Please wait. Loading...
 
  • Η οξεία φλεβοθρομβοεμβολική νόσος (ΦΘΕ) είναι μια συχνή και θανατηφόρος νόσος. Η ετήσια επίπτωση της εν τω βάθει φλεβοθρόμβωσης (ΕΦΘ) είναι περίπου διπλάσια της πνευμονικής εμβολής (ΠΕ) (0,5-1,2/1000 άτομα και 0,2-0,6/1000 άτομα αντίστοιχα)1,2. Είναι επομένως ένα συχνό κλινικό πρόβλημα και πολλές φορές μία διαγνωστική πρόκληση.
     
  • Ν. Μάρκου, Α. Δαμιανός
    ΠΕΡΙΛΗΨΗ. Ως βαρειά πνευμονία της κοινότητας χαρακτηρίζεται η πνευμονία της κοινότητας που απαιτεί νοσηλεία σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας. Οι λόγοι για τους οποίους απαιτείται συνήθως αντιμετώπιση τέτοιων ασθενών στη ΜΕΘ, είναι: α) Αναπνευστική ανεπάρκεια, β) αιμοδυναμική αστάθεια, γ) παρακολούθηση και αντιμετώπιση δυσλειτουργιών άλλων οργάνων. Ουσιαστικά πρόκειται για πνευμονία που επιπλέκεται από βαρειά σήψη ή και πολυοργανική ανεπάρκεια. Η βαρειά πνευμονία της κοινότητας είναι ένα σύνδρομο με ιδιαίτερα υψηλή θνητότητα (20-50%), γεγονός που επιβάλλει έγκαιρη αναγνώριση και άμεση και επιθετική αντιμετώπιση. Παράλληλα, επιβάλλονται διαγνωστικοί χειρισμοί για αναζήτηση του υπεύθυνου παθογόνου, οι οποίοι, σε επιλεγμένες περιπτώσεις μπορεί να έχουν και επεμβατικό χαρακτήρα. Έχουν προταθεί διάφορα αντικειμενικά κριτήρια που διευκολύνουν στην αναγνώριση αυτών των ασθενών υψηλού κινδύνου. Η χορηγούμενη έμπειρική αγωγή πρέπει να καλύπτει έναντι πνευμονιόκοκκου, Gram (-) βακίλλων και Legionella Pneumophila. Πνεύμων 2003, 16(2):126-141.
     
  • ΠΕΡΙΛΗΨΗ. Το άσθμα παριστά μια χρόνια φλεγμονώδη διαδικασία των αεραγωγών της οποίας μέρος αποτελεί η διαδικασία της επούλωσης που μπορεί να καταλήξει σε δομικές αλλαγές και οι οποίες αναφέρονται ως αναδιαμόρφωση (remodeling). Το remodeling χαρακτηρίζεται από βλάβη του επιθηλίου, υπερτροφία/υπερπλασία λείων μυικών ινών, αύξηση των αδένων που παράγουν βλέννα, πάχυνση της δικτυωτής βασικής μεμβράνης, αγγειογένεση και εναπόθεση εξωκυτταρίου ουσίας. Ως μηχανισμοί που συμμετέχουν στη διαδικασία του remodeling θεωρούνται η παρουσία αυξητικών παραγόντων, οι κυτταροκίνες Th2, οι κυτταροκίνες συμπλέγματος IL-6, η πιθανή γενετική προδιάθεση, η παρουσία μυοινοβλαστών και κυστεινικών λευκοτριενίων, η σχέση πρωτεασών αντιπρωτεασών, η χρόνια αντιγονική έκθεση και οι τρυπτάσες. Παρά τις βιβλιογραφικές αναφορές που υποστηρίζουν συσχέτιση του remodeling με δείκτες βαρύτητας της νόσου, η παρουσία του remodeling θεωρείται ανεξάρτητος παράγοντας στην όλη παθοφυσιολογία της νόσου. Η παρουσία χαμηλού δείκτη FEV1/VC μετά από βρογχοδιαστολή επιβεβαιώνει την έναρξη του remodeling στην παιδική ηλικία. Φαίνεται ότι τα εισπνεόμενα στεροειδή αποτελούν την καλύτερη θεραπευτική παρέμβαση στη νόσο αν και καταστέλλουν μέρος της διαδικασίας του remodeling χωρίς όμως να πετυχαίνουν την πλήρη αναστολή του. Τελευταία συζητείται σε in vivo μελέτες και ο ρόλος των β2 διεγερτών μακράς δράσης. Τα ερωτήματα δε που παραμένουν και ζητούν περισσότερες τεκμηριωμένες μελέτες είναι η σχέση του με τη φυσική ιστορία της νόσου και κυρίως ποιοί είναι εκείνοι οι πρώιμοι δείκτες που μπορούν να προβλέψουν την εμφάνισή και εξέλιξή του. Πνεύμων 2003, 16(2):142-152.
     
  • ΠΕΡΙΛΗΨΗ. Σκοπός: Η διερεύνηση της συσχέτισης των επιπέδων της ιντερλευκίνης-6 (IL-6) του ορού με την κινητική του οξυγόνου κατά τη μέγιστη καρδιοαναπνευστική δοκιμασία κοπώσεως (ΚΑΔΚ) και την πρώιμη φάση της ανάκαμψης, σε ασθενείς με σαρκοείδωση. Υλικό-μέθοδος: Εικοσιέξι διαδοχικοί ασθενείς με σαρκοείδωση (11 άνδρες/15 γυναίκες, 42±11ετών) και 11 υγιείς μάρτυρες (3 άνδρες ± 8 γυναίκες, 29±5 ετών), υποβλήθηκαν σε μέγιστη καρδιοαναπνευστική δοκιμασία κοπώσεως σε κυλιόμενο τάπητα. Υπολογίσθηκαν η μέγιστη κατανάλωση οξυγόνου (VO2), ο αναερόβιος ουδός (ΑΤ) και η κλίση της καμπύλης κατανάλωσης του οξυγόνου σε σχέση με το χρόνο στη φάση ανάκαμψης (κλίση VO2/t). Προσδιορίσθηκαν τα επίπεδα της ιντερλευκίνης-6 με υψηλής ευαισθησίας μέθοδο ELISA, πριν την άσκηση, στο μέγιστο της άσκησης, και δεκαπέντε λεπτά μετά το τέλος της άσκησης. Αποτελέσματα: Οι σαρκοειδικοί ασθενείς σημείωσαν σημαντικά χαμηλότερη κατανάλωση οξυγόνου στη μέγιστη άσκηση VO2 peak % προβλ. 80±17 vs 90±19, p < 0,05) και βραδύτερη ανάκαμψη (1±0.289 lt/min/min vs 1.24±0.166, p = 0,003) σε σύγκριση με τους υγιείς μάρτυρες. Τα επίπεδα της Ιντερλευκίνης-6 ήταν σημαντικά υψηλότερα στον ορό των ασθενών από εκείνα των υγιών μαρτύρων και παρουσίασαν αρνητική συσχέτιση με τη μέγιστη κατανάλωση οξυγόνου, τον αναερόβιο ουδό και την κλίση VO2/t. Oι σαρκοειδικοί ασθενείς με βραδεία ανάκαμψη (κλίση VO2/t <0.8 lt/min/min) είχαν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα IL-6 από τους ασθενείς με ταχεία ανάκαμψη (κλίσηVO2/t ³0.8 lt/min/min) (p <0,05). Οι παραπάνω συσχετίσεις δεν παρατηρήθηκαν στην ομάδα των υγιών μαρτύρων. Συμπέρασμα: Τα αποτελέσματα είναι ενδεικτικά της συμμετοχής της φλεγμονώδους απόκρισης στους παθοφυσιολογικούς μηχανισμούς της μειωμένης ανοχής στην άσκηση στους ασθενείς με σαρκοείδωση. Πνεύμων 2003, 16(2):153-162.
     
  • ΠΕΡΙΛΗΨΗ. Η επιτυχής αντιμετώπιση της νόσου των λεγεωναρίων εξαρτάται σημαντικά από την ταχύτητα των εργαστηριακών αποτελεσμάτων, ώστε να καταστεί δυνατή η άμεση έναρξη κατάλληλης αντιβιοτικής αγωγής. Μεταξύ των διαφόρων μικροβιολογικών διαγνωστικών μεθόδων, η καλλιέργεια αποτελεί θεωρητικά τη μέθοδο αναφοράς, όμως στην πράξη παρουσιάζει αρκετά μειονεκτήματα, σημαντικότερο των οποίων είναι ο παράγοντας “χρόνος”. Πράγματι, το μεγάλο χρονικό διάστημα το οποίο απαιτείται για την απομόνωση του μικροβίου συντελεί ουσιαστικά στην καθυστέρηση εφαρμογής σωστής θεραπευτικής αγωγής, με δυσμενείς συνέπειες ακόμα και για τη ζωή του ασθενούς. Για τους λόγους αυτούς, στη μελέτη μας, η οποία αφορά στη διερεύνηση 88 περιπτώσεων βαρειάς εξωνοσοκομειακής πνευμονίας για πιθανή συμμετοχή της Legionella, δεν εφαρμόστηκε καλλιεργητική μέθοδος, αλλά επιλέχτηκαν οι σύγχρονες μικροβιολογικές διαγνωστικές μέθοδοι. Οι μέθοδοι αυτές πλεονεκτούν διότι παρέχουν τη δυνατότητα άνετης εφαρμογής σε κλινικά εργαστήρια ρουτίνας, εξασφαλίζοντας συγχρόνως γρήγορα και αξιόπιστα εργαστηριακά αποτελέσματα. Συγκεκριμένα, εφαρμόστηκαν ο άμεσος ανοσοφθορισμός (Direct Fluorescent Antigen-DFA) για την ανίχνευση της Legionella σε πτύελα, ο ορολογικός έλεγχος, με εφαρμογή της μεθόδου ELISA και του έμμεσου ανοσοφθορισμού (Indirect Fluorescent Antibody-IFA) καθώς και μέθοδοι ανίχνευσης του αντιγόνου της Legionella στα ούρα, με την ανοσοενζυμική μέθοδο (Biotest-EIA) και με τη νέα ταχεία μέθοδο της ανοσοχρωματογραφίας μεμβράνης (Binax-NOW). Ο ορολογικός έλεγχος και ο έλεγχος για την ανίχνευση του αντιγόνου της Legionella στα ούρα εφαρμόστηκαν στο σύνολο των 88 ασθενών της μελέτης μας. Παρότι και οι δύο αυτές μέθοδοι έδωσαν θετικά αποτελέσματα στους ίδιους 6 ασθενείς (6,8%), επισημαίνεται σε σύγκριση μεταξύ των δύο, ο έλεγχος για την ανίχνευση του αντιγόνου στα ούρα έδωσε ταχύτατα αποτελέσματα, παρέχοντας τη δυνατότητα άμεσης διάγνωσης στην οξεία φάση της νόσου. Αντίθετα, για τον ορολογικό έλεγχο απαιτήθηκε χρόνος 15, τουλάχιστον, ημερών. Η μέθοδος DFA έδωσε θετικά αποτελέσματα σε 2 μόνο ασθενείς με θετικό ορολογικό έλεγχο (ευαισθησία 33%). Αναφορικά με τις δύο μεθόδους για την ανίχνευση του αντιγόνου της Legionella στα ούρα, αν και οι δύο έδωσαν αντίστοιχα αποτελέσματα, η ταχεία μέθοδος της ανοσοχρωματογραφίας μεμβράνης υπερέχει στο ότι είναι απλούστερη, ταχύτερη, και δεν απαιτεί ειδικό εξοπλισμό και εμπειρία προσωπικού. Για τους λόγους αυτούς δύναται να αποτελέσει πολύ καλή εναλλακτική λύση για εργαστήρια μικρών νοσοκομείων τα οποία στερούνται σύγχρονης και επαρκούς τεχνολογικής υποστήριξης. Πνεύμων 2003, 16(2):173-180.
     
  • ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Ο καρκίνος του πνεύμονα αποτελεί τη συχνότερη αιτία θανάτου από καρκίνο στις αναπτυγμένες χώρες. Περισσότερο από τα δύο τρίτα των ασθενών εμφανίζονται τη στιγμή της διάγνωσης σε προχωρημένα στάδια ΙΙΙβ και ΙV τα οποία θεωρούνται πρακτικώς μη ιάσιμα. Το ποσοστό της 5ετούς επιβίωσης μετά τη διάγνωση της νόσου είναι λιγότερο από 15%. Το υψηλό ποσοστό θνητότητας έχει επιβάλλει τη διαφορετική προσέγγιση για τον έλεγχο αυτής της νόσου όπως η χημειοπροφύλαξη και η έγκαιρη διάγνωση. Η χημειοπροφύλαξη, η οποία ορίζεται ως η χρήση ουσιών που αναστέλλουν ή αποτρέπουν την καρκινογένεση, στοχεύει σε θεραπευτική παρεμβολή σε πρώιμα στάδια της καρκινογένεσης πριν την εμφάνιση διηθητικού καρκίνου. Τα ρετινοειδή έχουν μελετηθεί προς αυτή την κατεύθυνση στο παρελθόν και αποτελούν δυνητικούς παράγοντες προφύλαξης, ενώ σήμερα δοκιμάζονται μοριακοί φαρμακευτικοί στόχοι όπως αναστολείς των υποδοχέων EGFR και COX. Η έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου του πνεύμονα, όπως έχουν δείξει πολλές μελέτες, συμβάλλει στην καλύτερη έκβαση του καρκίνου του πνεύμονα. Η ανέυρεση ενδιάμεσων βιοδεικτών καρκινογένεσης, η χρήση της φθοριοβρογχοσκόπησης με laser, η κυτταρολογική εξέταση πτυέλων και η χρήση χαμηλής δόσης ελικοειδούς αξονικής τομογραφίας έχουν αυξήσει τη διαγνωστική ευαισθησία. Ο ακριβής προσδιορισμός των ομάδων υψηλού κινδύνου είναι καθοριστικής σημασίας για την εφαρμογή χημειoπροφυλακτικών κλινικών μελετών και για εφαρμογή προληπτικών ελέγχων-screening test για καρκίνο του πνεύμονα. Πνεύμων 2003, 16(2):189-198.
     
  • ΠΕΡΙΛΗΨΗ. Το σύνδρομο Lemierre χαρακτηρίζεται από οξεία στοματοφαρυγγική λοίμωξη με δευτεροπαθή σηπτική θρομβοφλεβίτιδα της έσω σφαγίτιδας, που συχνά επιπλέκεται με σηπτικές μεταστατικές εστίες σε διάφορα όργανα, με κύρια εντόπιση τον πνεύμονα. Σήμερα, με την ευρεία χρήση των αντιβιοτικών, αποτελεί σπάνια επιπλοκή των στοματοφαρυγγικών λοιμώξεων, με καλή πρόγνωση στους περισσότερους ασθενείς. Ο κύριος αιτιολογικός μικροβιακός παράγων που απομονώνεται στην πλειονότητα των περιπτώσεων, είναι το Fusobacterium necrophorum, ενώ σπανιότερα προκαλείται από άλλους μικροοργανισμούς, όπως είδη Steptococcus, Peptostreptococcus, Bacteroides, ενώ επίσης μπορεί να έχει πολυμικροβιακή αιτιολογία. Στο παρόν άρθρο περιγράφεται περίπτωση ανδρός, ηλικίας 20 ετών, με σύνδρομο Lemierre, οφειλόμενο όμως σε ασυνήθιστο παθογόνο, την Pasteurella multocida, δεδομένου ότι είναι χρήσιμο να γνωρίζει ο κλινικός ιατρός το σπάνιο αυτό σύνδρομο. Πνεύμων 2003, 16(2):209-214.
     
  • ΠΕΡIΛΗΨΗ. Παρουσιάζεται περίπτωση άνδρα με αμφοτερόπλευρη ηωσινοφιλική πλευριτική συλλογή και ηωσινοφιλία περιφερικού αίματος. Ο κλινικός και εργαστηριακός έλεγχος απομάκρυνε πολλές νοσολογικές οντότητες και το πόρισμα της βιντεοθωρακοσκοπικής βιοψίας του πνεύμονα μας κατεύθυνε στη διάγνωση της πλευριτικής συλλογής φυματιώδους αιτιολογίας. Συνεπώς η ηωσινοφιλία στο πλευριτικό υγρό δεν αποκλείει τη διάγνωση της φυματίωσης. Πνεύμων 2003, 16(2):215-220.
     
Βρέθηκαν 8 αποτελέσματα. Σελίδα 1 από 1
© 2011 PNEUMON Magazine, Hellenic Bronchologic Society.
Developed by LogicONE Logo LogicONE