Please wait. Loading...
 
Αποστολή σε φίλο
 
Εργασία και κάπνισμα
Οι επιπτώσεις του καπνίσματος είναι διττές: επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία και επιπτώσεις οικονομικές. Ο έλεγχος της καπνιστικής συνήθειας των εργαζομένων είναι ένα κρίσιμο ζήτημα προαγωγής υγείας στους εργασιακούς χώρους, που αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω της αλληλεπίδρασης του καπνού του τσιγάρου με την επαγγελματική έκθεση σε χημικές ουσίες, με αποτέλεσμα την πρόκληση καρκίνου του πνεύμονα και Χρόνιας Αποφρακτικής Πνευμονοπάθειας. Η καπνιστική συνήθεια των εργαζομένων έχει ισχυρούς κοινωνικούς προσδιορισμούς. Οι χειρώνακτες εργαζόμενοι παρουσιάζουν μεγαλύτερο επιπολασμό και ένταση της καπνιστικής συνήθειας σε σχέση με τους υπαλλήλους γραφείου. Το ίδιο ισχύει για το παθητικό κάπνισμα. Ως προς τον έλεγχο της καπνιστικής συνήθειας η εφαρμογή περιοριστικών πολιτικών για το κάπνισμα στον εργασιακό χώρο έχει καταγράψει θετικά αποτελέσματα. Η αντικαπνιστική πολιτική στο χώρο εργασίας μπορεί να είναι αποτελεσματική, μόνο όταν είναι ενταγμένη σε ένα ευρύτερο πλαίσιο εκτίμησης και πρόληψης του επαγγελματικού κινδύνου. Πνεύμων 2005, 18(1):46-52.

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο καπνός του τσιγάρου αποτελεί μια σημαντική αιτία νοσηρότητας και θνητότητας στο σύγχρονο κόσμο. Εκτιμάται οτι η θνητότητα λόγω του καπνού σιγαρέτων είναι πολύ πιθανό να ανέλθει από 4 εκατομμύρια θανάτους ανα έτος το 1998 σε 10 εκατομμύρια ανα έτος το 2030. Oι καρδιαγγειακές νόσοι είναι η συνηθέστερη σχετιζόμενη με το κάπνισμα, αιτία θανάτου. Σε πληθυσμούς που αποτελούνται από καπνιστές για αρκετές δεκαετίες, περίπου το 90% των καρκίνων του πνεύμονα, το 15% των άλλων τύπου καρκίνου, το 75% της Χρόνιας Αποφρακτικής Πνευμονοπάθειας (χρόνιας βρογχίτιδας και εμφυσήματος) καθώς και το 25% των θανάτων από καρδιαγγειακές νόσους, στην ηλικία 35-69 έτη, αποδίδονται στον καπνό του τσιγάρου.1 O σχετιζόμενος με τον καπνό του τσιγάρου καρκίνος ευθύνεται για το 16% της ετήσιας επίπτωσης του καρκίνου και το 30% των θανάτων από καρκίνο στις αναπτυγμένες χώρες.2 H αποχή από το κάπνισμα αντίθετα όχι μόνο αυξάνει το προσδόκιμο επιβίωσης, αλλά συμπιέζει και τη διάρκεια της νοσηρότητας.3 Άλλες έρευνες υποστηρίζουν οτι οι καπνιστές παρουσιάζουν χειρότερη ποιότητα ζωής σχετιζόμενης με την υγεία (health related quality of life) συγκριτικά με τους μη καπνιστές και τους πρώην καπνιστές.4 Η πρώτη μελέτη που τεκμηρίωσε τη βλαπτικότητα του καπνίσματος στην ανθρώπινη υγεία ήταν αυτή των Doll και Ηill στη Μεγάλη Βρετανία, με υλικό τους ιατρούς. Η μελέτη έδειξε ισχυρή συσχέτιση ανάμεσα στο κάπνισμα και την ανάπτυξη καρκίνου του πνεύμονα.5 Στο πλαίσιο αυτής της βραχείας ανασκόπησης θα αναφερθούμε στις επιπτώσεις του καπνίσματος στον εργασιακό χώρο, στην αλληλεπίδραση του καπνού του τσιγάρου με βλαπτικές ενώσεις του εργασιακού περιβάλλοντος, στα επιδημιολογικά χαρακτηριστικά της καπνιστικής συνήθειας σε σχέση με το επάγγελμα και τέλος στις αντικαπνιστικές πρωτοβουλίες που αναπτύσσονται στους εργασιακούς χώρους.


Η ΚΡΙΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΣΧΕΣΗΣ ΚΑΠΝΙΣΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΑΣ


To ζήτημα της καπνιστικής συνήθειας των εργαζομένων είναι κρίσιμο, δεδομένου οτι το κάπνισμα προκαλεί δυσμενείς επιπτώσεις τόσο στο επίπεδο της υγείας των εργαζομένων, όσο και στο οικονομικό επίπεδο. Επιγραμματικά αναφέρουμε οτι το κάπνισμα αυξάνει την απουσία από την εργασία και μειώνει την παραγωγικότητα της ενώ, αντίθετα, η διακοπή του καπνίσματος επιφέρει μείωση των απουσιών από την εργασία και αύξηση της παραγωγικότητας.6 Oι σημαντικότερες όμως επιπτώσεις του καπνίσματος αφορούν στην υγεία των εργαζομένων. Αξίζει να αναφερθεί οτι, παρά το γεγονός οτι η μελέτη των Doll και Hill δεν είχε ως σκοπό τη μελέτη της σχέσης καπνίσματος και επαγγέλματος, τα αποτελέσματα της μελέτης αυτής, πέρα από το οτι έδειξαν για πρώτη φορά τη βλαπτική επίδραση του καπνίσματος στην υγεία, παράλληλα αποτέλεσαν σημείο αναφοράς σε σχέση με τα κοινωνικά χαρακτηριστικά της καπνιστικής συνήθειας. Στην αρχή της μελέτης μόλις το 17% των ιατρών ήταν μη καπνιστές εφ'όρου ζωής. Από τότε παρατηρήθηκε μια στροφή στο κοινωνικό πρανές της καπνιστικής συνήθειας, η οποία συγκεντρώθηκε πλέον με μεγαλύτερο επιπολασμό στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα.7


Παρά το γεγονός οτι το κάπνισμα επιδρά προστατευτικά σε σχέση με την ανάπτυξη ορισμένων επαγγελματικών παθήσεων όπως η εξωγενής αλλεργική κυψελιδίτις8 και η πνευμονοκονίωση (με αμφισβητήσεις),9 είναι γενικά παραδεκτό οτι το κάπνισμα συσχετίζεται με την επαγγελματική νοσηρότητα, αλληλεπιδρώντας με φυσικούς και χημικούς παράγοντες του εργασιακού χώρου. Υποστηρίζεται για παράδειγμα οτι το κάπνισμα δρά συνεργικά με τον θόρυβο στην ανάπτυξη επαγγελματικής βαρηκοίας.10 Ο καπνός του τσιγάρου αλληλεπιδρά με γνωστές καρκινογόνες ουσίες του εργασιακού περιβάλλοντος, αυξάνοντας πολλαπλασιαστικά τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου. Ο συνδυασμός έκθεσης σε καπνό τσιγάρου και επαγγελματικής έκθεσης σε ίνες αμιάντου, αυξάνει τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του πνεύμονα. Το ίδιο έχει υποστηριχθεί και για την αλληλεπίδραση του καπνού του τσιγάρου με το ραδόνιο.11


Eπιπρόσθετα έχει αναφερθεί αλληλεπίδραση του καπνού του τσιγάρου με το αρσενικό12 στην πρόκληση καρκίνου των πνευμόνων, ενω υπο συζήτηση είναι η αλληλεπίδραση του καπνού του τσιγάρου με το κάδμιο στην πρόκληση πνευμονοπαθειών.13 Σημαντικός είναι και ο ρόλος της αλληλεπίδρασης του καπνού σιγαρέττων με τοξικές ουσίες του επαγγελματικού περιβάλλοντος, στην πρόκληση Χρόνιας Αποφρακτικής Πνευνονοπάθειας (ΧΑΠ). Το κάπνισμα, το οποίο όπως θα αναφέρουμε αναλυτικότερα παρακάτω, είναι στενά συνδεδεμένο με το επάγγελμα, είναι το σημαντικότερο αίτιο ΧΑΠ. Για τον λόγο αυτό εκτιμάται οτι το κάπνισμα λειτουργεί ως συγχυτικός παράγοντας (confounding factor) στη σχέση ανάμεσα στην επαγγελματική έκθεση σε τοξικές ουσίες και στην πρόκληση ΧΑΠ.14 Υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις οτι η επίπτωση και η σοβαρότητα της απόφραξης των αεραγωγών στους ανθρακωρύχους, αυξάνουν λόγω και του καπνίσματος, αλλά και της επαγγελματικής έκθεσης σε σκόνη άνθρακα. Πιο συγκεκριμένα, όταν οι δυο προαναφερόμενοι βλαπτικοί παράγοντες δρουν σε συνδυασμό, το βιολογικό αποτέλεσμα που εκφράζεται με την πτώση της FEV1 είναι συμβατό με μια συνεργικού τύπου αλληλεπίδραση των δυο προαναφερόμενων χημικών βλαπτικών παραγόντων.15


EΠΙΔΗΜΙΟΛΟΓΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΚΑΠΝΙΣΤΙΚΗΣ ΣΥΝΗΘΕΙΑΣ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Η διερεύνηση της συσχέτισης της συχνότητας του καπνίσματος με τη θέση του εργαζόμενου στην παραγωγική διαδικασία αποτελεί πεδίο έντονης ερευνητικής προσπάθειας στη διεθνή βιβλιογραφία με στόχο το σχεδιασμό των κατάλληλων πολιτικών πρόληψης.16 Oρισμένoι ερευνητές υποστηρίζουν την άποψη οτι η οργάνωση της εργασίας, αντί να συντείνει στη μείωση του καπνίσματος, αντίθετα ενισχύει την επέκταση της καπνιστικής συνήθειας στους εργαζόμενους,17 ενώ έχει εκφραστεί και η αντίθετη άποψη.18 Παρά το γεγονός οτι οι βλαπτικές επιπτώσεις του καπνίσματος στην υγεία αφορούν σε όλες τις κατηγορίες εργαζομένων, δίχως εξαίρεση,19 η κατανομή της καπνιστικής συνήθειας και των επιπτώσεών της στην υγεία των εργαζομένων δεν είναι ομοιόμορφη. Προκαταρκτικά αναφέρεται οτι το επάγγελμα είναι ένας σημαντικός προσδιοριστής του επιπολασμού της καπνιστικής συνήθειας. Το επάγγελμα συνδέεται ανεξάρτητα με τον επιπολασμό της καπνιστικής συνήθειας και μάλιστα με παραπλήσιο λόγο πιθανοτήτων (odds ratio) με αυτό άλλων μεταβλητών όπως το φύλο, η ηλικία, η εκπαίδευση και η εθνικότητα.20 Οι χειρώνακτες εργαζόμενοι (blue- collar) εμφανίζουν υψηλότερο επιπολασμό καπνιστικής συνήθειας σε σχέση με τους υπαλλήλους γραφείου.21,22 Είναι χαρακτηριστικά τα ευρήματα μιας έρευνας από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής (ΗΠΑ), όπου η υψηλότερη συχνότητα της καπνιστικής συνήθειας απαντάται σε χειρωνακτικά επαγγέλματα όπως οι χειριστές γερανών, ενω αντίθετα οι ιατροί και οι κληρικοί κατέγραψαν χαμηλότερο επιπολασμό καπνιστικής συνήθειας.23 Οι χειρώνακτες εργαζόμενοι είναι βαρύτεροι καπνιστές σε σχέση με τους υπάλληλους γραφείου.24 Επίσης οι χειρώνακτες εργαζόμενοι καπνιστές είναι λιγότερο πιθανό, σε σχέση με τους συναδέλφους τους υπαλλήλους γραφείου, να εγκαταλείψουν το κάπνισμα και να μετατραπούν έτσι σε πρώην καπνιστές.25 Όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά της καπνιστικής συνήθειας σε σχέση με το επάγγελμα, θα μπορούσαν να ερμηνεύσουν -εν μέρει- την αυξημένη επίπτωση καρκίνου του πνεύμονα στους χειρώνακτες εργαζόμενους.26 Μια τέτοια ερμηνεία είναι αποσπασματική, διότι υπάρχει και το ζήτημα της επαγγελματικής έκθεσης σε χημικές ουσίες του εργασιακού περιβάλλοντος, ενώ οι εργαζόμενοι με έκθεση σε χημικούς παράγοντες είναι πιο πιθανό να είναι καπνιστές, συγκριτικά με τους μη εκτιθέμενους σε χημικές ουσίες.27 Tα ευρήματα αυτά που προέρχονται κυρίως από έρευνες στις Η.Π.Α. επιβεβαιώνονται και από μια πρόσφατη Ευρωπαϊκή μελέτη.20 Ποιά όμως είναι τα αίτια αυτού του χάσματος μεταξύ χειρωνακτών και υπαλλήλων γραφείου; Παρά το γεγονός οτι μια ολοκληρωμένη απάντηση είναι δύσκολο να δοθεί, έχουν προταθεί ορισμένες ερμηνευτικές κατευθύνσεις. Η διαφορά στην εκπαιδευτική στάθμη παρέχει μια πρώτη πιθανή ερμηνευτική κατευθυνση. Το επάγγελμα και η εκπαιδευτική στάθμη συνήθως συσχετίζονται. Εργαζόμενοι με υψηλή εκπαιδευτική στάθμη, είναι πιθανότερο να ανήκουν σε μη χειρωνακτικά επαγγέλματα και έτσι έχουν καλύτερη γνώση για τις βλαπτικές συνέπειες του καπνίσματος στην υγεία συγκριτικά με τους εργαζόμενους με χαμηλότερη εκπαιδευτική στάθμη, που ανήκουν πιθανότερα σε χειρωνακτικά επαγγέλματα.28 Ο παράγοντας της εκπαίδευσης ίσως σχετίζεται σε ένα βαθμό και με τη μεγαλύτερη συμμετοχή των υπαλλήλων γραφείου σε αντικαπνιστικά προγράμματα και προγράμματα προαγωγής υγείας στο χώρο εργασίας έναντι των χειρωνακτών. Οι χειρώνακτες αντίθετα εμφανίζουν μειωμένη πρόσβαση και συμμετοχή σε τέτοιου τύπου προγράμματα.29 Οι χειρώνακτες εργαζόμενοι επίσης παρουσιάζουν έναρξη του καπνίσματος σε νεαρές ηλικίες και αυτό το γεγονός δυσχεραίνει τη διακοπή του καπνίσματος.30 Τα παραπάνω περιγραφέντα χαρακτηριστικά της καπνιστικής συνήθειας έχουν καταστήσει τους χειρώνακτες εργάτες, επιλεγμένο στόχο των διαφημιστικών πολιτικών των καπνοβιομηχανιών, μαζί με άλλα τμήματα του πληθυσμού όπως οι γυναίκες και οι κοινωνικές μειονότητες.31

AΝΕΡΓΙΑ ΚΑΙ ΚΑΠΝΙΣΤΙΚΗ ΣΥΝΗΘΕΙΑ

Η ανεργία είναι ένα σημαντικό και διαρκές πρόβλημα του κοινωνικού περιβάλλοντος. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την τεκμηριωμένη συσχέτιση της καπνιστικής συνήθειας με το επάγγελμα, οδήγησαν πολλούς μελετητές στη διερεύνηση της σχέσης του καπνίσματος με την ανεργία, προκειμένου να ενσωματωθούν τα συμπεράσματα τέτιου είδους ερευνών σε αντικαπνιστικές πολιτικές. Μια Βρετανική προοπτική μελέτη, στη δεκαετία του '80, δεν έδειξε στατιστικά σημαντική συσχέτιση ανάμεσα στην ανεργία και την αύξηση της καπνιστικής συνήθειας,32 ενώ μελέτες από τη Δανία έδειξαν αντικρουόμενα αποτελέσματα. Η πρώτη έδειξε αυξημένη αναλογία καπνιστών μεταξύ των ανέργων, των ανειδίκευτων εργατών και των πρώϊμα συνταξιούχων.33 Αντίθετα δυο συγχρονικές μελέτες δεν έδειξαν συσχέτιση του καπνίσματος με την ανεργία, ενώ έδειξαν συσχέτιση της επαγγελματικής κατηγορίας των ανειδίκευτων εργατών με το κάπνισμα και την ανεργία.34


EΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟ ΚΑΠΝΙΣΜΑ

Η έκθεση στον περιβαλλοντικό καπνό τσιγάρου (παθητικό κάπνισμα) έχει συνδεθεί με αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία. Το παθητικό κάπνισμα περιλαμβάνει έκθεση σε βλαπτικές ουσίες που έχουν ταξινομηθεί ως γνωστά καρκινογόνα για τον άνθρωπο (κατηγορία Α) από τη Διεθνή Υπηρεσία για την έρευνα του καρκίνου (IARC).35 Το παθητικό κάπνισμα συνδέεται αιτιολογικά με ανάπτυξη καρκίνου του πνεύμονα36,37 καθώς και με ανάπτυξη στεφανιαίας νόσου,38 ενώ ορισμένα επιστημονικά δεδομένα υποδεικνύουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης άσθματος και μείωσης της αναπνευστικής λειτουργίας. Έρευνες υποστηρίζουν συσχέτιση του παθητικού καπνίσματος με ανάπτυξη νεοπλασιών εκτός αναπνευστικού συστήματος καθώς και με τη γέννηση λιποβαρών νεογνών.39Τα επιδημιολογικά χαρακτηριστικά του παθητικού καπνίσματος δείχνουν και πάλι μια αντίστροφη συσχέτιση του με την κοινωνικο-οικονομική κατάσταση. Συγκεκριμένα, υποδεέστερες κοινωνικές ομάδες εμφανίζουν υψηλότερα επίπεδα έκθεσης σε παθητικό κάπνισμα.40 Oι χειρώνακτες εργαζόμενοι, σε σχέση με τους υπαλλήλους γραφείου, χαρακτηρίζονται από μεγαλύτερο επιπολασμό έκθεσης σε παθητικό κάπνισμα.41 H καπνοβιομηχανία με μοχλό τα "δικαιώματα των καπνιστών" χρησιμοποιεί το παθητικό κάπνισμα ως Δούρειο Ίππο, εναντίον των αντικαπνιστικών εκστρατειών και πρωτοβουλιών.42 Προκειμένου λοιπόν να προστατευτούν οι μη καπνιστές, άρχισε η θέσπιση περιορισμών και απαγορεύσεων για το κάπνισμα στους χώρους εργασίας. Παρά το γεγονός οτι αυτός ήταν ο αρχικός στόχος αυτών των ρυθμίσεων, από την εφαρμογή τους προέκυψε οτι, πέρα από την προστασία των μη καπνιστών, οι περιοριστικές πολιτικές οδήγησαν σε μείωση, τόσο της συχνότητας του καπνίσματος, όσο και της ημερήσιας κατανάλωσης σιγαρέττων.43 Έχει υπολογιστεί οτι η πλήρης απαγόρευση του καπνίσματος στον χώρο εργασίας (100% smoke free policy) προκαλεί μείωση του επιπολασμού του καπνίσματος κατά 5,7% και μείωση της ημερήσιας κατανάλωσης σιγαρέττων στους καπνιστές κατά 14%. Η συνύπαρξη της απαγόρευσης του καπνίσματος στον κυρίως χώρο εργασίας, με κοινόχρηστους χώρους όπου επιτρέπεται το κάπνισμα, μειώνει την αποτελεσματικότητα σχετικά με τη μείωση του επιπολασμού και της έντασης της καπνιστικής συνήθειας, κατά το ήμισυ περίπου.44 Πρέπει να αναφερθεί οτι οι παραπάνω κατευθύνσεις προέρχονται κυρίως από τις ΗΠΑ και η εφαρμογή περιοριστικών αντικαπνιστικών πολιτικών πρέπει να γίνεται με συνεκτίμηση των ιδιαιτεροτήτων κάθε χώρας.


ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η καπνιστική συνήθεια των εργαζομένων χαρακτηρίζεται από ισχυρούς κοινωνικούς προσδιοριστές, εμφανίζοντας αντίστροφη συσχέτιση με την κοινωνικο-οικονομική κατάσταση. Σε σχέση με τους υπαλλήλους γραφείου, οι χειρώνακτες εργαζόμενοι παρουσιάζουν υψηλότερο επιπολασμό και ένταση της καπνιστικής συνήθειας, πρωιμότερη έναρξη του καπνίσματος και χαμηλούς δείκτες διακοπής του. Η καπνιστική συνήθεια των χειρωνακτών εργατών συνδυάζεται με υψηλότερο βαθμό έκθεσης σε τοξικές ουσίες σε σχέση με τους υπαλλήλους γραφείου. Τα αποτελέσματα των μελετών από χώρες του εξωτερικού δεν ισχύουν κατ'ανάγκη σε χώρες όπως η Ελλάδα, σύμφωνα με προκαταρκτικά αποτελέσματα από μελέτη σε δείγμα βιομηχανικών εργατών, τα οποία υποδεικνύουν οτι η συχνότητα του καπνίσματος δεν διαφέρει σημαντικά μεταξύ χειρωνακτών και υπαλλήλων γραφείου.45


Στους χειρώνακτες καταγράφεται χαμηλή συμμετοχή σε αντικαπνιστικά προγράμματα και πρωτοβουλίες αγωγής υγείας, σε σύγκριση με τους υπαλλήλους γραφείου. Αυτό το δεδομένο πρέπει να συσχετισθεί με τη σημαντική έπαγγελματική έκθεση των χειρωνακτών σε τοξικούς παράγοντες. Η αποσπασματική αντιμετώπιση της καπνιστικής συνήθειας των χειρωνακτών εργαζομένων δεν είναι ιδιαίτερα αποδοτική. Ήδη από τη δεκαετία του '70, ως αντίδραση στη μονομερή προσέγγιση της καπνιστικής συνήθειας, διατυπώθηκε η άποψη οτι το βάρος που έχει δοθεί στην καπνιστική συνήθεια των εργαζομένων, συμβάλλει στον αποπροσανατολισμό και τη μείωση της προσοχής από τις επιπτώσεις στην υγεία της περιβαλλοντικών και επαγγελματικών έκθεσεων.46 Αντίθετα έχει αποδειχθεί οτι όταν η αντικαπνιστική πολιτική συνδέεται με μια γενικότερη προσπάθεια ελέγχου της επαγγελματικής έκθεσης σε βλαπτικούς παράγοντες του εργασιακού περιβάλλοντος, τότε αυξάνεται η συμμετοχή των εργαζομένων (χειρωνακτών και υπαλλήλων γραφείου) σε αντικαπνιστικά, αλλά και γενικότερα σε προγράμματα προαγωγής υγείας. Η γνώση των εργαζομένων οτι ο εργοδότης λαμβάνει μέτρα ελέγχου των επαγγελματικών εκθέσεων (σε φυσικούς, χημικούς παράγοντες αλλά και παράγοντες που σχετίζονται με την οργάνωση εργασίας και εργονομικές παραμέτρους, τους εγκάρσιους κινδύνους) επιδρά θετικά στην τροποποίηση παραμέτρων του τρόπου ζωής τους.29 Μια αποτελεσματική αντικαπνιστική πολιτική είναι αναπόφευκτα οργανικά συνδεδεμένη με ένα ευρύτερο σχέδιο ελέγχου της βλαπτικότητας του εργασιακού περιβάλλοντος.


REFERENCES

1. World Health Organization. Combating the tobacco epidemic. The World Health Report 1999. Geneva 1999.
2. Parkin D, Pisani P, Lopez A, Masuyer E. At least one in seven cases of cancer is caused by smoking. Global estimates for 1985.International Journal of cancer 1994; 59:494-504.
3. Βronum-Hansen H, Juel K. absention from smoking extends life and compress morbidity: a population based study of health expectancy among smokers and never smokers in Danemark. Tobacco Control 2001; 10:273- 278 (Autumn).
4. Lyons R, Lo S, Littlepage N. Perception of health amongst ever- smokers and never- smokers: a comparison using the SF- 36 Health Survey Questionnaire. Tobacco Control 1994; 3:213-215.
5. Doll R, Hill B. The mortality of doctors in relation to their smoking habits: a preliminary report. BMJ 1954:1451-5.
6. Ηalpern M, Shikiar R, Rentz A, Khan Z. Impact of smoking status on workplace absenteeism and productivity. Tobacco Control 2001; 10:233-238 (Autumn).
7. Stampfer M. New insights from the British doctors study. BMJ 2004; 328:1507.
8. Leading article. Smoking, occupation and allergic lung disease. Lancet 1985; 1:965.
9. Μorgan W, Seaton A. Occupational lung diseases. 2nd edition. Philadelfia, WB Saunders, 1983.
10. Cocchiarella LA, Sharp DS, Persky VW. Hearing threshold shifts, white-cell count and smoking status in working men. Occup Med (Lond). 1995; 45:179-85.
11. Τhun M. Mixed progress against lung cancer. Tobacco Control 1998; 7:223-226.
12. Ηertz-Piccioto I, Smith A, Holtzman D, Lipsett M, Alexeeff G. Synergism between occupational arsenic exposure and smoking in the induction of lung cancer. Epidemiology 1992; 3:23-31.
13. Grasseschi R, Ramaswamg R, Levine D, Klaassen C, Wesselius L. Cadmium accumulation and detoxification by alveolar macrophages of cigarette smokers. Chest 2003; 124:1924-8.
14. Ζοck J, Sunyer J, Kogevinas M, Kromhout H, Burney P, Anto J, and the ECHRS Study Group. Occupation, Chronic Bronchitis, and Lung Function in Young Adults. Am J Respir Crit Care Med 2001; 163:1572-1577.
15. Νewman-Taylor A. Coggon D. Industrial injuries benefits for coal miners with obstructive lung disease. Thorax 1999; 54:282.
16. CDC. Tobacco Information and Prevention Source (TIPS). HP 2010 Public Testimony- OLTCN. Στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.cdc.gov/tobacco/hp2010/testimony-oltcn2.htm. 31/1/2004.
17. Schilling R, Gilchrist L, Schinke S. Smoking in the workplace: review of critical issues. Public Health Rep 1985; 100:473-479.
18. Βrisson C, Laroeque B, Moisan J, Vezina M, Dagenais G. Psychosocial factors at work, smoking, sedentary behzvior, and body mass index: a prevalence study among 6995 white collar workers. Journal Occup Envir Med 2000; 42:40-46.
19. Rothembacher D, Brenner H, Arndt V, Fraisse E, Zschenderlein B, Fliender T. Smoking patterns and mortality attributable to smoking in a cohort of 3528 construction workers. Eur Journal Epidemiology 1996; 12:335-340.
20. Mc Curdy S, Sunyer J, Zock J, Anto J, Kogevinas M, European Community Study Group. Smoking and occupation from the European Community Respiratory Health Survey. Occup Environ Med 2003; 60:643- 648.
21. Marcus A, Shopland D, Crane L, Lynn W. Prevalence of cigarette smoking in the United States: estimates from the 1985 current population survey. Journal Natl Cancer Inst 1989; 81:409-414.
22. Borlannd R, Morand M, Mullins R. Prevalence of workplace smoking bans in Victoria. Aust N Z J Public Health 1997; 21:694-698.
23. Nelson D, Emont S, Brackbill R, Cameron L, Peddicord J, Fiore M. Cigarette smoking prevalence by occupation in the United States. A comparison between 1978 to 1980 and 1987 to 1990. J Occup Med 1994; 36:516-525.
24. Gaudette L, Richardson A, Huang S. Which workers smoke? Health Rep 1998; 10:35-45.
25. Laugesen M, Swinburn B. New Zealand's tobacco control program 1985-1988. Tobacco Control 2000; 9:155-162.
26. Van Loon A, Goldbohm R, Van den Brandt P. Lung cancer: is there an association with socioeconomic status in Netherlands? Journal Epidemiol. Community Health 1995; 49:645-669.
27. Sorensen G. Worksite tobacco control programs: the role of occupational health. Resp Physiology 2001; 128:89-102.
28. Hu T, Tsai Y. Cigarette consumptions in rural China: Survey results from 3 provinces. Am J Public Health 2000; 90:1785-1787.
29. Sorensen G, Stoddard A, Ockene J, Hunt M, Yongstrom R. Worker participation in an integrated health promotion health protection program: results from the Well Works project. Health Educ Q 1996; 23:191-203.
30. Giovino G, Pederson L, Trosclair A. The prevalence of Selected Cigarette Smoking behaviors by occupational class in the United state. In CDC: Work, Smoking, and Health. A NIOSH Scientific Workshop. Washington DC 2000, page 26.
31. Davis R. Current trends in cigarette advertising and marketing. N Engl J Med 1987; 316:725-732.
32. Μοrris J, Cook D, Shaper A. Non-employment and changes in smoking, drinking and body weight. BMJ 1992; 304:536-41.
33. Οsler M. Smoking habits in Danmark from 1953 to 1991: a comparative analysis of results from three nationwide health surveys among adult Danes in 1953-1954, 1986-1987 and 1990-1991. Int J Epidemiol 1992; 21:862-871.
34. Osler M. Unemployment and change in smoking behaviour among Danish adults. Tobacco Control 1995; 4:53-56.
35. Hacksaw A. Passive smoking. BMJ 2003; 327:501-502.
36. United States Department of Health and Human Services. The health consequences of involuntary smoking: a report of the surgeon general. Washington DC: US Government Printing Office. 1986.
37. Report of the Scientific Committee on Tobacco and Health. London: Stationery Office, 1998.
38. Taylor A, Johnson D, Kazemi H. Environmental tobacco smoke and cardiovascular disease: a position paper from the council on cardiopulmonary and critical care, American Heart Assocciation. Circulation 1992; 86:1-4.
39. Jaakkola M, Samet J. Workshop on health risks attributable to ETS exposure in the workplace. Enviromental Health Perspectives 1999; 107(Suppl 6).
40. Whitlock G, Mac Mahon S, Vander horn, Davis P, Jackson R, Norton R. Association of environmental tobacco smoke exposure with socioeconomic status in a population of 7725 New Zelanders. Tobacco Control 1998;
7:276-280.
41. Brenner H, Born J, Novak P, Wanek V. Smoking behavior and attitude toward smoking regulations and passive smoking in the workplace. A study among 974 employees¬ in the German metal industry. Prev Medicine 1997; 26:138-143.
42. Chapman S. Recent Advances: Tobacco control. BMJ 1996; 313:97-100.
43. Longo D, Brownson R, Johnson J Hewett J, Kruse R, Novotny T, Logan R. Hospital smoking bans and employee smoking behavior. JAMA 1996; 275:1252-7.
44. Farrelly M, Evans W, Sfekas A. The impact of workplace smoking bans: results from a national survey. Tobacco Control 1999; 8:272-277.
45. Ραχιώτης Γ, Παπαναγιώτου Γ, Καμπόση Κ, Μπεχράκης ΠΚ. Επιπολασμός καπνιστικής συνήθειας σε εργαζομένους πολεμικής βιομηχανίας. Ανακοίνωση στο 12ο Πανελλήνιο Συνέδριο Nοσημάτων Θώρακος. Πνεύμων 2003, συμπληρωματικό τεύχος, σελ 37.
46. Sterling T. Does smoking kill workers or working kill workers? Int J Health Serv 1978; 8:437-452.

© 2011 PNEUMON Magazine, Hellenic Bronchologic Society.
Developed by LogicONE Logo LogicONE