εξαίρεση αποτελούν ασθενείς με καρδιολογικό νόσημα, οι οποίοι φαίνεται να χρειάζονται υψηλότερες τιμές αιμοσφαιρίνης (>10gr/dl). O χρόνος αποθήκευσης των χορηγούμενων ερυθρών αιμοσφαιρίων φαίνεται να επηρεάζει το προσδόκιμο και την ιστική οξυγόνωση των ασθενών της ΜΕΘ, κυρίως των σηπτικών. Δεν έχει αποσαφηνισθεί εαν οι μεταγγίσεις βοηθούν στον απογαλακτισμό από τον αναπνευστήρα, παρά τα θετικά αποτελέσματα που παρατηρήθησαν σε ασθενείς με ΧΑΠ. Η χορήγηση ερυθροποιητίνης βοηθά στη διατήρηση ικανοποιητικών επιπέδων αιμοσφαιρίνης και περιορίζει τον συνολικό αριθμό των μεταγγίσεων στους ασθενείς της ΜΕΘ. Πνεύμων 2005, 18(3):298-304.
     
  • Η παρουσία οξειδωτικού stress, ως αποτέλεσμα αυξημένης παραγωγής ελευθέρων ριζών οξυγόνου, έχει αναφερθεί σε αρκετά νοσήματα του αναπνευστικού συστήματος συμπεριλαμβανομένου του βρογχικού άσθματος και της πνευμονίας. Σκοπός της μελέτης ήταν να προσδιορισθεί η ολική αντιοξειδωτική κατάσταση (TAS) στον ορό ασθενών με σοβαρή παρόξυνση άσθματος ή εξωνοσοκομειακή πνευμονία και να διερευνηθεί τυχόν συσχέτιση με παράγοντες που σχετίζονται με τη βαρύτητα της νόσου. Μελετήθηκαν 20 ασθενείς (10Α-10Γ, ηλικίας 42±20 ετών) με σοβαρή παρόξυνση άσθματος και 30 ασθενείς (22Α-8Γ, ηλικίας 48±21 ετών) με εξωνοσοκομειακή πνευμονία. Στη μελέτη συμπεριλήφθηκαν επίσης και 10 υγιείς μάρτυρες ηλικίας 44±16 ετών. Κατά την 1η και 7η ημέρα νοσηλείας γινόταν λήψη αίματος για προσδιορισμό της ολικής αντιοξειδωτικής κατάστασης στον ορό με χρωματομετρική μέθοδο στα 600 nm. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα καταγράφονταν κλινικοεργαστηριακά κριτήρια βαρύτητας και για τις δύο ομάδες ασθενών. Και στα δύο νοσήματα το TAS κατά την 1η μέτρηση ήταν στατιστικά σημαντικά μειωμένο ως προς τους μάρτυρες (0,98±0,08 έναντι 1,19±0,09 mmol/L, p<0,001 και 0,84±0,13 έναντι 1,19±0,09 mmol/L, p<0,001, αντιστοίχως). Ανάλογα ήταν τα ευρήματα και για τη σύγκριση του TAS μεταξύ 1ης και 2ης μέτρησης (0,98±0,08 έναντι 1,12±0,17 mmol/L, p<0,001 για το άσθμα και 0,84±0,13 έναντι 1,00±0,17 mmol/L, p<0,001, για την πνευμονία). Στους ασθενείς με άσθμα, η μεταβολή του TAS σχετίζεται με τη μεταβολή της FEV1 (r=0,58, p=0,007). Η μεταβολή του TAS σχετίζεται με τους προδιαθεσικούς παράγοντες για πνευμονία (p<0,001), με την παρουσία επιπλοκών (p=0,005) και με τα Gram(-) μικρόβια ως αιτιολογικό παράγοντα (p=0,008). Επίσης βρέθηκε συσχέτιση του TAS με τον αριθμό των λευκών αιμοσφαιρίων στο αίμα (r=0,39, p=0,03) και ειδικότερα των πολυμορφοπυρήνων (r=0,36, p=0,05).Η σύγκριση του TAS μεταξύ των δύο νοσημάτων έδειξε τέλος, μειωμένες τιμές στην πνευμονία σε σχέση με το άσθμα, και για τις δύο μετρήσεις (0,84±0,13 έναντι 0,98±0,08 mmol/L, p<0,001 και 1,00±0,17 έναντι 1,12±0,17 mmol/L, p<0,001, αντιστοίχως). Συμπεραίνεται οτι η ολική αντιοξειδωτική κατάσταση στον ορό του αίματος ασθενών με σοβαρή παρόξυνση άσθματος ή εξωνοσοκομειακή πνευμονία είναι μειωμένη κατά την εκδήλωση της νόσου. Στην πορεία παρατηρείται αύξηση, παράλληλα με τη βελτίωση των κλινικοεργαστηριακών ευρημάτων, η οποία όμως προσεγγίζει τα φυσιολογικά επίπεδα περισσότερο στο άσθμα παρά στην πνευμονία. Τόσο στο άσθμα όσο και στην πνευμονία, η μεταβολή στην ολική αντιοξειδωτική κατάσταση στον ορό του αίματος σχετίζεται με παραμέτρους που καθορίζουν τη βαρύτητα της νόσου. Πνεύμων 2005, 18(3):305-314.
     
  • Το πρωτοπαθές αγγειοσάρκωμα του πνεύμονος είναι ένα εξαιρετικά σπάνιο νεόπλασμα που διαγιγνώσκεται δύσκολα. Παρουσιάζουμε την περίπτωση άρρενος ασθενούς 33 ετών που προσήλθε με δύσπνοια, μη παραγωγικό βήχα και οπισθοστερνικό άλγος. Τα κλινικά, εργαστηριακά και ακτινογραφικά ευρήματα κατά τη νοσηλεία του ασθενούς ήταν μη διαγνωστικά, γεγονός που οδήγησε στη διενέργεια ανοικτής βιοψίας πνεύμονος. Η ιστολογική εξέταση και ανοσοϊστοχημική ανίχνευση έθεσε τη διάγνωση του πρωτοπαθούς αγγειοσαρκώματος πνεύμονος. Η σταδιοποίηση του ασθενούς ήταν αρνητική για δευτεροπαθείς μεταστάσεις. Ο ασθενής έλαβε χημειοθεραπεία αλλά ένα χρόνο αργότερα παρουσίασε εγκεφαλικές μεταστάσεις και κατέληξε 14 μήνες μετά τη διάγνωση. Πνεύμων 2005, 18(3):325-328.
     
Βρέθηκαν 7 αποτελέσματα. Σελίδα 1 από 1
© 2011 PNEUMON Magazine, Hellenic Bronchologic Society.
Developed by LogicONE Logo LogicONE