Please wait. Loading...
 
  • Η συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια και το σύνδρομο άπνοιας κατά τον ύπνο αποτελούν δυο νοσολογικές οντότητες με υψηλή επίπτωση στο γενικό πληθυσμό, οι οποίες συχνά συνυπάρχουν στον ίδιο ασθενή. Έχει διαπιστωθεί οτι, στους ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, συχνά παρατηρούνται διαταραχές της αναπνοής κατά τον ύπνο που χαρακτηρίζονται από επεισόδια κεντρικών ή περιφερικών απνοιών ή υποπνοιών, ενώ και οι ασθενείς με σύνδρομο άπνοιας κατά τον ύπνο εμφανίζουν σημαντική επιβάρυνση του καρδιαγγειακού συστήματος. Το παθοφυσιολογικό υπόβαθρο που σχετίζεται με την αλληλεπίδραση των δύο καταστάσεων περιλαμβάνει τόσο μηχανικούς όσο και νευρογενείς μηχανισμούς, με τη συμμετοχή κυρίως του συμπαθητικού νευρικού συστήματος. Η εφαρμογή μη επεμβατικού μηχανικού αερισμού για την αντιμετώπιση του συνδρόμου άπνοιας κατά τον ύπνο φαίνεται οτι έχει ευεργετικές συνέπειες και στη συνυπάρχουσα καρδιακή ανεπάρκεια των ασθενών αυτών, ανοίγοντας νέους ορίζοντες στη θεραπευτική προσέγγιση αυτής της πάθησης. Πνεύμων 2005,18(1):17-25.
     
  • Οι μυκητιασικές λοιμώξεις αποτελούν ένα σοβαρό πρόβλημα για τους ασθενείς της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) ως αποτέλεσμα της έλλειψης μιας κοινά αποδεκτής μεθόδου που να τεκμηριώνει τη διάγνωση, της καθυστερημένης έναρξης αντιμυκητιασικής θεραπείας, του υψηλού κόστους νοσηλείας και της κακής πρόγνωσης που συνδυάζεται με αυξημένη θνητότητα. Η εμπειρική θεραπεία με αντιμυκητιασικά φάρμακα συστήνεται στους ασθενείς της ΜΕΘ στους οποίους έχουν αναγνωρισθεί προδιαθεσικοί παράγοντες για την ανάπτυξη μυκητια-σικών λοιμώξεων και υπάρχει αυξημένη υποψία χωρίς να έχει καλλιεργηθεί μύκητας από κάποιο σημείο του σώματος. Η χορήγηση της εμπειρικής αντιμυκητιασικής θεραπείας στην κλινική πράξη συνοδεύεται από ορισμένα κύρια ερωτήματα: ποιά είναι η κατάλληλη χρονική στιγμή έναρξης, ποιό είδος φαρμάκου, σε ποιά δoσολογία και για πόσο χρονικό διάστημα. Η αποτελεσματικότητα, η τοξικότητα και το ημερήσιο κόστος της αντιμυκητιασικής αγωγής πρέπει να συναξιολογούνται γιατί μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν σαφείς κατευθυντήριες οδηγίες. Στην παρούσα ανασκόπηση επιχειρείται προσέγγιση της εμπειρικής φαρμακευτικής αντιμετώπισης των μυκητιασικών λοιμώξεων στους ασθενείς της ΜΕΘ και των προβλημάτων που προκύπτουν από την εφαρμογή της στην καθ' ημέρα κλινική πράξη. Πνενμων 2005,18(1):34-45.
     
  • Οι επιπτώσεις του καπνίσματος είναι διττές: επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία και επιπτώσεις οικονομικές. Ο έλεγχος της καπνιστικής συνήθειας των εργαζομένων είναι ένα κρίσιμο ζήτημα προαγωγής υγείας στους εργασιακούς χώρους, που αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω της αλληλεπίδρασης του καπνού του τσιγάρου με την επαγγελματική έκθεση σε χημικές ουσίες, με αποτέλεσμα την πρόκληση καρκίνου του πνεύμονα και Χρόνιας Αποφρακτικής Πνευμονοπάθειας. Η καπνιστική συνήθεια των εργαζομένων έχει ισχυρούς κοινωνικούς προσδιορισμούς. Οι χειρώνακτες εργαζόμενοι παρουσιάζουν μεγαλύτερο επιπολασμό και ένταση της καπνιστικής συνήθειας σε σχέση με τους υπαλλήλους γραφείου. Το ίδιο ισχύει για το παθητικό κάπνισμα. Ως προς τον έλεγχο της καπνιστικής συνήθειας η εφαρμογή περιοριστικών πολιτικών για το κάπνισμα στον εργασιακό χώρο έχει καταγράψει θετικά αποτελέσματα. Η αντικαπνιστική πολιτική στο χώρο εργασίας μπορεί να είναι αποτελεσματική, μόνο όταν είναι ενταγμένη σε ένα ευρύτερο πλαίσιο εκτίμησης και πρόληψης του επαγγελματικού κινδύνου. Πνεύμων 2005, 18(1):46-52.
     
  • Π. Μπακάκος, Γ. Χειλάς
    Οι επεμβατικές τεχνικές έχουν χρησιμοποιηθεί ευρέως για τη διάγνωση νοσημάτων του αναπνευστικού. Προέχουσα θέση μεταξύ αυτών κατέχει η βρογχοσκόπηση. Η εφαρμογή μη επεμβατικών τεχνικών για τη διαγνωστική προσέγγιση ασθενών με παθήσεις του αναπνευστικού αποτελεί τα τελευταία χρόνια αντικείμενο αυξανόμενου ενδιαφέροντος. Τα προκλητά πτύελα είναι η πιο διαδεδομένη από αυτές τις τεχνικές. Η φλεγμονή των αεραγωγών παίζει κεντρικό ρόλο στην παθογένεια νοσημάτων του αναπνευστικού, όπως το άσθμα και η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια. Τα προκλητά πτύελα έχουν χρησιμοποιηθεί ευρέως για την εκτίμηση αυτής της φλεγμονής και πολύ λιγότερο στη διαγνωστική διερεύνηση. Παρόλα αυτά, η αποσαφήνιση κάποιων μεθοδολογικών προβλημάτων και ιδιαίτερα ο μη επεμβατικός χαρακτήρας της εξέτασης δίνει πολλές υποσχέσεις για αξιοποίηση των πληροφοριών που παρέχονται από τα προκλητά πτύελα στην κατεύθυνση της διάγνωσης των νοσημάτων του αναπνευστικού. Πνεύμων 2005, 18(1):53-61.
     
  • Α. Παπαγιάννης
    Οι υπεζωκοτικές συλλογές που συνοδεύουν κακοήθη νοσήματα αποτελούν συχνό διαγνωστικό και θεραπευτικό πρόβλημα. Τρεις τύποι νεοπλασμάτων (καρκίνος πνεύμονα, καρκίνος μαστού και λεμφώματα) είναι υπεύθυνοι για το 75% των δευτεροπαθών κακοήθων υπεζωκοτικών συλλογών. Σπάνια μια συλλογή υγρού μπορεί να συνοδεύει νεόπλασμα χωρίς να οφείλεται σε άμεση προσβολή του υπεζωκότα από τον όγκο (παρακαρκινική συλλογή). Κύρια συμπτώματα είναι δύσπνοια και αμβλύ άλγος στο ημιθωράκιο, αλλά 25% των περιπτώσεων είναι ασυμπτωματικές κατά τη διάγνωση. Αυτή επιβεβαιώνεται με κυτταρολογική εξέταση του υγρού (θετική μέχρι 87%), με κλειστή βιοψία υπεζωκότα ή με θωρακοσκόπηση. Η θεραπευτική αντιμετώπιση συνίσταται στη συστηματική χημειοθεραπεία του όγκου (εφόσον είναι χημειοευαίσθητος) και στον περιορισμό της αναπαραγωγής του υγρού, κυρίως με χημική πλευρόδεση. Για την τελευταία έχουν δοκιμασθεί πολλές ουσίες, καμία όμως δεν είναι ιδεώδης. Τα καλύτερα αποτελέσματα επιτυγχάνονται με ταλκ ή με παράγωγα τετρακυκλινών. Γενικά η πρόγνωση των κακοήθων υπεζωκοτικών συλλογών είναι πτωχή, εκτός από τις περιπτώσεις οπου ο πρωτοπαθής όγκος ανταποκρίνεται στη χημειοθεραπεία. Πνεύμων 2005, 18(1):62-73.
     
  • Η μαζική μετανάστευση πληθυσμών από χώρες υπό ανάπτυξη προς τις βιομηχανικές χώρες, εγκυμονεί κινδύνους από τη διασπορά ανθεκτικών στελεχών μυκοβακτηριδίων, με συνέπειες επιδημιολογικές, κοινωνικές και οικονομικές. Εξ αιτίας της συνεχιζόμενης εισροής μεταναστών στη χώρα μας, μελετήσαμε τον αριθμό των βακτηριολογικά διαπιστωμένων νέων περιπτώσεων φυματίωσης και την ανθεκτικότητα στα κυριότερα πρωτεύοντα αντιφυματικά φάρμακα, την Ισονιαζίδη και τη Ριφαμπικίνη, καθώς και την πολυανθεκτικότητα, δηλαδή την ταυτόχρονη ανθεκτικότητα στην Ισονιαζίδη και τη Ριφαμπικίνη τουλάχιστον, στελεχών M. tuberculosis, τα οποία απομονώθησαν σε πρώτη καλλιέργεια πτυέλων μεταναστών. Με στόχο την καλύτερη διερεύνηση, οι μετανάστες διαχωρίσθησαν σε προερχόμενους από τη Ν.Α. Ασία και Αφρική, καθώς και σε ομογενείς επαναπατρισθέντες από χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Στη συνέχεια έγινε σύγκριση με τα αντίστοιχα δεδομένα γηγενών Ελλήνων ασθενών της ίδιας περιόδου. Από τα αποτελέσματα προκύπτει η σταδιακή μείωση του αριθμού των νέων περιπτώσεων φυματίωσης στους γηγενείς Έλληνες και ομογενείς, ενώ αύξηση σημειώνεται μεταξύ των αλλοδαπών από τη Ν.Α. Ασία. Ως προς την ανθεκτικότητα του M. tuberculosis, αύξηση σημειώνεται τόσο στην Ισονιαζίδη όσο και στη Ριφαμπικίνη και στις τρεις ομάδες πληθυσμών, με ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά στους ομογενείς και μικρότερα μεταξύ των αλλοδαπών από τη Ν.Α. Ασία. Η πολυανθεκτικότητα επίσης, καταγράφει σημαντική αύξηση και στις τρεις ομάδες, με θεαματικότερη αυτή στους ομογενείς ασθενείς. Πνεύμων 2005, 18(1):74-83.
     
  • Πρόσφατα στοιχεία για τις καπνισματικές συνήθειες των μαθητών Λυκείου στην Ελλάδα δεν υπάρχουν. Σκοπός της μελέτης ήταν η διευκρίνιση του επιπολασμού του καπνίσματος μεταξύ των μαθητών Λυκείου στη Βόρεια Ελλάδα. Μελετήθηκαν οι καπνισματικές συνήθειες 9276 μαθητών Λυκείου (4525 αγόρια και 4751 κορίτσια), ηλικίας από 15-18 ετών από 6 πόλεις της Βόρειας Ελλάδας. Η μελέτη έγινε με τη συμπλήρωση ειδικού ερωτηματολογίου. Διαπιστώθηκε οτι το 32,6% των αγοριών και το 26,7% των κοριτσιών καπνίζουν. Το 43,3% αρχίζουν το κάπνισμα πριν από την ηλικία των 14 ετών. Η μέση ηλικία έναρξης του καπνίσματος για τα αγόρια είναι 14,4±1,9 και για τα κορίτσια 14,9±1,6. Το 25,4% των μαθητών καπνίζουν από 6 έως 10 τσιγάρα και το 20,7% από 16 έως 20 τσιγάρα ημερησίως. Το 40,2% ανέφεραν οτι καπνίζουν από αντίδραση και το 36,7% οτι καπνίζουν εν γνώσει των γονέων τους. Διαπιστώθηκε οτι ο κυριότερος παράγοντας που επιδρά στην έναρξη του καπνίσματος είναι οι καπνιστές φίλοι και οι γονείς. Η συντριπτική πλειονότητα (95,2%) δήλωσε οτι γνωρίζει τους κινδύνους από το κάπνισμα. Επιβάλλεται προσεκτικός σχεδιασμός ολοκληρωμένης αντικαπνισματικής πολιτικής και όχι απλή ενημέρωση των νέων για τους κινδύνους του καπνίσματος. Πνεύμων 2005, 18(1):93-98.
     
  • Το οξύ θωρακικό σύνδρομο της δρεπανοκυτταρικής αναιμίας είναι η συχνότερη αιτία θανάτου και η δεύτερη συχνότερη αιτία νοσοκομειακής νοσηλείας των ενηλίκων με δρεπανοκυτταρική νόσο. Παρουσιάζουμε μια περίπτωση οξέος θωρακικού συνδρόμου, που εντός 48ωρών παρουσίασε βαρειά αναπνευστική ανεπάρκεια και ανάγκη μηχανικής υποστήριξης της αναπνοής. Καινούργια δεδομένα γύρω από την παθοφυσιολογία του συνδρόμου επηρεάζουν σήμερα τη θεραπευτική αντιμετώπιση της νόσου, παραμένει ομως προτεραιότητα στην καθημερινή πρακτική, η πρόληψη εξέλιξης των δρεπανοκυτταρικών κρίσεων σε οξύ θωρακικό σύνδρομο. Πνεύμων 2005, 18(1):105-110.
     
  • ΓΕΝΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ Το γαστρικό περιεχόμενο είναι ιδιαίτερα ερεθιστικό για το τραχειοβρογχικό δένδρο. Η ποσότητα του γαστρικού υγρού, η οξύτητά του και η σύστασή του καθορίζουν τη βαρύτητα της κλινικής εικόνας μίας πνευμονίας από εισρόφηση, έτσι ώστε όσο μεγαλύτερη είναι η ποσότητα της εισρόφησης (>25ml) και όσο πιο όξινο το είναι το pH (<2,5), τόσο βαρύτερη η βλάβη που προκαλείται και τόσο σοβαρότερη η κατάσταση του ασθενούς. Η παρουσία λιπών και μικροσωματιδίων στο εισροφούμενο υλικό συνδέεται με βαρύτερη εικόνα Η εισρόφηση γαστρικού περιεχομένου προκαλεί χημική πνευμονίτιδα μέσα σε λίγα λεπτά. Ο ασθενής παρουσιάζει μεγάλη υποξαιμία, κυάνωση, μη παραγωγικό βήχα, συριγμό, πυρετό. Η χημική αυτή πνευμονίτιδα μπορεί να εξελιχθεί ως εξής: 1) άμεση βελτίωση του ασθενούς μέσα σε διάστημα μίας εβδομάδας, 2) θάνατος του ασθενούς λόγω προοδευτικά επιδεινούμενης αναπνευστικής ανεπάρκειας, 3) αρχική βελτίωση του ασθενούς κατά την πρώτη εβδομάδα η οποία ακολουθείται από επιδείνωση και ανάπτυξη ARDS ή μικροβιακής επιμόλυνσης. Παράγοντες που συνδέονται με χειρότερη πρόγνωση του ασθενούς είναι η καταπληξία, το pH του υγρού που εισροφήθηκε να είναι <1,75, η συμμετοχή περισσότερων από 2 λοβών στην αρχική ακτινογραφία θώρακος, το ARDS και η μικροβιακή επιλοίμωξη.
     
  • Η σαρκοείδωση είναι πολυσυστηματική νόσος άγνωστης αιτιολογίας, που μπορεί να προσβάλλει οποιοδήποτε όργανο εκτός από τους πνεύμονες και παρουσιάζει ποικιλία κλινικών εκδηλώσεων και απρόβλεπτη φυσική πορεία. Στους περισσότερους ασθενείς που εκδηλώνουν τη νόσο υπάρχει τάση αυτόματης υποχώρησης. Σ' ένα όμως ποσοστό από αυτούς (περίπου 10%) η νόσος παρουσιάζει είτε προοδευτική επιδείνωση, είτε συχνές υποτροπές και τελικά οδηγεί σε μη αναστρέψιμες βλάβες κάποιου οργάνου-στόχου. Τα τελευταία 50 χρόνια πρωτεύοντα ρόλο στη θεραπεία κατέχουν τα κορτικοστεροειδή, αλλά αυστηρές κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με το χρόνο έναρξης της αγωγής, την ιδανική δόση καθώς και τη διάρκεια χορήγησης τους δεν υπάρχουν και έτσι η θεραπεία πρέπει να εξατομικεύεται.
     
  • Η σαρκοείδωση είναι νόσος με αβέβαιη και ποικίλη κλινική πορεία. Για το λόγο αυτό, οι διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες για τη θεραπεία της, έχουν ελάχιστα σταθερά και κοινώς αποδεκτά δεδομένα.
     
  • ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η επιμόλυνση του χώρου του μεσοθωρακίου παραμένει και σήμερα μία σοβαρή και δυνητικά θανατηφόρος επιπλοκή με θνητότητα που ξεπερνά πολλές φορές και το 50%. Μεταξύ των αιτιολογικών παραγόντων οι συχνότερα ενοχοποιούμενοι είναι: κακώσεις και ρήξεις του οισοφάγου και του τραχειοβρογχικού δένδρου καθώς και επεμβάσεις στον θώρακα μέσω στερνοτομής. Η συχνότητα ιατρογενούς διατρήσεως του οισοφάγου ανέρχεται σε 1 περίπτωση για κάθε 10.000 ενδοσκοπήσεις, χωρίς αυτό να σημαίνει οτι όλες θα εξελιχθούν σε μεσοθωρακίτιδα, η οποία αποτελεί μεταγενέστερη εκδήλωση (>12 ώρες από το συμβάν).
     
  • Μηχανικές μέθοδοι προφύλαξης χρησιμοποιούνται κυρίως σε ασθενείς με υψηλό κίνδυνο αιμορραγίας ή ως συμπλήρωμα στην αντιπηκτική αγωγή. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στη σωστή χρήση και συμμόρφωση με τη συσκευή. Δεν συνιστάται η χρήση ασπιρίνης ως μόνο μέσο προφύλαξης σε οποιαδήποτε ομάδα ασθενών. Για κάθε αντιπηκτικό σκεύασμα πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν τη συνιστώμενη από τον κατασκευαστή δοσολογία. Τυχόν νεφρική ανεπάρκεια πρέπει να συνυπολογίζεται στον καθορισμό της δόσης αντιπηκτικών σκευασμάτων που καθαίρονται από τα νεφρά, ειδικά σε ηλικιωμένους ασθενείς και ασθενείς με μεγάλο κίνδυνο αιμορραγίας. Σε όλους τους ασθενείς που κάνουν επισκληρίδιο αναισθησία ή αναλγησία, συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή όταν χρησιμοποιείται αντιπηκτική προφύλαξη.
     
Βρέθηκαν 13 αποτελέσματα. Σελίδα 1 από 1
© 2011 PNEUMON Magazine, Hellenic Bronchologic Society.
Developed by LogicONE Logo LogicONE