Please wait. Loading...
 
Αποστολή σε φίλο
 
Συχνότητα και έκβαση του παιδικού βρογχικού άσθματος στην πόλη της Λάρισας
ΠΕΡΙΛΗΨΗ. Σκοπός αυτής της μελέτης ήταν να εξεταστούν η συχνότητα του παιδικού βρογχικού άσθματος στην πόλη της Λάρισας, καθώς και η επίδραση του οικογενειακού περιβάλλοντος και του ατομικού και κληρονομικού αναμνηστικού στην πορεία της νόσου. Σε 754 οικογένειες με ένα τουλάχιστον παιδί να πηγαίνει σε δημοτικό βρεφονηπιακό σταθμό στη Λάρισα διανεμήθηκε ένα σύντο-μο ερωτηματολόγιο που αφορούσε στο άσθμα. Εκατόν είκοσι από αυτές βρέθηκε να έχουν παιδιά με συμπτώματα από το αναπνευστικό σύστημα τον προηγούμενο χρόνο. Τα παιδιά ήταν 4-8 ετών και τα ερωτηματολόγια συμπληρώθηκαν από τους γονείς τους. Στις οικογένειες αυτές διανεμήθηκε το ερωτηματολόγιο της φάσης 1 της μελέτης ISAAC (International Study of Asthma and Allergy in Childhood), καθώς και ένα ερωτηματολόγιο που εξέταζε την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των γονιών, το περιβάλλον κατοικίας και τις καπνιστικές συνήθειες. Εβδομήντα οικογένειες τελικά είχαν ένα ασθματικό παιδί. Δύο χρόνια αργότερα, οι 66 από τις 70 οικογένειες επαναξιολογήθηκαν όσον αφορά την πορεία του άσθματος του παιδιού, χρησιμοποιώντας ένα σύντομο ερωτηματολόγιο βασισμένο στο ISAAC. Η συχνότητα του άσθματος ανερχόταν στο 9,3%, ενώ η συχνότητα των επεισοδίων μειωνόταν με την πρόοδο της ηλικίας. Η πλειοψηφία των παιδιών είχε ήπιο άσθμα. Αλλεργική ρινίτιδα βρέθηκε στο 31,4%, ενώ έκζεμα στο 14,2%. Η αλλεργική ρινίτιδα και επιπεφυκίτιδα συσχετιζόταν με τις κρίσεις άσθματος δύο χρόνια μετά. Το κάπνισμα των γονέων δεν συνδυάστηκε με τα επεισόδια του άσθματος. Τα ευρήματα αυτά δείχνουν τον ιδιαίτερο ρόλο του ιστορικού ατοπίας στην εξέλιξη του άσθματος και επιβεβαιώνουν τη φθίνουσα πορεία της συχνότητας των επεισοδίων με την ηλικία. Πνεύμων 2003, 16(1):38-48.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το άσθμα είναι μια από τις πιο σημαντικές ασθένειες της παιδικής ηλικίας στις ανεπτυγμένες χώρες1-3. Η συχνότητα του άσθματος κυμαίνεται από 5 έως 20% παγκοσμίως, διαφέρει σημαντικά από περιοχή σε περιοχή και έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία 30 χρόνια4,5. Το περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνει το παιδί συνδέεται με την πορεία του βρογχικού άσθματος. Μια σειρά από παραμέτρους, όπως οι λοιμώξεις στην πρώιμη παιδική ηλικία, η οικιακή σκόνη, η ατμοσφαιρική ρύπανση, το κάπνισμα, ενεργητικό και παθητικό, το κληρονομικό και το ατομικό αναμνηστικό, παίζουν ρόλο στην εξέλιξη της νόσου6,7. Το ιστορικό ατοπίας και το οικογενειακό ιστορικό άσθματος επιβαρύνουν την πρόγνωση. Μετά την εφηβεία παρατηρείται σημαντική ύφεση των συμπτωμάτων στη μεγάλη πλειοψηφία των περιστατικών. Ο σκοπός αυτής της μελέτης ήταν να εκτιμηθεί η συχνότητα του άσθματος στην πόλη της Λάρισας και να εξεταστεί η επίδραση του κληρονομικού και ατομικού αναμνηστικού στην πορεία της νόσου.

ΥΛΙΚΟ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΣ

Σε 863 οικογένειες με ένα τουλάχιστον παιδί να πηγαίνει σε δημοτικό βρεφονηπιακό σταθμό στη Λάρισα διανεμήθηκε ένα σύντομο ερωτηματολόγιο που αφορούσε στο άσθμα. Η έρευνα έλαβε χώρα το 1998 και περιλάμβανε και τους 7 δημοτικούς βρεφονηπιακούς σταθμούς που λειτουργούν στην πόλη. Επτακόσιες εβδομήντα τέσσερις οικογένειες τελικά ανταποκρίθηκαν και 120 από αυτές βρέθηκε να έχουν τουλάχιστον ένα παιδί με συμπτώματα από το αναπνευστικό σύστημα τον προηγούμενο χρόνο. Προκειμένου να αποκλειστούν τα ψευδώς αρνητικά περιστατικά, ως παιδιά με εν δυνάμει άσθμα θεωρήθηκαν όσα είχαν και την παραμικρή υπόνοια υποτροπιάζουσας αναπνευστικής νόσου, όπως προέκυψε από τα ερωτηματολόγια. Τα παιδιά ήταν 4-8 ετών και τα ερωτηματολόγια συμπληρώθηκαν από τους γονείς τους. Το ερωτηματολόγιο που χρησιμοποιήθηκε σ' αυτή την αρχική φάση της έρευνας εκπονήθηκε από το εργαστήριο Φυσιολογίας της Αναπνοής με στόχο τη μεγαλύτερη δυνατή ευαισθησία στη συλλογή των στοιχείων από τους βρεφονηπιακούς σταθμούς (βλέπε Παράρτημα). Σε περίπτωση που δεν αναφέρονταν συμπτώματα που να γεννούν κάποια υποψία για άσθμα, ελήφθησαν υπόψιν τα φάρμακα που κατά καιρούς είχαν χρησιμοποιηθεί από τα παιδιά. Εάν αυτά παρέπεμπαν σε άσθμα, τότε τα παιδιά συμπεριελήφθησαν στο δεύτερο στάδιο της μελέτης. Από αυτές τις 120 οικογένειες ζητήθηκε να συμπληρώσουν το ερωτηματολόγιο ISAAC (βλέπε Παράρτημα) καθώς και ένα ερωτηματολόγιο που αφορούσε στο περιβάλλον του σπιτιού και την κοινωνικοοικονομική κατάσταση, με σκοπό να προκύψει μια ακριβής εκτίμηση της συχνότητας του άσθματος και άλλων αλλεργικών παθήσεων στην πόλη της Λάρισας. Εβδομήντα οικογένειες τελικά είχαν ένα ασθματικό παιδί. Για έναν επιπλέον έλεγχο, οι γονείς ρωτήθηκαν εάν γνώριζαν τη διάγνωση ΄΄άσθμα΄΄ για το παιδί τους, ενώ χρησιμοποιήθηκε για το σκοπό αυτό και το βιβλιάριο υγείας του παιδιού. Το ερωτηματολόγιο ISAAC (International Study of Asthma and Allergy in Asthma) δημιουργήθηκε το 1991 με σκοπό να μεγιστοποιηθούν οι γνώσεις μας πάνω στην επιδημιολογία του άσθματος και των αλλεργικών παθήσεων 3,8. Η μελέτη ISAAC τυγχάνει διεθνούς αναγνώρισης και αποτελείται από 3 φάσεις. Σ' αυτές επιχειρείται να μελετηθούν διεθνώς και συντονισμένα η συχνότητα των αλλεργικών παθήσεων (άσθμα, αλλεργική ρινίτιδα, έκζεμα), να εξεταστεί η εξέλιξή τους στο χρόνο και να γίνουν συγκρίσεις ανάμεσα στις διάφορες χώρες. Η φάση 1 είχε ως στόχο την εκτίμηση της συχνότητας του άσθματος σε διάφορες χώρες. Η φάση 2, η οποία ξεκίνησε το 1998 και βρίσκεται σε εξέλιξη, σχεδιάστηκε προκειμένου να γίνουν συγκριτικές μελέτες της ασθένειας και των παραγόντων κινδύνου. Περιλαμβάνει το βασικό ερωτηματολόγιο, αλλά και άλλες συμπληρωματικές ερωτήσεις, δερματικές δοκιμασίες για ατοπία, μελέτη της βρογχικής υπεραντιδραστικότητας, μελέτη δειγμάτων αίματος για IgE ορού και γενετική ανάλυση. Στη φάση 3 θα μελετηθεί η εξέλιξη του άσθματος, της αλλεργικής ρινίτιδας και του εκζέματος μέσα στο χρόνο στις διάφορες χώρες και θα επιχειρηθεί να συνδυαστεί η κατά περίπτωση εξέλιξη της νόσου με τις περιβαλλοντικές συνθήκες. Το ερωτηματολόγιο της φάσης 1 με μερικές τροποποιήσεις ήταν αυτό που χρησιμοποιήθηκε και στην παρούσα μελέτη. Το ερωτηματολόγιο αυτό περιλαμβάνει 3 μέρη. Το πρώτο μέρος αφο ρά στο άσθμα, το δεύτερο στην ύπαρξη αλλεργικής ρινίτιδας και το τρίτο στην παρουσία εκζέματος. Το Μέρος Ι περιλαμβάνει 8 ερωτήσεις, το Μέρος ΙΙ 6 και το Μέρος ΙΙΙ 7. Στο τροποποιημένο ερωτηματολόγιο (Mέρος Ι) που χρησιμοποιήθηκε στην παρούσα μελέτη συμπεριελήφθησαν 20 ερωτήσεις.

Το ερωτηματολόγιο που αφορούσε στην κοινωνικοοικονομική κατάσταση των γονέων διανεμήθηκε στο ίδιο φυλλάδιο, μαζί με τις ερωτήσεις του ISAAC ως εισαγωγή. Ρωτά για τις γραμματικές γνώσεις των γονέων και το επάγγελμά τους. Εξετάζει τις συνθήκες στο χώρο που ζουν τα μέλη της οικογένειας, τις καπνιστικές συνήθειες των γονέων, αλλά και τις αθλητικές δραστηριότητες του παιδιού. Ως βάση γι' αυτό το ερωτηματολόγιο, χρησιμοποιήθηκε αντίστοιχο ερωτηματολόγιο από την Παιδιατρική Κλινική του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων για τον προληπτικό έλεγχο της αναπνευστικής λειτουργίας των μαθητών στα Δημοτικά σχολεία κατά τα έτη 1996-97.

Δύο χρόνια αργότερα έγινε μια επαναξιολόγηση (follow-up) των οικογενειών αυτών. Χρησιμοποιήθηκε ένα ερωτηματολόγιο για το άσθμα βασισμένο στο ISAAC αλλά πιο σύντομο και επικεντρωμένο στα στοιχεία που ενδιέφεραν στην παρακολούθηση των οικογενειών. Ο αριθμός των κρίσεων, ο αριθμός των εισαγωγών στα νοσοκομεία και η τυχόν αλλαγή στις καπνιστικές συνήθειες ήταν τα κύρια σημεία. Το ερωτηματολόγιο που χρησιμοποιήθηκε στην επαναξιολόγηση (follow-up) των ασθενών ήταν το ΜΕΡΟΣ Ι του ISAAC, χωρίς τις ερωτήσεις 1, 8-10, 15-20, οι οποίες και αναφέρονται στην αναγνώριση της νόσου. Τα ερωτηματολόγια συμπληρώθηκαν μετά από τηλεφωνική επικοινωνία με τις οικογένειες. Από το αρχικό δείγμα των 70 οικογενειών, 4 οικογένειες είχαν αλλάξει τόπο διαμονής και δεν ήταν εύκολο να εντοπιστούν. Το τελικό δείγμα που περιελήφθη σ' αυτό το στάδιο της μελέτης αποτελείτο από 66 οικογένειες.

α. Κωδικοποίηση: Οι πληροφορίες οι σχετικές με τον αριθμό των ατόμων στην οικογένεια (αδέλφια, τυχόν ηλικιωμένα άτομα στο σπίτι) καθώς και του οικογενειακού ιστορικού ελήφθησαν από το σκέλος του ερωτηματολογίου που αφορούσε στους γονείς. Η κοινωνικοοικονομική κατάσταση, εκτιμήθηκε με βάση τη μόρφωση και το επάγγελμα των γονέων. Η ακαδημαϊκή μόρφωση προσδιορίστηκε σε τρία επίπεδα θεωρώντας το γυμνάσιο και το λύκειο ως ενιαία οντότητα, αφού στην Ελλάδα τις 2 τελευταίες δεκαετίες οι περισσότεροι μαθητές συνεχίζουν τις σπουδές στο λύκειο. Ως ανώτερη/ ανώτατη εκπαίδευση θεωρήθηκαν οι μετά το λύκειο σπουδές, διάρκειας άνω των δύο ετών. Η πυκνότητα των ατόμων που μένουν στο σπίτι υπολογίστηκε διαιρώντας τον αριθμό των ατόμων με τον αριθμό των δωματίων (χαμηλή , μέτρια 1-2, υψηλή). Τέλος, συγκρίθηκαν δεδομένα για τις καπνιστικές συνήθεις με έμφαση στο κάπνισμα μέσα στο σπίτι.

β. Επεξεργασία: Τα δεδομένα εξετάστηκαν με τη χρήση του Pearson και τη διόρθωση συνέχειας του Yates, όπου ήταν απαραίτητη. Ερευνήθηκε η σχέση ανάμεσα στους παράγοντες των γονέων και την εξέλιξη των ασθματικών κρίσεων δύο χρόνια μετά. Οι παράμετροι που εξετάστηκαν ήταν το φύλο του παιδιού, το ιστορικό των γονέων για το άσθμα, η κοινωνικοοικονομική κατάσταση της οικογένειας, η έκθεση στο κάπνισμα των γονιών, το ιστορικό του παιδιού για έκζεμα ή αλλεργική ρινίτιδα, η πυκνότητα των ατόμων στο σπίτι και ο αριθμός των μεγαλύτερων αδελφών. Το επίπεδο στατιστικής σημαντικότητας ήταν το 0,05. Η στατιστική επεξεργασία έγινε με το πρόγραμμα SPSS for Windows, έκδοση 7,5.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Το υλικό της έρευνας αποτελούσαν οι 70 οικογένειες με ένα ασθματικό παιδί η κάθε μία. Τα επιδημιολογικά χαρακτηριστικά του δείγματος φαίνονται στον πίνακα 1. Η συχνότητα του άσθματος ανήλθε τελικά στο 9,3% (70/754). Ποσοστό 45,7% των παιδιών ήταν αγόρια και 54,3% κορίτσια. Η μέση ηλικία των παιδιών ήταν 5,9 έτη. Ποσοστό 68,6% των πατέρων και 58,5% των μητέρων ήταν ανώτερης ή ανώτατης ακαδημαϊκής μόρφωσης (πίνακας 1). Η πλειοψηφία των παιδιών παρουσίαζαν ήπιο άσθμα (πίνακας 2). Ποσοστό 75,7% των παιδιών είχαν μία κρίση τον προηγούμενο χρόνο και μόνο ποσοστό 2,8% είχε τρεις κρίσεις το χρόνο. Έκζεμα αναφέρθηκε στο 14,2% των περιπτώσεων και αλλεργική ρινίτιδα στο 31,4% των περιπτώσεων (πίνακας 2). Όσον αφορά την κληρονομικότητα, το 38,6% αναφέρει έναν τουλάχιστον συγγενή α΄ ή β΄ βαθμού με βρογχικό άσθμα (πίνακας 3). Δύο χρόνια μετά η συχνότητα επανεμφάνισης των συμπτωμάτων ανερχόταν σε 9,1% (πίνακας 4) Οι κρίσεις δεν ξεπέρασαν τη μία το χρόνο, ενώ σε καμιά περίπτωση δεν χρειάστηκε εισαγωγή σε νοσοκομείο. Οι ασθματικές κρίσεις δύο χρόνια μετά συσχετίστηκαν στατιστικά σημαντικά μόνο με το ιστορικό αλλεργικής ρινίτιδας και επιπεφυκίτιδας (πυρετός εκ χόρτου) (πίνακας 5).

Table 1

Table 2

Table 3

Table 4-5

ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Η συχνότητα του άσθματος που προσδιορίστηκε στην παρούσα μελέτη ήταν 9,3%, τιμή κοντά σε εκείνη που αναφέρουν διεθνείς μελέτες τα τελευταία χρόνια 3-5. Η συχνότητα του παιδικού άσθματος στην Ευρώπη κυμαίνεται μεταξύ 7% και 11%. Στην Ελλάδα και σύμφωνα με τα αποτελέσματα της πρώτης πανελλήνιας μελέτης για το παιδικό άσθμα στη χώρα μας (1988) η συχνότητα του παιδικού άσθματος για παιδιά ηλικίας 7-8 ετών προσδιορίζεται στο 7,3% περίπου9. Στη Θεσσαλία πρόσφατες έρευνες ανεβάζουν τα ποσοστά αυτά στο 8%10. Στην Τουρκία το ποσοστό αυτό ήταν 9,8% ενώ του συριγμού ήταν 15,1%11. Στην Αγγλία η συχνότητα του συριγμού έφτανε το 33% και του άσθματος το 20%12. Όσον αφορά το κατά πόσο οι γονείς ήταν ενήμεροι για την ασθένεια του παιδιού τους βρέθηκε ότι περίπου 70% των γονιών γνώριζαν ότι το παιδί τους είχε άσθμα, ενώ οι υπόλοιποι ανέφεραν τους όρους ασθματική βρογχίτιδα, σπαστική βρογχίτιδα ή αλλεργική βρογχίτιδα, χωρίς να γνωρίζουν ότι οι όροι είναι συνώνυμοι του άσθματος.

Η συχνότητα τόσον του συριγμού, όσον και του άσθματος έχουν αυξηθεί σταθερά τα τελευταία 30 χρόνια. Βρέθηκε ότι η αύξηση στη συχνότητα του άσθματος ήταν πολύ μεγαλύτερης εκείνης του συριγμού13,14. Αυτό ενισχύει την υπόθεση ότι ένας σημαντικός λόγος για την αύξηση της συχνότητας είναι μεταξύ άλλων η ολοένα και πιο συχνή αναγνώριση της νόσου ώς "άσθμα", σε αντίθεση με όρους όπως "ασθματοειδή" ή "αλλεργική βρογχίτιδα" που χρησιμοποιούνταν στο παρελθόν. Είναι αλήθεια ότι παρατηρούνται μεγάλες διαφορές στη συχνότητα του άσθματος από περιοχή σε περιοχή, αλλά και από μελέτη σε μελέτη3. Για τις διαφορές που παρατηρούνται, σε ένα βαθμό ευθύνονται η διαφορετική μεθοδολογία, αλλά και τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται. Ωστόσο, φαίνεται πως πέρα από την αναγνώριση της νόσου αυτής καθ' αυτής και τα όποια προβλήματα στη μεθοδολογία, υπάρχει και πραγματική αύξηση των περιστατικών. Στο Hong-Kong η συχνότητα του άσθματος αυξήθηκε κατά 71% και του συριγμού κατά 24% μέσα σε λίγα χρόνια15. Παρόμοια είναι τα ευρήματα και σε άλλες μελέτες. Στην πόλη Αμπερντήν της Σκοτίας η συχνότητα του συριγμού στα παιδιά, αυξήθηκε από 10% το 1964 σε 20% το 1989, ενώ το άσθμα αυξήθηκε από 4% σε 10%. Αύξηση επίσης σημειώθηκε στα περιστατικά με έκζεμα από 6% σε 12%, καθώς και στον πυρετό εκ χόρτου από 3% σε 12%, γεγονός που δείχνει τη γενικότερη τάση αύξησης στις περιπτώσεις με ατοπία16. Όσον αφορά στην κληρονομικότητα του βρογχικού άσθματος, τα ποσοστά θετικού οικογενειακού ιστορικού κυμαίνονται από 30% έως 60%17. Η πιο σημαντική παράμετρος είναι το ιστορικό άσθματος και ατοπίας των γονέων και ειδικά της μητέρας6. Μελέτες σε διδύμους έδειξαν ότι τα επίπεδα IgE του ορού σε παιδιά και ενήλικες έχουν γενετική σχέση, ενώ άλλες μελέτες δείχνουν μια γενετική σχέση για τη βρογχική υπεραντιδραστικότητα, ακόμα και όταν δεν υπάρχει κλινικά έκδηλη νόσος18,19.

Όσον αφορά στην επίπτωση του βρογχικού άσθματος, αλλά και την εξέλιξή του στην παιδική ηλικία, λίγες είναι οι μελέτες που ασχολούνται με το θέμα αυτό. Στην πανεθνική μελέτη της Μεγάλης Βρετανίας, η ετήσια επίπτωση του άσθματος για τις ηλικίες 7, 11, 16, 23 έτη ήταν 2,6%, 1,1%, 0,7% και 0,8% αντίστοιχα20. Η γενική εντύπωση είναι ότι η επίπτωση του άσθματος είναι μεγάλη στην πρώιμη παιδική ηλικία και στη συνέχεια ελαττώνεται καθώς το παιδί μπαίνει στην εφηβεία. Η πλειοψηφία των νηπίων και των παιδιών προσχολικής ηλικίας παρουσιάζουν παροδικά επεισόδια συριγμού, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει ότι έχουν αυξημένο κίνδυνο για την ανάπτυξη άσθματος ή αλλεργιών αργότερα στη ζωή τους. Ως γενικός κανόνας ισχύει ότι με την είσοδο στην εφηβεία παρατηρείται αξιόλογη ύφεση των επεισοδίων. Παρόλα αυτά, οι κακές κλιματολογικές συνθήκες, οι συχνές ιογενείς λοιμώξεις και η ατοπική προδιάθεση δημιουργούν πρόσφορο έδαφος για την επιμονή των κρίσεων. Στην παρούσα μελέτη η συχνότητα του άσθματος παρουσιάζεται αυξημένη σε σύγκριση με προγενέστερη έρευνα στον Ελλαδικό χώρο και 15% πιο υψηλή σε σχέση με άλλη προς 5ετίας έρευνα στο χώρο της Θεσσαλίας10. Το εύρημα αυτό είναι σύμφωνο με τις αυξητικές τάσεις που παρουσιάζει το άσθμα διεθνώς τα τελευταία χρόνια.

Η συχνότητα των ασθματικών επεισοδίων 2 χρόνια μετά την πρώτη επανεκτίμηση ανερχόταν στο 9,1%. Η σοβαρότητα των επεισοδίων ήταν μικρότερη, αφού σε καμιά περίπτωση δεν αναφέρθηκε εισαγωγή στο νοσοκομείο. Η φθίνουσα πορεία της συχνότητας επανεμφάνισης των κρίσεων συμφωνεί με τη γενικότερη ευνοϊκή πρόγνωση του άσθματος καθώς το παιδί μεγαλώνει. Παρόμοια ευρήματα, από πλευράς συχνότητας, αλλά σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου, αναφέρονται σε μελέτη στη Μεγάλη Βρετανία και σε παιδιά που παρακολουθήθηκαν από τα 7 μέχρι τα 30 τους. Το ποσοστό των παιδιών που εξακολουθούσαν να εμφανίζουν επεισόδια στην ηλικία των 7 ετών ήταν 18%21. Στην Ελλάδα και στο πλαίσιο της μελέτης ISAAC, ο επιπολασμός του άσθματος στην ηλικία 13-14 ετών και σε δείγμα 2.561 παιδιών υπολογίστηκε περί το 5%, από τα χαμηλότερα ποσοστά παγκοσμίως3.

Στον επανέλεγχο που πραγματοποιήθηκε δύο χρόνια μετά την πρώτη εκτίμηση, οι ασθματικές κρίσεις συσχετίστηκαν στατιστικά σημαντικά μόνο με το ιστορικό αλλεργικής ρινίτιδας. Στην παρούσα μελέτη, σε αντίθεση με άλλες μελέτες, το ιστορικό εκζέματος δε συσχετίστηκε με την επανεμφάνιση των ασθματικών κρίσεων10,20,22. Τόσον η αλλεργική ρινίτιδα και επιπεφυκίτιδα, όσον και το ιστορικό εκζέματος σχετίζονται στενά με την επίπτωση του άσθματος, αλλά και την επιμονή των συμπτωμάτων στη διαδρομή της νόσου23,24. Η αλλεργική ρινίτιδα με συνοδό επιπεφυκίτιδα (πυρετός εκ χόρτου) αυξάνει, ως ατοπική εκδήλωση, κατά πολύ τον κίνδυνο για την επιμονή των συμπτωμάτων του άσθματος μετά την ηλικία των 2025. Γενικά τα παιδιά με ατοπικές εκδηλώσεις (πυρετός εκ χόρτου, έκζεμα) παρουσιάζουν σε αυξημένο ποσοστό βρογχική υπεραντιδραστικότητα, ειδικά εκείνα που εμφανίζουν ευαισθησία σε περισσότερες από μια ομάδες αλλεργιογόνων26,27. Η σοβαρότητα, εξάλλου της βρογχικής υπεραντιδραστικότητας αυξάνει ανάλογα με το βαθμό της ατοπίας. Από την άλλη πλευρά, η υποχώρηση των συμπτωμάτων της αλλεργικής ρινίτιδας μετά από τοπική χρήση κορτικοστεροειδών συνοδεύεται από βελτίωση του άσθματος28. Γενικά ο οιοσδήποτε ερεθισμός του ανώτερου αναπνευστικού φαίνεται ικανός να προκαλέσει επιδείνωση του άσθματος. Ακόμα και η οξεία ή χρόνια παραρρινοκολπίτιδα μπορεί να προκαλέσει βρογχική υπεραντιδραστικότητα29. Στην παρούσα μελέτη, κάποιες άλλες παράμετροι, γνωστές για τη σπουδαιότητά τους στην έναρξη και εξέλιξη του άσθματος είχαν μικρότερη σημασία. Οι καπνιστικές συνήθειες των γονιών και ο αριθμός των τσιγάρων που καπνίζονται μέσα στο σπίτι δεν σχετίζονται με τη βαρύτητα του άσθματος και το ίδιο συμβαίνει και με την κοινωνικοοικονομική κατάσταση. Όπως προέκυψε από άλλες μελέτες το κάπνισμα της μητέρας έχει ιδιαίτερη σημασία ειδικά στη διάρκεια της εγκυμοσύνης και της γαλουχίας30,32. Ο αριθμός των τσιγάρων είναι επίσης σημαντικός με το 1/2 πακέτο να είναι το κρίσιμο όριο. Πάντως, το κάπνισμα δε φαίνεται να επηρεάζει την πορεία του άσθματος στην όψιμη παιδική ηλικία.

Σε αυτή τη μελέτη, δεδομένου ότι υπήρξαν μόνο δύο χρόνια για την παρακολούθηση των αρρώστων, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη μερικές ακόμα παράμετροι και πιθανά σφάλματα. Εάν η διάρκεια της παρακολούθησης ήταν μεγαλύτερη, ίσως να προέκυπταν κάποιες άλλες επιδράσεις. Το δείγμα των ασθενών, αν και επιλέχτηκε τυχαία από τους μαθητές των δημοτικών παιδικών σταθμών, ίσως να μην είναι αντιπροσωπευτικό, ενώ οι γονείς διαφορετικών κοινωνικοοικονομικών τάξεων ίσως να προτιμούν ιδιωτικούς σταθμούς. Από την άλλη πλευρά, η ατοπία χωρίς την αξιολόγηση ειδικής ευαισθητοποίησης, δεν είναι εύκολο να αξιολογηθεί κατά την υπό μελέτη ηλικία, δεδομένης της συχνότητας των προεξαρχουσών λοιμώξεων. Οι απαντήσεις των γονέων που αφορούσαν στο κληρονομικό αναμνηστικό ίσως να μην ήταν αξιόπιστες. Συχνά το άσθμα συγχέεται με νόσους όπως η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια ή η καρδιακή ανεπάρκεια. Επίσης, πολλοί δεν γνώριζαν ότι όροι όπως αλλεργική ή σπαστική βρογχίτιδα είναι όροι συνώνυμοι του άσθματος. Υπάρχει ακόμα το ενδεχόμενο σκόπιμα να μην δόθηκαν ειλικρινείς απαντήσεις λόγω προκατάληψης για τη βαρύτητα της νόσου.

Η παρούσα μελέτη είχε προκαταρκτικό χαρακτήρα. Αν και ασφαλή συμπεράσματα είναι δύσκολο να εξαχθούν, τα ευρήματά της επισημαίνουν το ρόλο του ιστορικού της ατοπίας στην εξέλιξη του άσθματος. Παράλληλα επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι η συχνότητα του άσθματος αυξάνεται σταθερά τα τελευταία χρόνια. Τέλος, και αυτή η μελέτη δείχνει τη φθίνουσα πορεία που ακολουθούν οι κρίσεις άσθματος με την πρόοδο της ηλικίας, καθώς το παιδί εισέρχεται στην εφηβεία.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Burney P. Epidemiology of asthma. Allergy 1993; 48:17-218.

2. Myers TR. Pediatric asthma epidemiology: incidence, morbidity and mortality. Respir Care Clin N Am 2000; 6:1-14.

3. The International Study of Asthma and Allergies in Childhood (ISAAC) Steering Committee. Worldwide variation in prevalence of symptoms of asthma, allergic rhi-noconjuctivitis and atopic eczema ISAAC. Lancet 1998; 351:1225-32.

4. Hartert TV, Peebles RS Jr. Epidemiology of asthma: the year in review. Curr Opin Pulm Med 2000; 6:4-9.

5. Sears MR. Evolution of asthma through childhood. Clin Exp All 1998; l28(supp 5):82-89.

6. Sears MR, Holdaway MD, Flannery EM, Herbison GP, Silva PA. Parental and neonatal risk factors for atopy, airway hyper - responsiveness and asthma. Arch Dis Child 1996; 75:392-398.

7. Newman-Taylor A. Environment determinants of asthma. Lancet, 1995; 345:296-299.

8. Zacharasiewicz A, Zidek T, Haidinger G, Waldhor T, Suess G, Vutuc C. Indoor factors suggestive of asthma in Austria children aged 6 - 9 years and their association to respiratory symptoms. Wien Klin Wochenschr 1999; 111: 882-6.

9. Τσανάκας Ν.Ι. Το βρογχικό άσθμα στα παιδιά. Θεσσαλονίκη 1992.

10. Χατζηπαρασίδης και συν. Πορεία και πρόγνωση παιδικού βρογχικού άσθματος. Πνεύμων 1997; 10:103-107.

11. Ones U, Sapan N, Somer A, Disci R, Salman N, Guler N, Yalcin I. Prevalence of childhood asthma in Istanbul, Turkey. Allergy 1997; 52:570-5.

12. Kaur B, Anderson HR, Austin J, Burr M, Harkins LS, Strachan DP, Warner JO. Prevalence of asthma symptoms, diagnosis, and treatment in 12-14 year old children across Great Britain. BMJ 1998; 316:118-24.

13. Bauman A. Has the prevalence of asthma symptoms increased in Australian chil-dren? J Pediatr Child Health 1993; 29: 424-428.

14. Pearce N, Weiland S, Keil U et al: Self reported prevalence of asthma symptoms in children in Australia, England, Germany and New Zealand: an international com-parison using the ISAAC protocol. Eur Respir J 1993; 6:1455-61.

15. Leung R, Wong G, Lau J et al. Increasing trend of asthma and allergic disease in Hong Kong schoolchildren. J Allergy Clin Immunol 1996; 97:375.

16. Ninan TK, Russel G: Respiratory symptoms and atopy in Aberdeen schoolchildren: evidence from two surveys 25 years apart. BMJ 1992; 304:873-875.

17. Slutsky AS. Genetics of asthma: a primer. Can Respir J 1998; Suppl A: 4A-8A.

18. Godfrey S, Konig P: Exercise-induced bronchial lability in atopic children and their families. Ann Allergy 1974; 33: 199-205.

19. Bazaral M, Orgel HA, Hamburger RN. Genetics of IgE and allergy: serum IgE levels in twins. J Allergy Clin Immunol 1974; 54:288-304.

20. Anderson HR, Pittier AC, Strachan DP. Asthma from birth to age 23: incidence and relation to prior and concurrent atopic disease. Thorax 1992; 47:537-42.

21. Burke C, Power CK, Norris A, Condez A, Schnekel B, Poulter CW: Lung function and immunopathological changes after inhaled corticosteroid therapy in asthma Eur. Respir. J 1992; 5:73-79.

22. Linna O. A 5 year prognosis of childhood asthma. Acta Paediatr Scand 1985; 74:442-5.

23. Jenkins MA, Hopper JL, et al. Factors in childhood as predictors of asthma in adult life. BMJ 1994; 309:90-3.

24. Wilson NM, Dore CJ, Silverman M. Factors relating to the severity of symptoms at 5 yrs in children with severe wheeze in the first 2 yrs of life. Eur Respir 1997; 10:346-53.

25. Giles GG, Gibson HB, Lickiss N, Shaw K: Respiratory symptoms in Tasmanian adolescents: a follow up of the 1961 birth cohort. Aust NZ J Med 1984; 14: 631-637.

26. Peat JK, Britton WJ, Salome CM, Woolcock AJ. Bronchial hyperresponsiveness in two populations of Australian schoolchildren. II. Relative importance of associated factors. Clin Allergy 1987; 17: 283-290.

27. Peat JK, Britton WJ, Salome CM, Woolcock AJ. Bronchial hyperresponsiveness in two populations of Australian schoolchildren. III. Effect of exposure to environ-mental allergens. Clin Allergy 1987; 17:291-300.

28. Reed CE, Marcoux JP, Welsh PW. Effects of topical nasal treatment on asthma symptoms. J Allergy Clin Immunol 1988; 81:1042-1047.

29. Slavin RG. Recalcitrant asthma: Have you looked for sinusitis? J Resp Dis 1986, 7:61-68.

30. Stein RT, Holberg CJ, Sherrill D, Wright AL, Morgan WJ, Taussig L, Martinez FD. Influence of parental smoking on respiratory symptoms during the first decade of life: The Tucson children's Respiratory study. Am J Epidemiol 1999; 49:1030-7.

31. Lister SM, Jorm LR. Parental smoking and respiratory illnesses in Australian children aged 0 - 4 years. ABS 1989 - 90 National Health Survey results. Aust N Z J Public Health 1998; 22:781-6.

32. Weitzman M, Gortmaker S, Walker DK, Sobol A. Maternal smoking and childhood asthma. Pediatrics 1990; 85: 505-11.

© 2011 PNEUMON Magazine, Hellenic Bronchologic Society.
Developed by LogicONE Logo LogicONE