Please wait. Loading...
 
  • ΠΕΡΙΛΗΨΗ. Η παρακολούθηση της θεραπευτικής ανταπόκρισης ασθενών με άσθμα και χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ) βασίζεται κυρίως στα συμπτώματα, τη χρήση ανακουφιστικής αγωγής και τη μέτρηση λειτουργικών παραμέτρων της αναπνοής. Όμως τόσο το άσθμα όσο και η ΧΑΠ χαρακτηρίζονται από χρόνια φλεγμονή των αεραγωγών, καθιστώντας επιτακτική την ανάγκη εκτίμησης και παρακολούθησης της φλεγμονής αυτής. Πολλοί είναι οι επεμβατικοί (βρογχοσκόπηση, βιοψίες ρινικού βλεννογόνου και δέρματος) και μη επεμβατικοί (βρογχική υπεραντιδραστικότητα, αίμα, ούρα, προκλητή απόχρεμψη, εκπνεόμενος αέρας) δείκτες φλεγμονής που έχουν χρησιμοποιηθεί για την εκτίμηση της θεραπευτικής ανταπόκρισης στο άσθμα και τη XΑΠ, τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά των οποίων αναλύονται στην παρούσα ανασκόπηση. Τα μέχρι σήμερα δεδομένα υποστηρίζουν τη χρήση της βρογχικής υπεραντιδραστικότητας (BHR) και των προκλητών πτυέλων ως τους καλύτερους δείκτες εκτίμησης του θεραπευτικού αποτελέσματος στην πλειονότητα των ασθματικών ασθενών ενώ στη ΧΑΠ κανένας δείκτης έως τώρα δεν έχει κερδίσει την ευρεία εμπιστοσύνη των ερευνητών. Μεγάλες προοπτικές κλινικές μελέτες οι οποίες θα επικεντρωθούν στον έλεγχο της συσχέτισης μεταξύ διαφόρων δεικτών φλεγμονής και διαφόρων θεραπευτικών παρεμβάσεων πρέπει να σχεδιαστούν, έτσι ώστε να βρεθεί ο καταλληλότερος δείκτης για κάθε θεραπεία. Πνεύμων 2004, 17(3):232-241.
     
  • ΠΕΡIΛΗΨΗ. Τα τελευταία χρόνια, έχουν διαμορφωθεί νέες θεραπευτικές τάσεις στην αντιμετώπιση του παιδικού βρογχικού άσθματος, ιδιαίτερα μετά την καθιέρωση των εισπνεομένων φαρμάκων. Οι εισπνεόμενοι β2-διεγέρτες και το βρωμιούχο ιπρατρόπιο, έχουν καταργήσει στην πράξη τη θεοφυλλίνη, για τη λύση του οξέως βρογχόσπασμου. Από τα προφυλακτικά αντιασθματικά φάρμακα, η αποτελεσματικότητα της χρήσης των εισπνεομένων στεροειδών, παράλληλα με τη διαρκώς επιβεβαιούμενη από μακροχρόνιες μελέτες, ασφάλειά τους στα παιδιά, έχει παραγκωνίσει την έως τώρα ευρύτατη χρήση των χρωμονών. Τα εισπνεόμενα στεροειδή κατέχουν σήμερα τον κεντρικό και κυρίαρχο ρόλο στην προφυλακτική αντιασθματική αγωγή. Οι ανταγωνιστές των λευκοτριενίων και οι μακράς δράσης β2-διεγέρτες χρησιμοποιούνται κυρίως ως “φάρμακα προσθήκης” στα εισπνεόμενα στεροειδή, για παιδιά με επίμονο άσθμα. Η συμμόρφωση στη θεραπεία καθώς και ο έλεγχος της τεχνικής λήψης των εισπνεομένων φαρμάκων πρέπει πάντοτε να ελέγχονται πριν τη μετάβαση σε ισχυρότερες θεραπευτικές παρεμβάσεις. Πνεύμων 2004, 17(3):251-257.
     
  •  
  • Φρ. Βλαστός
    ΠΕΡΙΛΗΨΗ. Η θεραπεία του καρκίνου του πνεύμονα βασίζεται στη γνώση της έκτασης της νόσου αλλά και του ιστολογικού του τύπου(μικροκυτταρικός-μη μικροκυτταρικός). Η χειρουργική αντιμετώπιση για τον μικροκυτταρικό καρκίνο είναι για πολύ επιλεγμένους ασθενείς με πολύ περιορισμένη νόσο οι οποίοι απαντούν στη χημειοθεραπεία, αλλά είναι η καλύτερη επιλογή για ασθενείς με μη μικροκυττάρικο σε αρχόμενο στάδιο και για εκείνους που δεν έχουν εμφανείς μεταστάσεις. Η χημειοθεραπεία είναι η αρχική θεραπεία εκλογής για ασθενείς με μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα, με την μεγαλύτερη δόση και με συνδυασμούς διαφόρων φαρμάκων. Επίσης προτείνεται για τον μεταστατικό καρκίνο του πνεύμονα, σε μερικούς ασθενείς με μη μικροκυτταρικό καρκίνο που λαμβάνουν ακτινοθεραπεία, αλλά και σε κλινικές έρευνες μετά την χειρουργική επέμβαση. Επίσης χρησιμοποιείται και ως παρηγορητική θεραπεία για απαλλαγή από τα συμπτώματα όπως και η χειρουργική αντιμετώπιση άλλα όχι ως λύση εναλλακτική για τον έλεγχο της τοπικής νόσου, ενώ δίδεται και μετά το χειρουργείο για μείωση της τοπικής υποτροπής, αλλά και προεγχειρητικά μόνη ή σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία πειραματικά. Νέα χημειοθεραπευτικά φάρμακα, ογκογονίδια, μονοκλονικά αντισώματα κ.ά. χρησιμοποιούνται σε κλινικές μελέτες σε σχέση με τον καρκίνο του πνεύμονα. Πνεύμων 2004, 17(3):272-288.
     
  • ΠΕΡIΛΗΨΗ. H απόφαση για τη χειρουργική αντιμετώπιση του ασθενούς με καρκίνο του πνεύμονα βασίζεται κυρίως στην εγχειρησιμότητα του ασθενούς και την εξαιρεσιμότητα του όγκου. Διάφορες προεγχειρητικές εξετάσεις και δοκιμασίες συμβάλουν στην αποσαφήνιση της εγχειρησιμότητας, δηλαδή στη δυνατότητα του ασθενή να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση πνεύμονα, με κυριώτερη τη σπειρομέτρηση. Όσον αφορά στην εξαιρεσιμότητα, δηλαδή αν ο όγκος είναι σε εγχειρήσιμο στάδιο, διάφορες εξετάσεις, με κυριώτερη την αξονική τομογραφία, συμβάλουν στη σταδιοποίηση του όγκου και τη επιλογή της θεραπευτικής διαδικασίας. Παρά τα όποια κριτήρια προτείνονται για την επιλογή αυτή, η ογκολογική ομάδα σε συνεργασία πρέπει να αποφασίσει για τον τρόπο αντιμετώπισης του όγκου, στη βάση της μοναδικότητας της περίπτωσης και λαμβάνοντας υπ’όψιν και την επιθυμία του ίδιου του ασθενή. Πνεύμων 2004, 17(3):289-296.
     
  • ΠΕΡΙΛΗΨΗ. Οι ασθενείς με χρόνιες πνευμονοπάθειες χρειάζεται συχνά να λάβουν στεροειδή για μεγάλο διάστημα με συνέπεια αυξημένη επίπτωση οστεοπόρωσης. Το Αμερικάνικο Κολλέγιο Ρευματολογίας (American College of Rheumatology) έχει εκδώσει οδηγίες για προφυλακτική αντιμετώπιση της οφειλόμενης στα στεροειδή οστεοπόρωσης. Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι να εξετάσει αν αυτές οι οδηγίες ακολουθούνται στην κλινική πράξη από τους γιατρούς. Μελετήθηκαν 87 ασθενείς που ελάμβαναν στεροειδή (πρεδνιζολόνη) σε δόση >10mg/24ωρο για διάστημα 6 μηνών τουλάχιστον. Από αυτούς 57 ασθενείς παρακολουθούντο από Ρευματολόγο και 30 από Πνευμονολόγο. Οι διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων αξιολογήθηκαν στατιστικά με τη δοκιμασία x2. Συνολικά 33 ασθενείς (35%) ελάμβαναν προφυλακτική θεραπεία. Όταν κάθε ομάδα μελετήθηκε χωριστά, 46% των ασθενών που ήταν υπό παρακολούθηση από Ρευματολόγο αλλά μόνον 23% αυτών που παρακολουθούντο από Πνευμονολόγο ελάμβαναν προφυλακτική αγωγή. Τα αποτελέσματα αυτά δείχνουν ότι μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό των ασθενών που λαμβάνουν στεροειδή παίρνουν συγχρόνως και προφυλακτική αγωγή για οστεοπόρωση και το ποσοστό αυτό είναι χαμηλότερο στους ασθενείς που παρακολουθούνται από Πνευμονολόγο. Πνεύμων 2004, 17(3):297-303.
     
  • ΠΕΡΙΛΗΨΗ. Σκοπός της μελέτης αυτής ήταν να διερευνήσει το είδος των φαρμάκων και τη συχνότητα χορήγησης τους σε παιδιά που προσέρχονται στα τμήματα επειγόντων περιστατικών (ΤΕΠ) για άσθμα, βρογχιολίτιδα ή λαρυγγοτραχειοβρογχίτιδα. Μελετήθηκαν αναδρομικά τα παιδιά που προσήλθαν στα ΤΕΠ της Κλινικής μας σε διάστημα ενός χρόνου (2001) για τα παραπάνω νοσήματα. Καταγράφηκαν τα δημογραφικά χαρακτηριστικά, η διάγνωση και η φαρμακευτική αγωγή. Στο διάστημα της μελέτης, εξετάσθηκαν συνολικά 881 παιδιά με τα παραπάνω αναπνευστικά προβλήματα. Βρέθηκε οτι σε 89% χορηγήθηκαν βρογχοδιασταλτικά, σε 71% κορτικοστεροειδή (εισπνεόμενα ή συστηματικά) και σε 70% χορηγήθηκαν ταυτόχρονα βρογχοδιασταλτικά και στεροειδή. Στη λαρυγγοτραχειοβρογχίτιδα χορηγήθηκε συχνότερα νεφελοποιημένη αδρεναλίνη (89%), ενώ στο άσθμα και τη βρογχιολίτιδα σαλβουταμόλη, μόνη ή σε συνδυασμό με βρωμιούχο ιπρατρόπιο (86% και 70% στο άσθμα και βρογχιολίτιδα, αντίστοιχα). Στο 47% των παιδιών χορηγήθηκαν τουλάχιστον 3 φάρμακα. Συμπεραίνουμε οτι η χορήγηση βρογχοδιασταλτικών για αντιμετώπιση του άσθματος και της λαρυγγοτραχειοβρογχίτιδας βρίσκεται μέσα στο πλαίσιο των οδηγιών της Ελληνικής Πνευμονολογικής Εταιρείας αλλά γίνεται κατάχρηση κορτικοστεροειδών. Η βρογχιολίτιδα δεν αντιμετωπίζεται πάντοτε σύμφωνα με τις ισχύουσες οδηγίες. Πνεύμων 2004, 17(3):311-318.
     
  • ΠΕΡΙΛΗΨΗ. Περιγράφεται ασθενής με μη μικροκυτταρικό βρογχογενές καρκίνωμα, ο οποίος ανέπτυξε εμφύτευση καρκίνου στο θωρακικό τοίχωμα μετά από παρακέντηση της πνευμονικής βλάβης με βελόνη. Υποσημαίνεται οτι αυτή η αναμφισβήτητα χρήσιμη και φαινομενικώς αθώα διαγνωστική μέθοδος είναι δυνητικώς επικίνδυνη. Γι’ αυτό πρέπει να εφαρμόζεται μόνον επί των ασθενών, για τους οποίους αναμένεται οτι το αποτέλεσμα της εξέτασης θα τροποποιήσει την απόφαση του θεράποντος ιατρού για την αντιμετώπισή τους. H διαδερμική παρακέντηση πνευμονικής βλάβης με λεπτή βελόνη υπό τον έλεγχο υπολογιστικού τομογράφου εφαρμόζεται συχνά σε αρρώστους, που εμφανίζουν αγνώστου αιτιολογίας όζον του πνεύμονα. Όμως, και αυτή η διαγνωστική μέθοδος δεν είναι άμοιρη κινδύνων για τον ασθενή. Σε αυτό το άρθρο παρουσιάζεται περίπτωση ασθενούς, ο οποίος ανέπτυξε όγκο στο θωρακικό τοίχωμα συνεπεία εμφύτευσης μετά από παρακέντηση καρκίνου του πνεύμονα με λεπτή βελόνη. Πνεύμων 2004, 17(3):327-331.
     
  • ΠΕΡΙΛΗΨΗ. Η πρόγνωση της νόσου των λεγεωναρίων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την έγκαιρη και αξιόπιστη μικροβιολογική διάγνωση, γεγονός που απαιτεί σαφή γνώση της ευαισθησίας και της ειδικότητας των εφαρμοζομένων μεθόδων και του χρόνου που απαιτείται για κάθε μία από αυτές. Το φάσμα των μικροβιολογικών εξετάσεων είναι ευρύ και περιλαμβάνει την καλλιέργεια, τη μικροσκόπηση με άμεσο ανοσοφθορισμό (DFA), τον ορολογικό έλεγχο, την ανίχνευση του αντιγόνου της Legionella στα ούρα και την PCR σε πτύελα ή βρογχικές εκκρίσεις. Μεγαλύτερη ευαισθησία και πρακτική αξία συνδυάζει η ανίχνευση του αντιγόνου της Legionella στα ούρα με μέθοδο ανοσοχρωματογραφίας μεμβράνης (ICT Binax Now Legionella Urinary Antigen). Για την εφαρμογή της μεθόδου δεν υπάρχουν οδηγίες, αλλά ούτε και αναφορές για δείγματα, άλλα εκτός των ούρων, με μόνη εξαίρεση, μία περίπτωση θετικού αποτελέσματος σε BAL, στην πρόσφατη βιβλιογραφία. Παρουσιάζουμε περίπτωση νεαρής ασθενούς με βαρύτατη πνευμονία της κοινότητας από Legionella, η διάγνωση της οποίας βασίστηκε στο θετικό αποτέλεσμα ανίχνευσης του αντιγόνου της Legionella στο πλευριτικό υγρό με μέθοδο ανοσοχρωματογραφίας μεμβράνης. Η ανίχνευση του αντιγόνου της Legionella σε πλευριτικό υγρό με μέθοδο ICT Binax είναι η πρώτη στη βιβλιογραφία, ενώ η μόνη περιγραφείσα περίπτωση ανίχνευσης του αντιγόνου αυτού σε πλευριτικό υγρό αφορά στην εφαρμογή της μεθόδου RIA, το 1991. Πνεύμων 2004, 17(3):332-335.
     
  • ΠΕΡΙΛΗΨΗ. Nα παρουσιαστεί η εμπειρία της επιτυχούς συντηρητικής αντιμετώπισης μετεγχειρητικής λεμφόρροιας από τους σωλήνες παροχέτευσης θώρακα με ολική παρεντερική διατροφή και υποδόρια χορήγηση οκτρεοτίδης, μετά εκτομή πνευμονικού παρεγχύματος για καρκίνο του πνεύμονα. Δύο άρρενες ασθενείς, με ηλικία 74 και 50 έτη αντίστοιχα, που υποβλήθηκαν σε δεξιά άνω και μέση λοβεκτομή ο πρώτος και αριστερή άνω λοβεκτομή ο δεύτερος για πρωτοπαθή καρκίνο του πνεύμονα, παρουσίασαν μετεγχειρητικά διαρροή λέμφου από τους σωλήνες παροχέτευσης θώρακα. Η διαρροή λέμφου ήταν >600 ml/24 ώρες και εμφανίστηκε την 3η μετεγχειρητική (μτχ) ημέρα και στις δύο περιπτώσεις. Η αντιμετώπιση έγινε με ολική παρεντερική διατροφή (ΟΠΔ), υποδόρια χορήγηση οκτρεοτίδης και διακοπή της από του στόματος σίτισης για 9 και 7 ημέρες αντίστοιχα. Προοδευτική επανασίτιση των ασθενών τη 10η και 8η μτχ ημέρα αντίστοιχα με δίαιτα ελεύθερη λιπαρών, διακοπή της οκτρεοτίδης και προοδευτική μείωσης της ΟΠΔ έδωσε τη δυνατότητα για αφαίρεση των σωλήνων παροχέτευσης τη 14η και 12η μτχ ημέρα αντίστοιχα. Οι ασθενείς σιτίστηκαν για ένα μήνα με δίαιτα ελεύθερη λίπους για πρόληψη υποτροπής. Η λεμφόρροια από τους σωλήνες παροχέτευσης θώρακα μετά εκτομή πνευμονικού παρεγχύματος, μπορεί να αντιμετωπιστεί επιτυχώς συντηρητικά με διακοπή της από του στόματος σίτισης και χορήγηση OΠΔ και οκτρεοτίδης, υπό την προυπόθεση οτι υπάρχει πλήρης έκπτυξη του εναπομείναντα πνεύμονα στο χειρουργηθέν ημιθωράκιο. Πνεύμων 2004, 17(3):336-340.
     
  • ΠΕΡΙΛΗΨΗ. Παρουσιάζουμε την περίπτωση μιας ασθενούς 14 ετών με ιστορικό υποτροπιαζουσών λοιμώξεων αναπνευστικού από 3μήνου, σκίαση στο αριστερό άνω πνευμονικό πεδίο με επέκταση στην πύλη και παρεκτόπιση του μεσοθωρακίου προς τη δεξιά υγιή πλευρά. Μετά από συντηρητική αντιμετώπιση της λοίμωξης η ασθενής υποβλήθηκε σε αριστερά πρόσθια θωρακοτομή (τομή Chamberlain) και αριστερά οπισθιοπλάγια θωρακοτομή. Εγινε άνω λοβεκτομή με βρογχοπλαστική (Sleeve Lobectomy). H μετεγχειρητική πορεία ήταν ομαλή και η ιστολογική εξέταση έδειξε ότι πρόκειται για αδενοκαρκίνωμα εμβρυϊκού τύπου. Πρόκειται για σπάνια παθολογική κατάσταση που εκπροσωπεί το 1% όλων των όγκων του πνεύμονα και η θεραπεία συνίσταται στη χειρουργική αφαίρεση ενώ η πρόγνωση αυτών των ασθενών είναι πτωχή. Πνεύμων 2004, 17(3):341-344.
     
Βρέθηκαν 11 αποτελέσματα. Σελίδα 1 από 1
© 2011 PNEUMON Magazine, Hellenic Bronchologic Society.
Developed by LogicONE Logo LogicONE