Please wait. Loading...
 
  •  
  •  
  • ABSTRACT. The term expiratory flow limitation is used to indicate that maximal expiratory flow is achieved during tidal breathing and is characteristic of intrathoracic airflow obstruction. Despite the severe consequences of expiratory flow-limitation, the prevalence and clinical significance of this phenomenon have not been adequately studied in COPD, asthma, and patients with other pulmonary and non-pulmonary disease. The latter is due to the fact that the previously used method to detect expiratory flow-limitation, (i.e., the one proposed by Hyatt based on comparison of maximal to tidal expiratory flow-volume curve), has several methodological and theoretical deficiencies. Therefore, its use is no longer recommended. In order to overcome these difficulties, a more precise technique, namely the negative expiratory pressure (NEP) method, has been introduced. It essentially consists in applying negative pressure (-3 to -5 cmH2O) at the mouth during tidal expiration. The NEP method is based on the principle that in the absence of pre-existing flow limitation, the increase in pressure gradient between the alveoli and the airway opening caused by NEP should result in increased expiratory flow. By contrast, in flow-limited subjects application of NEP should not change the expiratory flow. The NEP technique has been applied and validated in mechanically ventilated ICU patients by concomitant determination of isovolume flow-pressure relationships. With this method the volume and time history of the control and test tidal expiration are the same. Application of NEP is not associated with any unpleasant sensation, cough, or other side effects. This method does not require patient’s collaboration, performance of FVC manoeuvres or use of a body plethysmograph. It can be used apart from spontaneous breathing subjects in any body position, during exercise, and in ICU settings. This new tool may provide new insights in the physiology and patho-physiology of several diseases and the symptom of dyspnoea. Pneumon 2002, 15(3):254-262.
     
  • Το υπεροξείδιο του υδρογόνου (H2O2) αποτελεί δείκτη οξειδωτικού stress σε φλεγμονώδεις παθήσεις των αεραγωγών χωρίς όμως να έχει διευκρινισθεί απόλυτα ο ρόλος του σε σχέση με τη συνυπάρχουσα φλεγμονή και κλινική βαρύτητα της κάθε νόσου. Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι να διερευνήσει, την κυτταρική προέλευση του H2O2 καθώς και τη σχέση του με την υποκείμενη φλεγμονή και κλινική βαρύτητα, σε ασθενείς με βρογχικό άσθμα. Μελετήθηκαν 50 ασθενείς με ήπιο και μέτριο άσθμα. Το H2O2 μετρήθηκε στο συμπύκνωμα του εκπνεόμενου αέρα και συσχετίσθηκε με παραμέτρους που εξέφραζαν κλινική και λειτουργική βαρύτητα (FEV1 % αναμενόμενης, ημερήσια διακύμανση της PEFR, βαθμολογία συμπτωμάτων και βρογχική υπεραντιδραστικότητα στην ισταμίνη), καθώς και με παραμέτρους που εξέφραζαν την υποκείμενη φλεγμονή της νόσου (ολικός και % αριθμός κυττάρων στην προκλητή απόχρεμψη, επίπεδα ηωσινοφιλικής κατιονικής πρωτείνης [ECP] στο υπερκείμενο των πτυέλων). Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η μέση τιμή (95%CI) της συγκέντρωσης του H2O2 στους ασθενείς με άσθμα ήταν στατιστικά σημαντικά υψηλότερη σε σχέση με αυτή των φυσιολογικών ατόμων (0,67, 0,56-0,77 vs 0,2, 0,16-0,24 μM, p<0,0001). Η διαφορά αυτή ήταν αποτέλεσμα της αυξημένης συγκέντρωσης του H2O2 στους ασθενείς με μέτριο άσθμα, σε σύγκριση με αυτή των ασθενών με ήπιο διαλείπον και ήπιο επιμένον άσθμα (0,95, 0,76-1,12μM vs 0,59, 0,47-0,7 vs 0,27, 0,23-0,32 μM αντίστοιχα, p<0,0001). Η συγκέντρωση του H2O2 συσχετιζόταν θετικά με τον αριθμό των ηωσινοφίλων στη προκλητή απόχρεμψη καθώς και με τα επίπεδα της ECP. Ανάλογη συσχέτιση βρέθηκε με τα πολυμορφοπύρηνα σε ασθενείς με μέτριο άσθμα. Θετικά σημαντική συσχέτιση παρατηρήθηκε μεταξύ του H2O2, της βαθμολογίας συμπτωμάτων και της ημερήσιας διακύμανσης της PEFR. Το H2O2 συσχετίζετο αρνητικά με την FEV1% αναμενόμενης. Περαιτέρω ανάλυση που αφορούσε υποομάδες άσθματος που προέκυψαν ανάλογα με τη βαρύτητα της νόσου και τη λήψη εισπνεομένων στεροειδών (ΕΣ) έδειξε ότι οι παραπάνω συσχετίσεις αφορούσαν μόνο τους ασθενείς με μέτριο άσθμα που δεν ελάμβαναν ΕΣ. Συμπερασματικά τα ηωσινόφιλα είναι τα κύρια κύτταρα που παράγουν H2O2 σε ασθενείς με άσθμα ενώ φαίνεται ότι η παραγωγή του σε βαρύτερες μορφές εξαρτάται και από την παρουσία των ουδετεροφίλων. Ο ρόλος δε του H2O2 ως δείκτη αξιολόγησης της νόσου είναι περιορισμένος μια και εξαρτάται από τη λήψη ΕΣ και την κλινική βαρύτητα αυτής. Πνεύμων 2002, 15(3):275-285.
     
  • ΠΕΡΙΛΗΨΗ. Τα βρογχικά καρκινοειδή κατατάσσονται στην κατηγορία των πνευμονικών νευροενδοκρινών όγκων η οποία επεκτείνεται από τα τυπικά καρκινοειδή έως και τον μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονος. Παρουσιάζονται τα αποτελέσματα αναδρομικής μελέτης επί συνόλου 38 ασθενών (22 άρρενες, 16 θήλεις, εύρος ηλικίας 28 έως 78 έτη), οι οποίοι υπεβλήθησαν σε χειρουργική επέμβαση εκτομής καρκινοειδών όγκων πνεύμονος σε διάστημα 9 ετών (1988-1997). Σε 25 ασθενείς διενεργήθηκε λοβεκτομή, σε 4 βρογχοπλαστική επέμβαση, σε 3 πνευμονεκτομή ενώ σε 6 ασθενείς πραγματοποιήθηκε σφηνοειδής εκτομή όγκου. Τα αρχικά βιοπτικά δείγματα επανεξετάσθησαν και επαναταξινομήθηκαν με βάση τα νεώτερα κριτήρια. Δεν υπήρξε διεγχειρητική θνησιμότητα, ενώ η αρχική ιστολογική ανάλυση αποκάλυψε 28 περιπτώσεις τυπικών καρκινοειδών και 10 περιπτώσεις άτυπων καρκινοειδών. Η επαναταξινόμηση σύμφωνα με τα κριτήρια του Travis κατέταξε 4 περιπτώσεις ατύπων καρκινοειδών στα μεγαλοκυτταρικά νευροενδοκρινή καρκινώματα (LCNEC) και 2 περιπτώσεις τυπικών στα άτυπα καρκινοειδή. Η επιβίωση ήταν στατιστικά υψηλότερη για τις περιπτώσεις τυπικών καρκινοειδών σε σύγκριση με αυτήν των άτυπων (p=0.027, Fisher’s exact) ή των LCNE (p=0.0008, Fisher’s exact). Ανοσοενισχυτική χημειοθεραπεία εδόθη σε 4 ασθενείς (3 άτυπα καρκινοειδή, 1 LCNEC). Συμπερασματικά, η αναγνώριση του ευρέος φάσματος της συμπεριφοράς των νευροενδοκρινών όγκων του πνεύμονος υποδεικνύει την αναγκαιότητα πολυπαραγοντικής θεραπευτικής προσέγγισης και αντιμετώπισης, κυρίως στους επιθετικώτερους κυτταρικούς τύπους. Πνεύμων 2002, 15(3):286-290.
     
  • ΠΕΡΙΛΗΨΗ. Η διαταραχή στην ισορροπία οξειδωτικών-αντιοξειδωτικών έχει αναφερθεί σε διάφορα νοσήματα του αναπνευστικού συστήματος συμπεριλαμβανομένης της πνευμονίας. Σκοπός της μελέτης ήταν η μέτρηση της ολικής αντιοξειδωτικής καταστάσεως (TAS) στον ορό ασθενών με εξωνοσοκομειακή πνευμονία κατά τη νοσηλεία τους και η πιθανή συσχέτισή της με κλινικά και εργαστηριακά ευρήματα. Μελετήθηκαν 30 ασθενείς (22 άνδρες- και 8 γυναίκες) ηλικίας 48±21 ετών. Την 1η και 7η ημέρα νοσηλείας καταγράφονταν κλινικά, εργαστηριακά και ακτινολογικά ευρήματα και γινόταν βαθμολόγηση της βαρύτητας της πνευμονίας σύμφωνα με την κλίμακα κατά Fine. Στο ίδιο χρονικό διάστημα γινόταν μέτρηση της ολικής αντιοξειδωτικής καταστάσεως στον ορό με χρωματομετρική μέθοδο στα 600 nm. Τα αποτελέσματα έδειξαν στατιστικά σημαντικά μειωμένη τιμή TAS την 1η ημέρα (TAS1) ως προς αυτήν της 7ης (TAS2) (0,84±0,13 mmol/l και 1,00±0,17 mmol/l αντιστοίχως, p=0,0001). Διαπιστώθηκε ότι ο λόγος TAS1/TAS2 σχετίζεται θετικά με τη διαφορά στη βαθμολογία βαρύτητας μεταξύ 1ης και 7ης ημέρας (r=0,501, p=0,007). Ο λόγος TAS1/TAS2 σχετίζεται αρνητικά με την PaO2 στην εισαγωγή (r=0,47, p=0,008). Η μεταβολή στην TAS (TAS2-TAS1) σχετίζεται θετικά με τον αριθμό των λευκών αιμοσφαιρίων στο αίμα (r=0,399, p=0,029). Η μεταβολή στην TAS (TAS2-TAS1) είναι στατιστικά σημαντικά μεγαλύτερη στους ασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες πνευμονίας (p=0,01). Η μεταβολή επίσης στην TAS είναι στατιστικά σημαντικά μεγαλύτερη όταν η πνευμονία οφείλεται σε Gram(-) μικρόβια (p=0,032). Τέλος, ο λόγος TAS1/TAS2 είναι στατιστικά σημαντικά μεγαλύτερος όταν η πνευμονία εντοπίζεται αμφοτερόπλευρα στην ακτινογραφία (p=0,023). Συμπερασματικά, η ολική αντιοξειδωτική κατάσταση σε ασθενείς με εξωνοσοκομειακή πνευμονία είναι μειωμένη στο αρχικό στάδιο της νόσου, στοιχείο ενδεικτικό της παρουσίας αυξημένου οξειδωτικού φορτίου. Η συσχέτιση που βρέθηκε με τη βαρύτητα της νόσου ίσως καθιστά τον προσδιορισμό της παραμέτρου αυτής χρήσιμη στην καθημερινή πρακτική, όπως χρήσιμη μπορεί να είναι και η χορήγηση αντιοξειδωτικών ουσιών σε ασθενείς με εξωνοσοκομειακή πνευμονία. Πνεύμων 2002, 15(3):295-304.
     
  • ΠΕΡΙΛΗΨΗ. Παρουσιάζεται περίπτωση ασθενούς, γυναίκας 27 ετών, η οποία από τη βρεφική ηλικία της αντιμετωπιζόταν ως ασθματική. Στην ασθενή διαπιστώθηκε πρόσφατα κυστική μάζα στο μεσοθωράκιο. Τα συμπτώματά της υποχώρησαν πλήρως μετά από τη χειρουργική αφαίρεση της μάζας, η οποία βρέθηκε ότι ήταν βρογχογενής κύστη. Γίνεται βραχεία ανασκόπηση της βιβλιογραφίας. Πνεύμων 2002, 15(3)314-318.
     
  • ΠΕΡΙΛΗΨΗ. Αναφέρεται περίπτωση γυναίκας 71 ετών, η οποία παρουσιάστηκε με καταβολή δυνάμεων και λεμφοκυττάρωση στο περιφερικό αίμα. H μορφολογία και ανοσοφαινοτυπική ανάλυση των λεμφοκυττάρων του περιφερικού αίματος οδήγησαν στη διάγνωση της χρόνιας λεμφογενούς λευχαιμίας από “Β” κύτταρα. Κατά τη διάρκεια του διαγνωστικού ελέγχου στην αξονική τομογραφία θώρακα διαπιστώθηκε παρουσία μάζας 3,5 Χ 4,5 εκατοστά στη δεξιά καρδιοφρενική γωνία (υπερδιαφραγματική περιοχή). Η εξαίρεση του όγκου με δεξιά θωρακοτομή αποκάλυψε ότι επρόκειτο περί μεικτού τύπου θύμωματος (ΑΒ σύμφωνα με την ταξινόμηση κατά WHO). Η συνύπαρξη σπάνιας εντόπισης θυμώματος στη δεξιά καρδιοφρενική γωνία και χρόνιας λεμφογενούς λευχαιμίας από “Β” κύτταρα αποτελεί ένα σπάνιο φαινόμενο. Πνεύμων 2002, 15(3):319-322.
     
  • ΠΕΡIΛΗΨΗ. Ο β-αιμολυτικός στρεπτόκοκκος της ομάδας Α (Group A Streptococcus-GAS) αποτελεί ένα σπάνιο αίτιο βακτηριαιμίας1. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μία σταδιακή αύξηση της GAS βακτηριαιμίας, η οποία αποδίδεται στην αύξηση του αριθμού των ατόμων που κάνουν ενδοφλεβίως χρήση ναρκωτικών ουσιών. Η GAS βακτηριαιμία έχει συγκεκριμένα και ενδιαφέροντα κλινικά χαρακτηριστικά, τα οποία περιλαμβάνει ανάλογη περίπτωση που παρουσιάζουμε. Πνεύμων 2002, 15(3)323-326.
     
Βρέθηκαν 9 αποτελέσματα. Σελίδα 1 από 1
© 2011 PNEUMON Magazine, Hellenic Bronchologic Society.
Developed by LogicONE Logo LogicONE