Please wait. Loading...
 
Αποστολή σε φίλο
 
Σύνδρομο Lemierre από Pasteurella multocida
ΠΕΡΙΛΗΨΗ. Το σύνδρομο Lemierre χαρακτηρίζεται από οξεία στοματοφαρυγγική λοίμωξη με δευτεροπαθή σηπτική θρομβοφλεβίτιδα της έσω σφαγίτιδας, που συχνά επιπλέκεται με σηπτικές μεταστατικές εστίες σε διάφορα όργανα, με κύρια εντόπιση τον πνεύμονα. Σήμερα, με την ευρεία χρήση των αντιβιοτικών, αποτελεί σπάνια επιπλοκή των στοματοφαρυγγικών λοιμώξεων, με καλή πρόγνωση στους περισσότερους ασθενείς. Ο κύριος αιτιολογικός μικροβιακός παράγων που απομονώνεται στην πλειονότητα των περιπτώσεων, είναι το Fusobacterium necrophorum, ενώ σπανιότερα προκαλείται από άλλους μικροοργανισμούς, όπως είδη Steptococcus, Peptostreptococcus, Bacteroides, ενώ επίσης μπορεί να έχει πολυμικροβιακή αιτιολογία. Στο παρόν άρθρο περιγράφεται περίπτωση ανδρός, ηλικίας 20 ετών, με σύνδρομο Lemierre, οφειλόμενο όμως σε ασυνήθιστο παθογόνο, την Pasteurella multocida, δεδομένου ότι είναι χρήσιμο να γνωρίζει ο κλινικός ιατρός το σπάνιο αυτό σύνδρομο. Πνεύμων 2003, 16(2):209-214.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

To σύνδρομο Lemierre ή μετακυναγχική σηψαιμία ή νεκροβακίλλωση χαρακτηρίζεται από οξεία στοματοφαρυγγική λοίμωξη με δευτεροπαθή σηπτική θρομβοφλεβίτιδα της έσω σφαγίτιδας, επιπλεκόμενη συχνά από σηπτικές μεταστατικές εστίες σε διάφορα όργανα, με κύρια εντόπιση τον πνεύμονα. Πρωτοαναφέρθηκε από τους Courmont και Cade το 1901 αλλά κυρίως περιγράφηκε από τον Lemierre το 1936 με ανακοίνωση 20 περιστατικών2.

Με τη χρήση των αντιβιοτικών η κλινική εικόνα και η βαριά πρόγνωση του συνδρόμου άλλαξαν. Σήμερα, αποτελεί εξαιρετικά σπάνια επιπλοκή των οξειών στοματοφαρυγγικών λοιμώξεων, με αποτέλεσμα να είναι άγνωστο σε πολλούς ιατρούς και ως εκ τούτου, συχνά, να μην διαγιγνώσκεται, παρά το γεγονός ότι η κλινική εικόνα είναι χαρακτηριστική. Η πρόγνωση σήμερα, στην πλειονότητα των ασθενών, είναι καλή.

Μικροοργανισμοί του γένους Fusobacterium αποτελούν τους κύριους αιτιολογικούς μικροβιακούς παράγοντες, ενώ το F. necrophorum απομο νώνεται στις περισσότερες περιπτώσεις του συνδρόμου3. Όμως, το σύνδρομο Lemierre προκαλείται και από άλλους μικροοργανισμούς, όπως είδη Streptococcus, Peptostreptococcus, Bacteroides, καθώς και από Eikenella corrodens, ενώ μερικές φορές έχει πολυμικροβιακή αιτιολογία4. Περιγράφεται περίπτωση ασθενούς με σύνδρομο Lemierre, αφενός γιατί αυτό οφείλετο σε ασυνήθιστο παθογόνο και αφετέρου γιατί πιστεύουμε ότι είναι χρήσιμο ο κλινικός γιατρός να γνωρίζει αυτό το σπάνιο σήμερα σύνδρομο.

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΩΣ

Ανδρας ηλικίας 20 ετών, καπνιστής 1.5 πακέτα/χρόνια, με ελεύθερο ατομικό αναμνηστικό, εισήχθη στο νοσοκομείο λόγω πυρετού, ικτέρου, ηπατομεγαλίας και πνευμονικών σκιάσεων άμφω. Δεν αναφέρεται από το ιστορικό του ασθενούς επαφή με ζώα. Ο ασθενής 9 ημέρες προ της εισαγωγής του παρουσίασε πυρετό, έως 40°C συνοδευόμενο από φαρυγγαλγία και δυσκαταποσία. Ο πυρετός παρουσίαζε ύφεση με αντιπυρετικά. Μια εβδομάδα μετά εμφάνισε παραγωγικό βήχα. Έγινε ακτινογραφία θώρακος η οποία θεωρήθηκε παθολογική και ο ασθενής παραπέμφθηκε από τον θεράποντα γιατρό του σε επαρχιακό νοσοκομείο (Eικόνα 1). Εκεί άρχισε αγωγή με κλαριθρομυκίνη (500mg x 2) και κεφουροξίμη (750 mg x 3, IV). Κατά τη διήμερη νοσηλεία του στο νοσοκομείο του τόπου διαμονής του έγινε υπολογιστική τομογραφία θώρακος όπου διαπιστώθηκαν πολλαπλές εστίες με αεροβρογχόγραμμα. Συνυπήρχαν μικρές συμπαγείς εστίες και μικρή υπεζωκοτική συλλογή αριστερά (Eικόνα 2).

Image 1

Image 2

Από τη φυσική εξέταση κατά την προσέλευσή του στο νοσοκομείο μας παρουσίαζε πυρετό μέχρι 40°C που εισέβαλε με ρίγος. Επρόκειτο για άτομο με καλή θρέψη και ικτερική χροιά δέρματος και επιπεφυκότων. Το ήπαρ ήταν ομαλώς διογκωμένο, ενώ δεν υπήρχε σπληνομεγαλία. Από την ακρόαση υπήρχαν υποτρίζοντες άμφω, ιδίως αριστερά, και ήπιο συστολικό φύσημα στην εστία ακροάσεως της μιτροειδούς. Κατά την ψηλάφηση του τραχήλου δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη τραχηλικών ή υπερκλειδίων λεμφαδένων, ενώ υπήρχε ευαισθησία κατά την ψηλάφηση και σκληρία κατά μήκος του στερνοκλειδομαστοειδούς μυός αριστερά.

Εγινε έλεγχος με υπερηχογράφημα κοιλίας και διαπιστώθηκε ηπατοσπληνομεγαλία. Στο διαθωρακικό υπερηχοκαρδιογράφημα δεν υπήρχαν ευρήματα συμβατά με ενδοκαρδίτιδα. Το Triplex πυλαίας, κάτω κοίλης και φλεβών κάτω άκρων ήταν φυσιολογικό. Το Triplex σφαγίτιδων ανέδειξε θρόμβωση της αριστερής σφαγίτιδας από το ύψος προ του διχασμού της κοινής καρωτίδας και κατά μήκος της εξωκρανιακής πορείας της, ενώ η δεξιά σφαγίτιδα ήταν φυσιολογική. Το σπινθηρογράφημα αιμάτωσης πνευμόνων ήταν φυσιολογικό

Από τον εργαστηριακό έλεγχο διαπιστώθηκαν: αναιμία (Ht. 35%), λευκοκυττάρωση (17.800/mm3), υπερχολερυθριναιμία με υπεροχή της άμεσης χολερυθρίνης (ολική: 7,9mg/dl, με άμεση: 5,4mg/dl), μικρή αύξηση των τρανσαμινασών (ALT: 97IU/dl, AST: 127IU/dl), υποξαιμία (PaO2: 68), και υποκαπνία (PaCO2: 29) (FiO2: 21%). Οι υπόλοιπες εργαστηριακές εξετάσεις ήταν: ALP: 348IU/dl, γGT: 191IU/dl, κρεατινίνη: 1,0mg/dl, ουρία: 384mg/dl, PLT: 247.000/mm3.

Aπό το μικροβιολογικό έλεγχο εστάλησαν 4 ζεύγη αιμοκαλλιεργειών, αερόβιες και αναερόβιες. Χρησιμοποιήθηκε το αυτόματο σύστημα αιμοκαλλιεργειών Bact Alert, της εταιρείας Biomerieux-France. Θετική ένδειξη έδωσαν όλες οι φιάλες. Έγιναν άμεσα παρασκευάσματα κατά Gram, όπου παρατηρήθησαν στις αερόβιες φιάλες Gram αρνητικά βακτηρίδια και στις αναερόβιες Gram θετικοί κόκκοι σε αλύσεις και Gram αρνητικά βακτηρίδια. Έγιναν ανακαλλιέργειες σε αιματούχο άγαρ αναεροβίως και σε αιματούχο και McConkey άγαρ αεροβίως. Από τις αερόβιες και αναερόβιες καλλιέργειες απεμονώθησαν Gram αρνητικά βακτηρίδια. Ο Gram θετικός στρεπτόκοκκος δεν ανεπτύχθη σε καμία καλλιέργεια. Το Gram αρνητικό βακτηρίδιο απεμονώθη τόσον αεροβίως όσον και αναεροβίως, σε αιματούχο άγαρ. Η ταυτοποίηση του Gram αρνητικού βακτηριδίου έγινε με το σύστημα ADI 20E και τον αυτόματο αναλυτή Vitek I, της εταιρείας Biomereux France. Ο έλεγχος ευαισθησίας του βακτηριδίου τόσο με τη μέθοδο Kirby-Bawer όσον και με MIC με τον αυτόματο αναλυτή Vitek, έδειξε ότι ήταν ευαίσθητο σε όλες τις πενικιλλίνες, κεφαλοσπορίνες 1ης, 2ης, 3ης γενεάς, αμινογλυκοσίδες, τριμεθοπρίμη - σουλφομεθοξαζόλη, σιπροφλοξασίνη, αζτρεονάμη και ιμιπενέμη.

Από τον εργαστηριακό έλεγχο, την κλινική εικόνα και το Triplex σφαγιτίδων, ετέθει η διάγνωση του συνδρόμου Lemierre (σηπτική θρομβοφλεβίτιδα της έσω σφαγίτιδας μετά από φαρυγγική λοίμωξη με σηπτικά έμβολα στους πνεύμονες).

Η ηπατική επιβάρυνση αποδόθηκε σε ενδοηπατική χολόσταση, λόγω σήψης, ενώ στη σήψη αποδόθηκε και η αναιμία. Ο ασθενής ετέθει, από την εισαγωγή του, σε αγωγή με πενικιλλίνη G (18 x 106 μονάδες ημερησίως), μετρονιδαζόλη (500 mg x 3 ημερησίως IV) και ιμιπενέμη-σιλαστατίνη (3g ημερησίως, IV) για διάστημα 4 εβδομάδων. Παρουσίασε κλινική και εργαστηριακή βελτίωση, πτώση του πυρετού εντός της πρώτης εβδομάδος, αποκατάσταση των βλαβών στην ακτινογραφία (Εικόνα 3) και υπολογιστική τομογραφία θώρακα και ικανοποιητική επανασηραγγοποίηση της αριστερής σφαγίτιδας σε επανάληψη του triplex σφαγιτίδων, ένα μήνα αργότερα. Εξήλθε σε πολύ καλή γενική κατάσταση, ένα μήνα μετά την εισαγωγή του στην κλινική μας. Προσήλθε για επανέλεγχο ένα μήνα αργότερα, και υποβλήθηκε σε νέο triplex σφαγιτίδων, που ανέδειξε πλήρη αποκατάσταση της ροής του αίματος στην αριστερή σφαγίτιδα (Εικόνες ).

Image 3

ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Το σύνδρομο Lemierre οφείλεται, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, στα είδη του γένους Fusobacterium τα οποία αποτελούν στελέχη της φυσιολογικής χλωρίδας του στόματος. Πρόκειται για αυστηρά αναερόβια Gram αρνητικά βακτηρίδια τα οποία συχνά ταυτοποιούνται, από λάθος, ως Bacteroides sp. Σε αντίθεση με τα άλλα αναερόβια που συνήθως απαντώνται σε πολυμικροβιακές λοιμώξεις, έχουν μια ασυνήθιστη δυνατότητα να προσβάλουν προηγουμένως υγιή άτομα, πιθανά λόγω των τοξινών που παράγουν. Οι αμυγδαλές και οι γύρω ιστοί αποτελούν την πρωτοπαθή εστία της λοίμωξης στις περισσότερες περιπτώσεις. Σπανιότερα, έχουν περιγραφεί ως αιτίες του συνδρόμου φαρυγγίτιδα, μέση ωτίτιδα, παραρινοκολπίτιδα, μαστοειδίτιδα και οδοντογενείς λοιμώξεις. Στη συνέχεια, είναι δυνατόν να συμβεί επέκταση της φλεγμονής στους γύρω ιστούς και συγκεκριμένα στον παραφαρυγγικό χώρο. Ο παραφαρυγγικός χώρος χωρίζεται σε δύο μέρη το πρόσθιο (μυικό) και το οπίσθιο (νευροαγγειακό). Η καρωτιδική περιτονία που περιλαμβάνει την καρωτίδα, τη σφαγίτιδα, το πνευμονογαστρικό νεύρο και λεμφαδένες, βρίσκεται στο οπίσθιο τμήμα. Η λοίμωξη σε αυτή την περιοχή προκαλεί θρομβοφλεβίδα της έσω σφαγίτιδας και σηπτικά έμβολα σε διάφορα όργανα, κυρίως δε στον πνεύμονα.

Μερικές φορές προηγείται του συνδρόμου λοιμώδης μονοπυρήνωση, ενώ το κάπνισμα έχει θεωρηθεί ως προδιαθεσικός παράγων με την έννοια της ενίσχυσης των τοξινών των μικροβίων από τη νικοτίνη και της προδιάθεσης εμφάνισης λοιμώξεων από αναερόβια5.

Στις περισσότερες περιπτώσεις ο στοματοφάρυγγας είναι η πρώτη εστία της λοίμωξης. Συχνά παρατηρείται εξιδρωματική αμυγδαλίτις, ενώ δεν είναι σπάνια η παρουσία και άλλων ευρημάτων, από απλή υπεραιμία μέχρι σχηματισμό ελκών στον στοματοφάρυγγα. Η χρονική απόσταση ανάμεσα στη λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού και στην εμφάνιση του συνδρόμου είναι συνήθως μια εβδομάδα4. Τα συμπτώματα και τα σημεία από το ανώτερο αναπνευστικό μπορεί να έχουν υποχωρήσει τελείως όταν θα εμφανισθεί η σηπτική θρομβοφλεβίτιδα και οι σηπτικές μεταστατικές εστίες, ακόμα και αν ο ασθενής δεν λάβει θεραπεία. Το γεγονός αυτό καθιστά δυσχερή τη διάγνωση του συνδρόμου6.

Τα συμπτώματα και σημεία, από την επινέμηση του παραφαρυγγικού χώρου από τη λοίμωξη και την επακόλουθη ανάπτυξη σηπτικής θρομβοφλεβίτιδας της έσω σφαγίτιδας, είναι πόνος, σκληρία και οίδημα στην περιοχή, ενώ η σφαγίτιδα σπανίως είναι ψηλαφητή. Τα τοπικά συμπτώματα μπορεί να απουσιάζουν, ειδικά αν η λοίμωξη αφορά αποκλειστικά το οπίσθιο ανατομικό τμήμα του φάρυγγα.

Η επακόλουθη βακτηριαιμία έχει ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη μεταστατικών σηπτικών εστιών που εντοπίζονται κυρίως στους πνεύμονες. Τα συμπτώματα είναι τα ίδια όπως αυτά στις μη σηπτικές πνευμονικές εμβολές, με εξαίρεση τον πολύ υψηλό πυρετό που συνοδεύει ενίοτε τη σηπτική πνευμονική εμβολή. Στην ακτινογραφία θώρακα αναδεικνύονται αμφοτερόπλευρα διηθήματα που μοιάζουν με όζους και συχνά εμφανίζουν κοιλότητες, ενώ μπορεί να επιπλακούν από εμπύημα, πνευμονικά αποστημάτα, πνευματοκήλες ή πνευμοθώρακα3. Στην πριν τα αντιβιοτικά εποχή το σύνδρομο επιπλεκόταν συχνά από σηπτική αρθρίτιδα και οστεομυελίτιδα, ενώ σπάνια είχαν αναφερθεί ηπατικά και σπληνικά αποστήματα. Η ανάπτυξη ηπατοσπληνομεγαλίας με υπερχολερυθριναιμία και αύξηση των ηπατικών ενζύμων, λόγω ενδοτοξιναιμίας, είναι συχνή. Η ιστολογική εξέταση του ήπατος συνήθως αποκαλύπτει ενδοηπατική χολόσταση χωρίς ηπατοκυτταρική νέκρωση3. Μερικοί ασθενείς εμφανίζουν αποστήματα μαλακών μορίων ή δερματικές βλάβες4 ενώ άλλοι αιματουρία και αύξηση της κρεατινίνης. Η ανάπτυξη μηνιγγίτιδας είναι σπάνια, όπως σπάνια έχει παρατηρηθεί πολυοργανική ανεπάρκεια ή ARDS. Εάν εφαρμοσθεί η κατάλληλη αγωγή, η πρόγνωση της νόσου είναι καλή.

Το ιστορικό και η προσεκτική κλινική εξέταση μπορούν να θέσουν τη διάγνωση. Η CT τραχήλου με χορήγηση σκιαγραφικού και το υπερηχογράφημα έχει χρησιμοποιηθεί με επιτυχία για την ανάδειξη της θρόμβωσης της έσω σφαγίτιδας. Η αγγειογραφία με μαγνητικό συντονισμό είναι επίσης διαγνωστική, ενώ η συμβατική φλεβογραφία είναι περισσότερο παρεμβατική και αποφεύγεται. Η ακτινογραφία και η CT θώρακα είναι απαραίτητες για την ανάδειξη των σηπτικών εστιών στους πνεύμονες, ενώ το υπερηχογράφημα κοιλίας ενδείκνυται επί υποψίας αποστημάτων στο ήπαρ ή τον σπλήνα.

Ο αιτιολογικός μικροβιακός παράγων μπορεί να απομονωθεί από διάφορα υλικά αρκεί να ληφθούν υπό αναερόβιες συνθήκες και πριν από τη λήψη αντιβιοτικών. Επι ύπαρξης πνευμονικών διηθημάτων, το F. necrophorum μπορεί να απομονωθεί ακόμη και από υλικά που ελήφθησαν βρογχοσκοπικά3.

Η διαφορική διάγνωση περιλαμβάνει την ενδοκαρδίτιδα των δεξιών κοιλοτήτων, μυκοβακτηριδιακές και παρασιτικές λοιμώξεις, μυκητιάσεις, αποστήματα κοκκιώματα, νεοπλάσματα, πνευμονικά έμφρακτα και το λέμφωμα.

Η θεραπεία πρέπει να είναι παρατεταμένης διάρκειας (4-6 εβδομάδες). Απαιτείται η ενδοφλέβια χορήγηση αντιβιοτικών που να καλύπτουν και αναερόβιους μικροοργανισμούς. Το F. necrophorum είναι συνήθως ευαίσθητο στην πενικιλλίνη, κλινδαμυκίνη, μετρονιδαζόλη και χλωραμφαινικόλη, ενώ η δράση των κεφαλοσπορινών, της ερυθρομυκίνης και της τετρακυκλίνης ποικίλει. Η συνιστώμενη αγωγή είναι πενικιλλίνη G, σε δόση 24 x 106 μονάδες, χορηγούμενη σε συνεχή ενδοφλέβια έγχυση ή σε διηρημένες δόσεις ανά 4-6 ώρες, με εναλλακτική επιλογή την κλινδαμυκίνη, σε δόση 600-900mg, ανά 8ωρο, IV. Ο ρόλος της αντιπηκτικής αγωγής στο σύνδρομο Lemierre είναι αμφισβητήσιμος και δεν υπάρχουν επαρκείς μελέτες που να απαντούν στο ερώτημα αν πρέπει ή δεν πρέπει να χορηγείται3.

Επί ανεξέλεγκτης σήψης, και επανειλημμένων σηπτικών εμβόλων παρά τη συντηρητική αντιμετώπιση, απαιτείται εκτεταμένος χειρουργικός καθαρισμός του παραφαρυγγικού χώρου και απολίνωση της έσω σφαγίτιδας. Σπανίως, μπορεί να συμβεί διάβρωση της καρωτίδας, με καταστροφικές συνέπειες.

Στον Ελληνικό χώρο υπάρχουν λίγες αναφορές του συνδρόμου, παρότι αυτό δεν είναι εξαιρετικά σπάνιο, όπως προκύπτει από την εμπειρία μας στο νοσοκομείο "Σωτηρία". Η πιο πρόσφατη αναφορά7, αφορά νέα γυναίκα με τυπική εμφάνιση του συνδρόμου.

Η παρούσα περίπτωση παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον διότι οι τυπικές εκδηλώσεις του συνδρόμου οφείλονταν στην P. multocida, ένα παθογόνο που δεν έχει αναφερθεί ποτέ στη διεθνή βιβλιογραφία ως αίτιο του συνδρόμου Lemierre. Η P. multocida είναι αερόβιος, ευκαιριακά αναερόβιος, μη σπορογόνος Gram-αρνητικός κοκκοβάκιλλος. Αποτελεί στέλεχος της χλωρίδας του ρινοφάρυγγα και του γαστρεντερικού σωλήνα πολλών κατοικίδιων και άγριων ζώων. Σπανίως αποτελεί μέρος της φυσιολογικής χλωρίδας του ανώτερου αναπνευστικού σε υγιή άτομα που έρχονται σε επαφή με ζώα8. Στους ανθρώπους προκαλεί τρεις κατηγορίες λοιμώξεων. Αυτές που σχετίζονται με δήγματα ζώων, αυτές που έχουν σχέση με την επαφή (π.χ. εκδορά από ζώο), αλλά όχι με δήγμα από ζώο και αυτές που δεν σχετίζονται καθόλου με ζώα. Η πλειοψηφία των λοιμώξεων ακολουθεί δήγμα ή εκδορά από γάτες ή σκύλους. Οι λοιμώξεις που δεν σχετίζονται με δήγμα ή εκδορά από ζώα, αφορούν λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού, ενδοκοιλιακές λοιμώξεις, λοιμώξεις δέρματος και λοιμώξεις του ΚΝΣ, σε άτομα που έρχονται σε συχνή επαφή με ζώα (κτηνοτρόφοι, κτηνίατροι, κάτοχοι κατοικίδιων ζώων, εργαζόμενοι στη βιομηχανία τροφίμων)9. Οι λοιμώξεις σε αυτά τα άτομα αντιπροσωπεύουν: Επιπλοκές λόγω προϋπαρχουσών χρόνιων αναπνευστικών νόσων, διασπορά των μικροοργανισμών από το ανώτερο αναπνευστικό κατά συνέχεια ιστού ή επιπλοκές από βακτηριαιμία. Έχουν αναφερθεί οι παρακάτω λοιμώξεις από P. multocida: Επιμόλυνση τραύματος, χρόνια δερματικά έλκη, οστεομυελίτιδα, εγκεφαλικό απόστημα, μηνιγγίτιδα, ωτίτιδα, μαστοειδίτιδα, παραρρινοκολπίτιδα, αμυγδαλίτιδα, πνευμονία, εμπύημα, βρογχίτιδα, επιγλωτίτιδα, αρθρίτιδα, περιτονίτιδα, απόστημα σκωληκοειδούς, ηπατικό και νεφρικό απόστημα, πυελονεφρίτιδα, πανοφθαλμίτιδα και σηψαιμία10. Προφανώς, ο ασθενής μας είχε αμυγδαλίτιδα από P. multocida η οποία εξελίχθηκε σε σύνδρομο Lemierre.

Αντιβιοτικά πρώτης επιλογής σε λοιμώξεις από P. multocida είναι η πενικιλλίνη G, η αμπικιλλίνη και η αμοξικιλλίνη. Εναλλακτικά, μπορεί να χρησιμοποιηθούν δοξυκυκλίνη, αμπικιλλίνη-κλαβουλανικό οξύ, κεφαλοσπορίνες β-γενεάς και κότριμοξαζόλη. Ο μικροοοργανισμός είναι συνήθως ανθεκτικός στην κλινδαμυκίνη και την ερυθρομυκίνη. Η έναρξη της θεραπείας πρέπει να γίνεται το ταχύτερο δυνατόν γιατί η λοίμωξη μπορεί να εξελιχθεί ταχύτατα ακόμα και σε λίγες ώρες10.

Συμπερασματκά, το σύνδρομο Lemierre αποτελεί σοβαρή κλινική οντότητα, με χαρακτηριστική κλινική εικόνα και καλή πρόγνωση, η διάγνωση όμως του οποίου συνήθως διαφεύγει. Θα πρέπει να περιλαμβάνεται πάντα στη διαφορική διάγνωση εμπυρέτου, με ετερόπλευρη ευαισθησία της τραχηλικής χώρας και πνευμονικές πυκνώσεις μετά από στοματοφαρυγγική λοίμωξη, σε νεαράς ηλικίας ασθενείς. Το σύνηθες μικροβιακό αίτιο του είναι το F. necrophorum, ενώ άλλα παθογόνα, όπως στην προκειμένη περίπτωση, είναι πιθανά.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Courmont P, Cade A. Sur une septico-pyohemie de l' homme simulant la peste et causιe par un streptobacille anaerobie. Arch Med Exp Anat Pathol 1900; 4.

2. Lemierre A. On certain septicemias due to anaerobic organisms. Lancet 1936; 68:85-94.

3. Golpe R., Marin B., Alonso M. Lemierre's syndrome (necrobacillosis). Postgrad. Med J 1999; 75: 141- 144.

4. Sinave CP, Glenna JH, Fardy PW. The Lemierre syndrome: suppurative thrombophlebitis of the internal jugular vein secondary to oropharyngeal infection. Medicine 1989; 68: 85-94.

5. Sayers NM, Gomes BP, Drucker DB, Blinkhorn AS. Possible lethal enhancement of toxins from putative periodontopathogens by nicotine: implications for periodontal disease. J Clin Pathol 1997; 50: 245-9.

6. Mac Donald AA, Harar RPS. Necrobacillosis: are we missing the early stages of this life-threatening infection? (letter) Lancet 1995; 346: 1705.

7. Λούπα Χ, Βογιατζόγλου Δ, Μαρούγκα Α, Παπαδάκη Ε, Κουππάρη Γ, Σαρόγλου Γ. Σύνδρομο Lemierre. Μετακυναγχική σηψαιμία ή νεκροβακίλλωση. Ιατρική 1999, 76: 67-71.

8. Jones FL Jr, Smull CE. Infections in man due to Pasteurella multocida. Pa Med 1973; 76: 41-44

9. Hubbert WT, Rosen MN. Pasteurella multocida infections. II. Pasteurella multocida infection in man unrelated to animal bite. Am J Public Health Nations Health 1970; 60: 1109-1117.

10. Boyce JM. Pasteurella species. In: Mandell GL, Douglas RG Jr, Bennett JE. (Eds) Principles and practice of infectious diseases. Churchill Livingstone, London, 4th Ed.

© 2011 PNEUMON Magazine, Hellenic Bronchologic Society.
Developed by LogicONE Logo LogicONE