Please wait. Loading...
 
Αποστολή σε φίλο
 
Λεμφόρροια από τους παροχετευτικούς σωλήνες μετά εκτομή πνευμονικού παρεγχύματος για καρκίνο του πνεύμονα. Επιτυχής συντηρητική αντιμετώπιση με ολική παρεντερική διατροφή και οκτρεοτίδη
ΠΕΡΙΛΗΨΗ. Nα παρουσιαστεί η εμπειρία της επιτυχούς συντηρητικής αντιμετώπισης μετεγχειρητικής λεμφόρροιας από τους σωλήνες παροχέτευσης θώρακα με ολική παρεντερική διατροφή και υποδόρια χορήγηση οκτρεοτίδης, μετά εκτομή πνευμονικού παρεγχύματος για καρκίνο του πνεύμονα. Δύο άρρενες ασθενείς, με ηλικία 74 και 50 έτη αντίστοιχα, που υποβλήθηκαν σε δεξιά άνω και μέση λοβεκτομή ο πρώτος και αριστερή άνω λοβεκτομή ο δεύτερος για πρωτοπαθή καρκίνο του πνεύμονα, παρουσίασαν μετεγχειρητικά διαρροή λέμφου από τους σωλήνες παροχέτευσης θώρακα. Η διαρροή λέμφου ήταν >600 ml/24 ώρες και εμφανίστηκε την 3η μετεγχειρητική (μτχ) ημέρα και στις δύο περιπτώσεις. Η αντιμετώπιση έγινε με ολική παρεντερική διατροφή (ΟΠΔ), υποδόρια χορήγηση οκτρεοτίδης και διακοπή της από του στόματος σίτισης για 9 και 7 ημέρες αντίστοιχα. Προοδευτική επανασίτιση των ασθενών τη 10η και 8η μτχ ημέρα αντίστοιχα με δίαιτα ελεύθερη λιπαρών, διακοπή της οκτρεοτίδης και προοδευτική μείωσης της ΟΠΔ έδωσε τη δυνατότητα για αφαίρεση των σωλήνων παροχέτευσης τη 14η και 12η μτχ ημέρα αντίστοιχα. Οι ασθενείς σιτίστηκαν για ένα μήνα με δίαιτα ελεύθερη λίπους για πρόληψη υποτροπής. Η λεμφόρροια από τους σωλήνες παροχέτευσης θώρακα μετά εκτομή πνευμονικού παρεγχύματος, μπορεί να αντιμετωπιστεί επιτυχώς συντηρητικά με διακοπή της από του στόματος σίτισης και χορήγηση OΠΔ και οκτρεοτίδης, υπό την προυπόθεση οτι υπάρχει πλήρης έκπτυξη του εναπομείναντα πνεύμονα στο χειρουργηθέν ημιθωράκιο. Πνεύμων 2004, 17(3):336-340.

EIΣΑΓΩΓΗ

Ο χυλοθώρακας είναι μια σπάνια επιπλοκή των επεμβάσεων εκτομής πνευμονικού παρεγχύματος, με αναφερόμενα ποσοστά εμφάνισης στη βιβλιογραφία μεταξύ 0,03% και 2,4%1,2. Στα μέσα του αιώνα ο χυλοθώρακας αποτελούσε επιπλοκή των εγχειρήσεων εκτομής πνευμονικού παρεγχύματος για πνευμονική φυματίωση, ενώ σήμερα αποτελεί κυρίως επιπλοκή των "επιθετικών" εγχειρήσεων για καρκίνο του πνεύμονα3. Η επιπλοκή αυτή είναι συχνότερη μετά πνευμονεκτομή και η αντιμετώπισή της είναι κατ΄ αρχήν συντηρητική1,2,4,5. Με αφορμή δύο πρόσφατα περιστατικά λεμφόρροιας από τους σωλήνες παροχέτευσης θώρακα μετά λοβεκτομή για καρκίνο του πνεύμονα, που αντιμετωπίστηκαν επιτυχώς συντηρητικά με χορήγηση ολικής παρεντερικής διατροφής και οκτρεοτίδης, γίνεται συζήτηση των αιτίων της επιπλοκής και του τρόπου αντιμετώπισης.

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΩΝ

ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ 1η: Ανδρας 74 ετών, υπεβλήθη σε δεξιά άνω-μέση λοβεκτομή και λεμφαδενικό καθαρισμό του μεσοθωρακίου για πρωτοπαθή καρκίνο πνεύμονα. Την 3η μετεγχειρητική (μτχ) ημέρα ο ασθενής εμφάνισε διαρροή λέμφου (700 ml/24 ώρες) από τους σωλήνες παροχέτευσης, βιοχημικά επιβεβαιωμένη (τριγλυκερίδια 972 mg/dl, χοληστερόλη 46 mg/dl, αλβουμίνη 1,14 g/dl, ολικές πρωτείνες 1,86 g/dl, γλυκόζη 153 mg/dl, LDH: 425 U/l). Η αντιμετώπιση έγινε με χορήγηση ολικής παρεντερικής διατροφής (ΟΠΔ), υποδόρια χορήγηση οκτρεοτίδης (0,1 mg X 3) και διακοπή της από του στόματος σίτισης για 9 ημέρες. Προοδευτική επανασίτιση του ασθενούς τη 10η μτχ μέρα με δίαιτα ελεύθερη λιπαρών, διακοπή της οκτρεοτίδης και προοδευτική μείωσης της ΟΠΔ έδωσε τη δυνατότητα για αφαίρεση των σωλήνων παροχέτευσης τη 14η μτχ μέρα.

ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ 2η: Aνδρας 50 ετών, υποβλήθηκε σε αριστερή άνω λοβεκτομή και ριζικό λεμφαδενικό καθαρισμό μεσοθωρακίου για πρωτοπαθή καρκίνο πνεύμονα. Την 3η μτχ ημέρα εμφάνισε λεμφόρροια (600 ml /24 ώρες) από τους σωλήνες παροχέτευσης θώρακα, βιοχημικά επιβεβαιωμένη (τριγλυκερίδια: 478 mg/dl, χοληστερόλη: 54 mg/dl, γλυκόζη: 71mg/dl, oλικά λευκώματα: 3,38 mg/dl, LDH: 520 U/l). Αντιμετωπίστηκε με χορήγηση ΟΠΔ, υποδόρια χορήγηση οκτρεοτίδης (0,1 mg X 3) και διακοπή της από του στόματος σίτισης για 7 ημέρες. Προοδευτική επανασίτιση του ασθενούς την 8η μτχ μέρα με δίαιτα ελεύθερη λιπαρών, διακοπή της οκτρεοτίδης και προοδευτική μείωσης της ΟΠΔ έδωσε τη δυνατότητα για αφαίρεση των σωλήνων παροχέτευσης τη 12η μτχ μέρα.

Κατά τη χρονική περίοδο 2002-2003 έγιναν 48 επεμβάσεις εκτομής πνευμονικού παρεγχύματος για πρωτοπαθή καρκίνο του πνεύμονα (14 πνευμονεκτομές, 31 λοβεκτομές, 4 διλοβεκτομές) και παρατηρήθηκε μετεγχειρητικά λεμφόρροια από τους σωλήνες παροχέτευσης θώρακα (>600 ml/24 ώρες) σε 2 περιπτώσεις. Η συχνότητα της επιπλοκής στον περιορισμένο αυτό αριθμό χειρουργηθέντων ασθενών ήταν υψηλή (4,16%).

Σε όλες τις 48 περιπτώσεις εκτομής πνευμονικού παρεγχύματος για πρωτοπαθή καρκίνο του πνεύμονα έγινε ριζικός λεμφαδενικός καθαρισμός του μεσοθωρακίου. Η παρασκευή και εκτομή του μεσοθωρακικού λίπους και των μεσοθωρακικών λεμφαδένων έγινε με εκτεταμένη χρήση ηλεκτροδιαθερμίας και σε λίγες περιπτώσεις με εφαρμογή αιμοστατικών clips ή απολινώσεων από μετάξι (3-0). Σε περιπτώσεις που δεν υπήρχαν διογκωμένοι λεμφαδένες στο μεσοθωράκιο, η παρασκευή του μεσοθωρακικού λίπους γινόταν αμβλέως (δακτυλικώς) και ακολουθούσε αιμόσταση με χρήση διαθερμοπηξίας και εφαρμογή στην κοίτη του αφαιρεθέντος μεσοθωρακικού λίπους αιμοστατικών υλικών, όπως SURGICEL.

Οι ασθενείς σιτίστηκαν με δίαιτα ελεύθερη λίπους (σύμφωνα με τις οδηγίες διαιτολόγου), για ένα μήνα μετά την έξοδό τους από το Νοσοκομείο, με σκοπό την πρόληψη της υποτροπής. Ακολούθησε σταδιακή επάνοδος στη φυσιολογική διατροφή, χωρίς να παρουσιαστεί συλλογή υγρού στο ημιθωράκιο.

ΣΥΖΗΤΗΣΗ

O χυλοθώρακας ή λεμφόρροια από τους σωλήνες παροχέτευσης θώρακα (εφόσον αυτοί δεν έχουν ακόμη αφαιρεθεί), μετά από εγχειρήσεις εκτομής πνευμονικού παρεγχύματος, οφείλεται σε τραυματισμό του μείζονα θωρακικού πόρου, οπουδήποτε στη διαδρομή του εντός του χειρουργηθέντος ημιθωρακίου ή σε τραυματισμό ενός ή περισσοτέρων απαγωγών λεμφαγγείων που προέρχονται από τον πνεύμονα ή τους λεμφαδένες του μεσοθωρακίου και εκβάλλουν κατευθείαν στο θωρακικό πόρο1-6. Η παρασκευή διηθημένων υποτροπιδικών αδένων, που απαιτεί αποκάλυψη του οισοφάγου, καθώς και η παρασκευή ευμεγέθων διηθημένων λεμφαδένων κατά μήκος του στελεχιαίου βρόγχου αριστερά, αποτελούν χειρουργικούς χειρισμούς που περικλείουν κίνδυνο τραυματισμού του θωρακικού πόρου3. Το τραύμα του μείζονα θωρακικού πόρου ή των μειζόνων μεσοθωρακικών κλάδων αυτού δεν αναγνωρίζεται συνήθως διεγχειρητικά, αλλά η βλάβη γίνεται αντιληπτή στην άμεση μετεγχειρητική περίοδο, συνήθως μετά την έναρξη της από του στόματος σίτισης του ασθενούς. Σε περιπτώσεις λοβεκτομής η επιπλοκή γίνεται συνήθως αντιληπτή με την αλλαγή του χρώματος του ρέοντα από τους θωρακικούς σωλήνες πλευριτικού υγρού (γίνεται γαλακτώδες και παχύρευστο) και από την αύξηση της ποσότητάς του, όπως ακριβώς συνέβη και στους δύο περιγραφέντες ασθενείς. Σε περιπτώσεις πνευμονεκτομής, όπου ο σωλήνας παροχέτευσης αφαιρείται το 1ο ή 2ο μετεγχειρητικό 24ωρο, η επιπλοκή γίνεται αντιληπτή από την ταχεία αύξηση του υγρού στο χειρουργηθέν ημιθωράκιο και την παρεκτόπιση του μεσοθωρακίου προς την αντίθετη πλευρά. Η παρακέντηση του πλήρους με υγρό ημιθωρακίου θέτει τη διάγνωση. Η διάγνωση πρέπει να επιβεβαιώνεται και εργαστηριακώς πριν από την έναρξη θεραπείας, αποστέλλοντας το υγρό που λαμβάνεται από τους σωλήνες παροχέτευσης μετά λοβεκτομή ή από την παρακέντηση του ημιθωρακίου μετά πνευμονεκτομή, για βιοχημική εξέταση. Υψηλές τιμές τριγλυκεριδίων επιβεβαιώνουν την κλινική διάγνωση, όπως στους 2 περιγραφέντες ασθενείς. Η λέμφος έχει κλάσμα χοληστερόλης/τριγλυκερίδια <1 και αν η τιμή των τριγλυκεριδίων του πλευριτικού υγρού είναι >110 mg/dl, σε ποσοστό 99% το πλευριτικό υγρό είναι λέμφος1.

Η κάκωση του θωρακικού πόρου ή των προσαγωγών κλάδων του οφείλεται συνήθως σε εκτεταμένο λεμφαδενικό καθαρισμό του μεσοθωρακίου, κυρίως όταν οι μεσοθωρακικοί λεμφαδένες είναι προσβεβλημένοι από το νεόπλασμα ή κάποια χρόνια φλεγμονώδη επεξεργασία (όπως η φυματίωση στην 1η περιγραφείσα περίπτωση), που οδηγεί σε εκτεταμένη και σε βάθος παρασκευή στο μεσοθωράκιο. Το ίδιο μπορεί να συμβεί και σε εκτομή όγκων του πνεύμονα με διήθηση του μεσοθωρακίου ή εκτομή ευμεγέθων όγκων του οπισθίου μεσοθωρακίου, κυρίως δε σε αμβλεία αποκόλλησή τους από τους πέριξ ιστούς1-6. Oι παράγοντες που ενοχοποιήθηκαν για την επέλευση της επιπλοκής στις δύο περιγραφείσες περιπτώσεις ήταν: α) ο ριζικός λεμφαδενικός καθαρισμός του μεσοθωρακίου στις θέσεις λεμφαδένων Νο 7, 4, 3 δεξιά και Νο 5, 6, 7 αριστερά, με εκτεταμένη χρήση της ηλεκτροδιαθερμίας στην παρασκευή των μεσοθωρακικών ιστών β) η εξαίρεση ευμεγέθων, αποτιτανωμένων λεμφαδενικών διογκώσεων στη θέση Νο 3 (4 Χ 5 εκατοστά) στην 1η περιγραφείσα περίπτωση, αποτέλεσμα παλαιάς πνευμονικής φυματίωσης, που χρειάστηκε κινητοποίηση της αζύγου και άνω κοίλης φλέβας, λόγω ισχυρών συμφύσεων των λεμφαδένων με τις δομές αυτές. Πιστεύουμε, οτι η προσεκτική, με λεπτές απολινώσεις ή με τοποθέτηση clips, παρασκευή των διογκωμένων λεμφαδένων του μεσοθωρακίου ή του μεσοθωρακικού λίπους (σε περίπτωση που δεν ανευρίσκονται διογκωμένοι λεμφαδένες), είναι δυνατό να προλάβει την εμφάνιση της επιπλοκής. Με δεδομένες τις πολυάριθμες παραλλαγές στην πορεία του μείζονα θωρακικού πόρου στο μεσοθωράκιο (που αποτελούν μάλλον τον κανόνα και όχι την εξαίρεση), ο παραπάνω χειρουργικός χειρισμός είναι επιβεβλημένος. Οι συχνότερα παρατηρούμενες παραλλαγές του μείζονα θωρακικού πόρου, που έχουν εντοπιστεί από τις αρχές του περασμένου αιώνα, είναι πορεία του πόρου στο αριστερό ημιθωράκιο σε όλη του την έκταση, εκβολή του στη δεξιά φλεβώδη γωνία, εκβολή του στην άζυγο φλέβα, ο εκτεταμένος διπλασιασμός του πόρου και η εκβολή του και στις δύο φλεβώδεις γωνίες1.

Ο μετεγχειρητικός χυλοθώρακας έχει αναφερθεί στην Παιδοκαρδιο-θωρακο-χειρουργική, λόγω της πολυπλοκότητας των επεμβάσεων για τη διόρθωση των συγγενών ανωμαλιών, που απαιτούν εκτεταμένες αγγειακές και άλλες παρασκευές στο μεσοθωράκιο7-9. Λίγες περιπτώσεις αναφέρονται σαν επιπλοκή της Καρδιοχειρουργικής των ενηλίκων, κατά την παρασκευή της έσω μαστικής αρτηρίας κοντά στην έκφυσή της από την υποκλείδιο αρτηρία και κατά τη διατομή του θύμου αδένα με ηλεκτροδιαθερμία και όχι με απολινώσεις10,11. Ο μετεγχειρητικός χυλοθώρακας μπορεί ακόμη να αποτελέσει επιπλοκή χειρουργικών επεμβάσεων για συγγενείς διαφραγματοκήλες και εξαίρεση νευρογενών όγκων του οπισθίου μεσοθωρακίου12,13.

Η θεραπεία της επιπλοκής είναι κατ΄ αρχήν συντηρητική, με διακοπή της από του στόματος σίτισης και υποστήριξη της θρέψης του ασθενούς με ολική παρεντερική διατροφή1-6. Εναλλακτικά, σε μικρής ποσότητας λεμφόρροια, η αντιμετώπιση μπορεί να γίνει με σίτιση του ασθενούς με δίαιτα ελεύθερη λίπους ή με δίαιτα πλούσια σε τριγλυκερίδια μέσης αλύσου, επειδή τα τελευταία εισέρχονται στην κυκλοφορία δια της πυλαίας φλέβας, παρακάμπτοντας το λεμφικό σύστημα10. Η συντηρητική αγωγή εφαρμόζεται για διάστημα 7-14 ημερών και επί αποτυχίας (ημερήσια εκροή λέμφου >300 ml μετά πνευμονεκτομή και >500 ml μετά λοβεκτομή) αποφασίζεται η χειρουργική θεραπεία1-3,5. Διαρροή λέμφου >500 ml / ημέρα που τείνει να μειωθεί με συντηρητική αγωγή σε <500 ml / ημέρα έχει σημαντικές πιθανότητες να αντιμετωπιστεί επιτυχώς συντηρητικά2,6. Η χειρουργική θεραπεία πρέπει να εφαρμόζεται συντομότερα μετά πνευμονεκτομή, λόγω του κινδύνου ανάπτυξης εμπυήματος5. Σε περιπτώσεις λοβεκτομής, η έκπτυξη του εναπομείναντα πνεύμονα είναι σημαντική προυπόθεση για τη συντηρητική αντιμετώπιση της επιπλοκής, που είναι δυνατή σε >50% των περιπτώσεων. Εφόσον υπάρχει παγίδευση του πνεύμονα από συμφύσεις και πλήρης έκπτυξή του δεν είναι δυνατή, η πρώιμη χειρουργική αντιμετώπιση είναι επιβεβλημένη3. Η καλή λειτουργία των σωλήνων παροχέτευσης θώρακα είναι μια ακόμη σημαντική παράμετρος στη συντηρητική αντιμετώπιση της επιπλοκής3. Κατά την άποψή μας, που είναι σύμφωνη με τα βιβλιογραφικά δεδομένα που προέρχονται από αναφορές μεμονωμένων ή λίγων περιπτώσεων, ή αντιμετώπιση πρέπει να αρχίζει άμεσα μετά τη διαπίστωση της επιπλοκής. Η αναμονή για πιθανή αυτόματη ίαση της διαρροής χωρίς τα προτεινόμενα μέτρα, οδηγεί σε επιβάρυνση του ασθενή (υποθρεψία, ηλεκτρολυτικές διαταραχές, επηρεασμό του αμυντικού συστήματος) και καθυστέρηση της λήψης απόφασης για χειρουργική αντιμετώπιση1-6. Η χειρουργική αντιμετώπιση συνίσταται σε ανεύρεση του σημείου διαρροής και συρραφή του με μεμονωμένες ραφές ενισχυμένες με μικρά εμβαλώματα από Teflon ή σε απολίνωση του μείζονα θωρακικού πόρου αμέσως πάνω από το διάφραγμα, αν δε βρεθεί το ακριβές σημείο της διαρροής. Αποφλοίωση του πνεύμονα μπορεί να είναι απαραίτητη σε περιπτώσεις που υπάρχει παγίδευσή του. Θωρακοσκοπική αντιμετώπιση έχει δοκιμαστεί, αλλά δε συνίσταται σε μετεγχειρητικούς ασθενείς1-6.

Το οκταπεπτίδιο οκτρεοτίδη, συνθετικό ανάλογο της σωματοστατίνης, αποτελεί ένα επιπλέον βοήθημα στη συντηρητική αντιμετώπιση της επιπλοκής, ελαττώνοντας στο ελάχιστο την έξω έκκριση του πεπτικού συστήματος και τη ροή δια του θωρακικού πόρου7. Αρκετές πρόσφατες βιβλιογραφικές αναφορές υποστηρίζουν της αξία της στην αντιμετώπιση του μετεγχειρητικού χυλοθώρακα7-9,12,14. Η χορήγησή της είναι απλή (με μορφή υποδόριων ενέσεων) και δεν συνδυάζεται με επιπλοκές. Ο ακριβής μηχανισμός με τον οποίο συντελεί στον περιορισμό της διαρροής δεν είναι εξακριβωμένος7. Σε περίπτωση αντιμετώπισης του ασθενούς με δίαιτα ελεύθερη λίπους, βοηθάει στην ελάττωση της απορρόφησης των μικρών ποσοτήτων τριγλυκεριδίων που εμπεριέχονται από το πεπτικό σύστημα, αυξάνοντας την αποβολή τους στα κόπρανα7. Τα περιστατικά μετεγχειρητικής λεμφόρροιας από τους σωλήνες παροχέτευσης θώρακα ή μετεγχειρητικού χυλοθώρακα είναι σπάνια, και έτσι η αξία της χορήγησης οκτρεοτίδης με συγκριτική μελέτη δε μπορεί να πιστοποιηθεί.

Η ενδοφλέβια χορήγηση του α-διεγέρτη ετιλεφρίνη έχει χρησημοποιηθεί πρόσφατα στην αντιμετώπιση του μετεγχειρητικού χυλοθώρακα, με ικανοποιητικά αποτελέσματα. Ο πιθανολογούμενος μηχανισμός δράσης του βασίζεται στη σύσπαση των λείων μυικών ινών των προσαγωγών λεμφαγγείων και του θωρακικού πόρου που προκαλεί, μειώνοντας έτσι τη διάμετρό τους και τη ροή της λέμφου15. Η χορήγηση της ετιλεφρίνης συνδυάζεται όμως με επιπλοκές (υπέρταση, ταχυκαρδία) και παρουσιάζει συνέργεια με άλλα αγγειοδραστικά φάρμακα που πιθανώς χορηγούνται στον ασθενή, η χορήγησή της δε πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή σε ηλικιωμένους, διαβητικούς και ασθενείς με συστηματική αρτηριοσκλήρυνση. Η χορήγησή της γίνεται στάγδην ενδοφλεβίως και απαιτεί συνεχή παρακολούθηση λόγω του κινδύνου παρενεργειών, σε αντίθεση με την οκτρεοτίδη, που η χορήγησή της είναι απλή και δεν συνοδεύεται από παρενέργειες15.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Shields TW, Ponn RB. Complications of pulmonary resection. In: Shields TW, LoCicero J, Ponn RB (eds). General Thoracic Surgery, 5th edition, Lippincott Williams and Willkins, Philadelphia, 2000, 481-505.

2. Shimizu K, Yoshida J, Nishimura M, Takamochi K, Nakahara R, Nagai K. Treatment strategy for chylothorax after pulmonary resection and lymph node dissection for lung cancer. J Thorac Cardiovasc Surg 2002; 124(3):499-502.

3. Miller JI, Jr. Diagnosis and management of chylothorax. Chest Surg Clin North Am 1996; 6:139-148.

4. Penfield Faber L, Piccione W, Jr. Complications of surgery in the lung cancer patient. In: Mitchell JB, Johnson DH, Turissu AT (eds). Lung Cancer: Principles and Practice, Lippincot Raven Publishers, Philadelphia, 1996, 615-632.

5. Le Pimpec-Barthes F, D' Attellis N, Dujon A, Legman P, Riquet M. Chylothorax complicating pulmonary resection. Ann Thorac Surg 2002; 73:1714-9.

6. Τerzi A, Furlan G, Terrini A, Iviv N. Chylothorax after pleuropulmonary surgery: a rare but unavoidable complication. Thorac Cardiovasc Surg 1994; 42:81-4.

7. Al-Zubairy SA, Al-Jazairi AS. Octrotide as a therapeutic option for management of chylothorax. Ann Pharmacother 2003; 37:679-82.

8. Pratap U, Slavik Z, Ofoe VD, Onuzo O, Franklin RC. Octreotide to treat postoperative chylothorax after cardiac operations in children. Ann Thorac Surg 2001; 72:1740-2.

9. Cheung Y, Leung MP, Yip M. Octreotide for treatment of postoperative chylothorax. J Pediatr 2001; 139:157-9.

10. Πράπας Σ, Παναγιωτόπουλος Ι, Ευαγγελάκης Ε, Σαμαρτζής Α, Μιχαλόπουλος Α, Παλατιανός Γ. Περίπτωση χυλοθώρακα σε ασθενή μετά αορτοστεφανιαία παράκαμψη με χρήση έσω μαστικής αρτηρίας. ΠΝΕΥΜΩΝ 2000; 13:226-230.

11. Joyce LD, Lindsay WG, Nicoloff DM. Chylothorax after median sternotomy for intrapericardial cardiac surgery. J Thorac Cardiovasc Surg 1976; 71:476-80.

12. Goyal A, Smith NP, Jesudason EC, Kerr S, Losty PD. Octreotide for treatment of chylothorax after repair of congenital diaphragmatic hernia. J Pediatr Surg 2003; 38:19-20.

13. Stefanidis C, el Nakadi I, Huynh CH, de Francquen P, Van Gossum A. Benign swannoma and postoperative chylothorax: case report and review of the literature. Acta Chir Belg 1994; 94:105-9.

14. Rosti L, Bini RM, Chessa M, Butera G, Drago M, Carminati M. The effectiveness of octreotide in the treatment of postoperative chylothorax. Eur J Pediatr 2002; 161:149-150.

15. Guillem P, Papachristos I, Peillon C, Triboulet J-P. Etilefrine use in the management of post-operative chyle leaks in thoracic surgery. Interactive Cardiovascular and Thoracic Surgery 2004; 3:156-160.

© 2011 PNEUMON Magazine, Hellenic Bronchologic Society.
Developed by LogicONE Logo LogicONE