Please wait. Loading...
 
Αποστολή σε φίλο
 
Εναλλακτικές μικροβιολογικές μέθοδοι στη διάγνωση της πνευμονιοκοκκικής πνευμονίας
ΠΕΡIΛΗΨΗ. Η πνευμονιοκοκκική πνευμονία αποτελεί συχνά μία ιδιαίτερα βαρειά λοίμωξη, η αντιμετώπιση της οποίας προϋποθέτει έγκαιρα και ακριβή εργαστηριακά αποτελέσματα όπως και κατάλληλη θεραπευτική αγωγή. Οι κλασσικές μικροβιολογικές μέθοδοι δεν ανταποκρίνονται πάντα σ’αυτές τις προϋποθέσεις δεδομένου ότι, η διεξαγώγη τους απαιτεί σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα, τα δε αποτελέσματα συχνά δεν είναι ιδιαίτερα σαφή. Για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος αναπτύχθηκαν διάφορες εναλλακτικές μέθοδοι, οι οποίες στοχεύουν κυρίως στην ανίχνευση του πολυσακχαριδικού καψιδιακού αντιγόνου του πνευμονιοκόκκου (Polysaccharide capsular antigen-PCA), σε βιολογικά δείγματα. ΄Ομως, διάφοροι λόγοι έχουν συντελέσει, ώστε οι μέθοδοι αυτές να μην έχουν τύχει κοινής αποδοχής. Παρουσιάζουμε τα βιβλιογραφικά δεδομένα και την εμπειρία μας, από την εφαρμογή μιας νέας μεθόδου, της ταχείας ανοσοχρωματογραφίας μεμβράνης (Immunochromatographic Test –ICT), για την ανίχνευση του πολυσακχαριδικού καψιδιακού αντιγόνου του πνευμονιοκόκκου (Pneumococcus C polysaccharide-PnC) στα ούρα, θεωρώντας ότι, αυτή αποτελεί μία αξιόλογη εναλλακτική μέθοδο, που θα πρέπει να περιλαμβάνεται απαραίτητα στο φάσμα των μικροβιολογικών εξετάσεων ρουτίνας οι οποίες εφαρμόζονται για την αιτιολογική διάγνωση της πνευμονιοκοκκικής πνευμονίας. Πνεύμων 2002, 15(2)189-195.

Εισαγωγη

Η μικροβιολογική διάγνωση της πνευμονιοκοκκικής πνευμονίας, με την εφαρμογή των γνωστών κλασσικών μεθόδων, συχνά αποδεικνύεται χρονοβόρα και αναποτελεσματική. Η απομόνωση του πνευμονιοκόκκου, ιδιαίτερα μετά από χορήγηση αντιβιοτικής αγωγής είναι δύσκολη, ενώ η βαρύτητα της λοίμωξης και προβλήματα στη θεραπευτική, με σημαντικόσημαντικότερο αυτό της αντοχής στην πενικιλλίνη, επιβάλλουν άμεση και αξιόπιστη απάντηση από το μικροβιολογικό εργαστήριο. Η ανίχνευση του πνευμονιοκοκκικού αντιγόνου PnC στα ούρα, με εφαρμογή της ταχείας μεθόδου ανοσοχρωματογραφίας μεμβράνης αποτελεί μία αξιόλογη εναλλακτική λύση, για γρήγορη και ασφαλή μικροβιολογική διάγνωση της πνευμονιοκοκκικής πνευμονίας1.

Υλικο και μεθοδος

Μέσα στα πλαίσια της αιτιολογικής διερεύνησης 66 περιπτώσεων βαρειάς εξωνοσοκομειακής πνευμονίας αγνώστου αιτιολογίας, που αντιμετωπίστηκαν στο Νοσοκομείο "Σωτηρία" κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ Ιουνίου 2001 - Φεβρουαρίου 2002, πραγματοποιήθηκε έλεγχος για την πιθανή συμμετοχή του πνευμονιοκόκκου, ως μικροβιακού αιτίου των πνευμονιών αυτών.

Στο Μικροβιολογικό Εργαστήριο εξετάσθησαν τα εξής είδη δειγμάτων: α) πτύελα, στους 64/66 ασθενείς για καλλιέργεια και χρώση Gram. β) καλλιέργειες αίματος, αερόβιες και αναερόβιες στους 36/66 ασθενείς. Για κάθε ασθενή εστάλησαν τουλάχιστον δύο ζεύγη αιμοκαλλιεργειών. γ) δείγματα ούρων στους 66/66 ασθενείς, για ανίχνευση του πνευμονιοκοκκικού αντιγόνου PnC. Η εργαστηριακή μεθοδολογία η οποία εφαρμόσθηκε για κάθε ένα είδος δείγματος ήταν η ακόλουθη:

α) Πτύελα: Πραγματοποιήθηκε χρώση Gram και καλλιέργεια πτυέλων για την ανάδειξη και απομόνωση του πνευμονιοκόκκου. Με βάση το άμεσο κατά Gram παρασκεύασμα έγινε αξιολόγηση για το βαθμό αξιοπιστίας του δείγματος των πτυέλων. Αξιόπιστα θεωρήθησαν τα δείγματα, όπου στη μεγένθυση X 10 υπήρχαν επιθηλιακά κύτταρα < 10 κοπ και πυοσφαίρια >25 κοπ. Έγινε επισήμανση για την επικράτηση ή μη πνευμονιοκόκκου στο άμεσο παρασκεύασμα Για την καλλιέργεια των πτυέλων χρησιμοποιήθηκε αιματούχο και MacConkey άγαρ, αεροβίως, καθώς και σοκολατούχο και Fildes άγαρ για καλλιέργεια σε ατμόσφαιρα CO2 10%.

β) Για τις καλλιέργειες αίματος χρησιμοποιήθηκε το αυτόματο σύστημα Bactec 9240 της εταιρείας Becton Dickinson. Στις περιπτώσεις που το μηχάνημα έδωσε θετική ένδειξη, έγιναν παρασκευάσματα και ανακαλλιέργειες σε αιματούχο και MacConkey άγαρ αεροβίως και σε αιματούχο αναεροβίως, για την απομόνωση του βακτηρίου.

γ) Ούρα. Για την ανίχνευση του αντιγόνου PnC του πνευμονιοκόκκου, εφαρμόσθηκε η ταχεία μέθοδος της ανοσοχρωματογραφίας μεμβράνης. Χρησιμοποιήθηκε το αντιδραστήριο Binax NOW Streptococcus pneumoniae Urinary Antigen Test, της εταιρείας Binax. Στη πραγματικότητα, πρόκειται για μία διάταξη, στην οποία anti-S. pneumoniae αντισώματα κονίκλου (rabbit anti-S. pneumoniae) απορροφώνται σε μεμβράνη νιτροκυτταρίνης (γραμμή εξεταστέου -θέση Γ), ενώ αντισώματα κατσίκας (goat anti-rabbit IgG) απορροφώνται πάνω στην ίδια μεμβράνη, σε δεύτερο σημείο (γραμμή μάρτυρος-θέση Δ). Ένα δεύτερο set αντισωμάτων rabbit anti-S. pneumoniae, συνδεδεμένων με σωματίδια κολλοειδούς χρυσού είναι απορροφημένα σε ινώδες υπόστρωμα, το οποίο είναι προσαρμομένο στη μεμβράνη (θέση Β) και σε συνδυασμό με αυτή, συνθέτει την όλη διάταξη. Ο στυλεός, ο οποίος έχει προηγουμένως εμβαπτισθεί στο δείγμα των ούρων, τοποθετείται σε υποδοχή (θέση Α) (Σχήμα 1). Προστίθενται λίγες σταγόνες ρυθμιστικού διαλύματος κιτρικών αλάτων για να βοηθηθεί η μετακίνηση του αντιγόνου πάνω στη μεμβράνη. Τα αντισώματα rabbit anti S. pneumoniae, που είναι συνδεδεμένα με σωματίδια κολλοειδούς χρυσού στη θέση Β, συνδέονται με τα αντιγόνα του πνευμονιοκόκκου, εφ'όσον αυτά υπάρχουν στο δείγμα των ούρων και το σύμπλεγμα αντιγόνου-συνδεδεμένου αντισώματος δεσμεύεται από τα ακινητοποιημένα αντισώματα κονίκλου anti-S. pneumoniae, στη θέση Γ, σχηματίζοντας τη γραμμή του εξεταστέου. Επί πλέον, τα ακινητοποιημένα αντισώματα κατσίκας anti-rabbit IgG δεσμεύουν την περίσσεια του συνδεδεμένου αντισώματος, σχηματίζοντας τη γραμμή του μάρτυρα, στη θέση Δ. Το αποτέλεσμα είναι ορατό σε 15΄. Εάν είναι θετικό σχηματίζονται δύο ροζ γραμμές, μία στη θέση του εξεταστέου και μία στη θέση του μάρτυρα, ενώ εάν είναι αρνητικό, σχηματίζεται μία γραμμή μόνο, στη θέση του μάρτυρα. Εάν το αποτέλεσμα δεν είναι ευδιάκριτο, συνιστάται η επανεκτίμηση μετά από 45΄, δηλαδή συνολικά σε 1ώρα από την αρχή της εφαρμογής της μεθόδου.

Αποτελεσματα

Τα αποτελέσματα της μελέτης μας, φαίνονται στους πίνακες 1 και 2 και έχουν αναλυτικά ως εξής: α) Πτύελα: Αξιόπιστα ήταν τα 45/64 (70,3%) δείγματα. Εμφανή επικράτηση πνευμονιοκόκκου στο άμεσο παρασκεύασμα παρουσίαζαν τα 7/45 (10,9%) δείγματα πτυέλων, ενώ απομονώθηκε πνευμονιόκοκκος στα 3/45 (14,7%) εξ αυτών (Πίνακας 1).

β) Καλλιέργειες αίματος. Θετικό αποτέλεσμα σημειώθηκε μόνο σε μία από τις 36 περιπτώσεις ασθενών (2,7%). Ό πνευμονιόκοκκος απεμονώθη και στα δύο ζεύγη φιαλιδίων του ασθενούς, αεροβίως και αναεροβίως (Πίνακας 1).

γ) Ούρα για ανίχνευση του PnC αντιγόνου του πνευμονιοκόκκου. Από τα 66 δείγματα, που αντιστοιχούσαν σε κάθε μία από τις 66 περιπτώσεις βαρειάς εξωνοσοκομειακής πνευμονίας που μελετήσαμε, το αντιγόνο PnC ανιχνεύθηκε σε 14/66 (21,2%) περιπτώσεις. Το αποτέλεσμα ελήφθει σε 15΄, θέτοντας άμεσα τη μικροβιολογική διάγνωση της πνευμονιοκοκκικής πνευμονίας. Το αποτέλεσμα κρίθηκε απόλυτα συμβατό, τόσο με την κλινική, όσο και με την ακτινολογική εικόνα των ασθενών (Πίνακας 1).

Οι υπόλοιπες μικροβιολογικές, κλασσικές εξετάσεις στις 14 αυτές βέβαιες περιπτώσεις πνευμονιοκοκκικής πνευμονίας, έδειξαν ότι 11/14 (78,5%) διέθεταν αξιόπιστο δείγμα πτυέλων, εμφανή επικράτηση του πνευμονιοκόκκου στο άμεσο παρασκεύασμα σημειώθηκε σε 3/14 (29,4%), ενώ απομόνωση του μικροβίου στη καλλιέργεια, σε 2/14 (14,3%) περιπτώσεις. Αξιοσημείωτο είναι ότι, σε μία μόνο περίπτωση η αιμοκαλλιέργεια ήταν θετική (7,1%) (Πίνακας 2).

 

 

Συζητηση

Η πνευμονία της κοινότητας, αρκετά συχνά, αποτελεί μία σοβαρή και δύσκολη λοίμωξη, τόσο από άποψη διαγνωστική, όσο και θεραπευτική. Ο πνευμονιόκοκκος εξακολουθεί να θεωρείται το συχνότερο μικροβιακό αίτιο της εξωνοσοκομειακής πνευμονίας, όμως η μικροβιολογική διάγνωση της πνευμονιοκοκκικής πνευμονίας με την εφαρμογή των κλασσικών μικροβιολογικών μεθόδων, πολλές φορές αποδεικνύεται ανεπαρκής, ανεπιτυχής και χρονοβόρα. Διάφοροι παράγοντες συμβάλλουν σ' αυτό, με σημαντικότερους, την αδυναμία παραγωγής αξιόπιστου κλινικού δείγματος, τον αποικισμό του στοματοφάρυγγα, καθώς και την αδυναμία απομόνωσης του μικροβίου εξ'αιτίας προηγηθείσας αντιβιοτικής αγωγής. Παρά τις δυσκολίες που συχνά προκύπτουν από τη μικροβιολογική εξέταση των πτυέλων, τα πτύελα παραμένουν το δείγμα πρώτης γραμμής, δεδομένης της ευκολίας με την οποία παράγονται. Διάφορες παρεμβατικές τεχνικές εξασφαλίζουν ασφαλώς δείγματα μεγαλύτερης αξιοπιστίας, όπως είναι το βρογχοκυψελιδικό έκπλυμα (Broncho Alveolar Lavage-BAL), το δείγμα προστατευμένης βούρτσας (Protected Brush Specimen-PBS), καθώς και το δείγμα από διατραχειακή αναρρόφηση (Trans Tracheal Aspiration-TTA). Όμως, η εφαρμογή αυτών των μεθόδων απαιτεί προγραμματισμό, εμπειρία προσωπικού και ειδικό εξοπλισμό, ενώ πάντα συνυπάρχει η πιθανότητα ανεπιθύμητων ενεργειών. Η καλλιέργεια αίματος, παρά του ότι εξασφαλίζει το πλέον αξιόπιστο αποτέλεσμα, δεν αποδεικνύεται ιδιαίτερα χρήσιμη στην πράξη, διότι το 70-80% των περιπτώσεων πνευμονιοκοκκικής πνευμονίας είναι μη βακτηριαιμικές, η δε χορήγηση αντιβιοτικών, ελαττώνει ακόμη περισσότερο την πιθανότητα απομόνωσης του μικροβίου1,2.

Για τους λόγους αυτούς, εδώ και αρκετά χρόνια γίνονται προσπάθειες εφαρμογής εναλλακτικών μεθόδων για τη μικροβιολογική διάγνωση της πνευμονιοκοκκικής πνευμονίας. Σημαντικότερη είναι αυτή, της ανίχνευσης του πολυσακχαριδικού καψιδιακού αντιγόνου PCA του πνευμονιοκόκκου σε βιολογικά δείγματα, όπως πτύελα, αίμα και ούρα, με εφαρμογή συγκολλητινοαντίδρασης (Latex), ανοσοηλεκροφόρησης (CIE), ή ανοσοενζυμικής μεθόδου (EIA). Όμως διαφορές στην αντιγονικότητα του PCA στους διαφόρους οροτύπους του πνευμονιοκόκκου και αποκλίσεις που καταγράφονται, ως προς την ευαισθησία και την ειδικότητα των ως άνω μεθόδων στα διάφορα είδη δειγμάτων, μεταξύ των ερευνητών, έχουν ως αποτέλεσμα να μην έχουν τύχει κοινής αποδοχής και η εφαρμογή τους στην καθημερινή πράξη να είναι περιορισμένη. Έτσι, για την ανίχνευση του PCA στα πτύελα,περισσότερο αξιόπιστη μέθοδος θεωρείται η συγκολλητινοαντίδραση, ενώ για τα ούρα, η CIE1-6. Η εφαρμογή της ΕΙΑ στα ούρα για την ανίχνευση του PCA δεν έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα επιτυχής και αυτό αποδίδεται στο γεγονός ότι, το PCA των ούρων είναι ελαφρώς τροποποιημένο, επειδή φαίνεται ότι διαθέτει λιγότερες δεσμευτικές θέσεις, ενώ άλλοι επιπλέον παράγοντες, όπως το Ph των ούρων και η συγκέντρωση του λευκώματος, φαίνεται ότι επιδρούν αρνητικά στην αντίδραση αντιγόνου-αντισώματος1,7.

Εκτός όμως από το καψιδιακό αντιγόνο PCA, ενδιαφέρον έχει προκαλέσει και το τειχωματικό αντιγόνο του πνευμονιοκόκκου PnC, το οποίο προέρχεται από τα τειχοϊκά οξέα του τοιχώματος και το οποίο σε αντίθεση με το PCA είναι κοινό σε όλους τους οροτύπους1. Για την ανίχνευση του PnC, εφαρμόζονται η συγκολλητινοαντίδραση Latex, η CIE και η ΕΙΑ, σε πτύελα, αίμα και ούρα, μέθοδοι που όμως, όπως σημβαίνει και για το PCA, στερούνται κοινής αποδοχής και δεν κατάφεραν να αποτελέσουν ισχυρό εναλλακτικό τρόπο μικροβιολογικής διάγνωσης του πνευμονιοκόκκου1.

Πρέπει να σημειωθεί ότι το δείγμα των ούρων προκαλεί σταθερά το ενδιαφέρον στη διαγνωστική προσέγγιση αρκετών λοιμώξεων τα τελευταία χρόνια, διότι όπως είναι γνωστό, διαλυτά αντιγόνα διαφόρων μικροβιακών παραγόντων εκκρίνονται και συγκεντρώνονται σ'αυτά, σε μεγάλες ποσότητες, εξ'αιτίας της φυσικής συμπυκνωτικής ικανότητας των νεφρών8.

Είναι αξιοσημείωτο ότι, τόσο το PCA όσο και το PnC ανιχνεύονται στα ούρα, τόσο στη βακτηριαιμική, όσο και στη μη βακτηριαιμική πνευμονία, διότι η κυκλοφορία τους δεν είναι αποκλειστικά αποτέλεσμα βακτηριαιμίας, αλλά γενικότερης απελευθέρωσης αυτών, εξ'αιτίας της λοίμωξης. Η ανίχνευση των αντιγόνων αυτών, τόσο με εφαρμογή CIE, όσο και με ICT είναι δυνατή, ακόμη και όταν η απομόνωση του βακτηρίου δεν είναι εφικτή, δεδομένου ότι δεν απαιτούν ζώντες οργανισμούς1,9. Η ανίχνευση του PCA στα ούρα με την εφαρμογή της CIE έχει δώσει πράγματι αρκετά ικανοποιητικά αποτελέσματα, με ευαισθησία και ειδικότητα περίπου 62%. Η μέθοδος της ταχείας ανοσοχρωματογραφίας μεμβράνης για την ανίχνευση του PnC είναι σαφώς πλεονεκτικότερη, διότι σε αντίθεση με τη CIE είναι ταχύτερη, με απαιτούμενο χρόνο μόλις 15΄, δεν απαιτεί ειδικό εξοπλισμό, ούτε εμπειρία προσωπικού, έχει υψηλή ευαισθησία και ειδικότητα, 80,4% και 97,2% αντίστοιχα, έχει δε ήδη πάρει έγκριση από τον οργανισμό τροφίμων και φαρμάκων (Food and Drug Administration-FDA) των Ηνωμένων Πολιτειών1. Επιπλέον, τα αποτελέσματα της ICT δεν επηρεάζονται από τον αποικισμό του στοματοφάρυγγα, δεδομένου ότι το μικροβιακό φορτίο στην περίπτωση του αποικισμού είναι πολύ μικρότερο, από αυτό σε περίπτωση λοίμωξης και πάντως δεν είναι επαρκές για να δώσει ψευδώς θετικά αποτελέσματα1,10,11.

Ασφαλώς, όταν η συγκέντρωση του αντιγόνου είναι μεγάλη, το θετικό αποτέλεσμα είναι περισσότερο ευδιάκριτο. Γι' αυτό εφιστάται η προσοχή, στις περιπτώσεις όπου η συγκέντρωση του αντιγόνου είναι μικρή και το αποτέλεσμα δεν είναι έντονο, να μη δίδονται ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα. Άλλωστε, όπως ήδη αναφέρθηκε, η κατασκευάστρια εταιρεία προτείνει την παράταση του χρόνου ανάγνωσης του αποτελέσματος στη 1 ώρα συνολικά, όταν υπάρχει αμφιβολία1. Ένα άλλο σημαντικό πλεονέκτημα της μεθόδου είναι ότι δεν φαίνεται να επηρεάζεται ιδιαίτερα από τη χορήγηση αντιβιοτικών. Παρ' όλα αυτά, η εφαρμογή της ICT συνιστάται τις πρώτες ημέρες από την εισαγωγή του ασθενούς στο Νοσοκομείο1 Μικρό μειονέκτημα της μεθόδου είναι πιθανές διασταυρούμενες αντιδράσεις με στρεπτόκοκκους της ομάδας S.oralis (S. oralis, S. mitis και S. pneumoniae). Όμως στη πράξη, αυτό δεν αποτελεί σοβαρό μειονέκτημα, αφού το αντιγόνο PnC ευρίσκεται σε πολύ μεγαλύτερες συγκεντρώσεις στο πνευμονιόκοκκο, σε σχέση με τους άλλους στρεπτόκοκκους της ομάδας. Άλλωστε, ο πνευμονιόκοκκος είναι το συχνότερο αίτιο της πνευμονιοκοκκικής πνευμονίας, ενώ ο S.mitis δεν σχετίζεται επιδημιολογικά με αυτή1,12.

Αξίζει να αναφερθεί ότι, η ίδια μέθοδος εφαρμόζεται και για τη μικροβιολογική διάγνωση της πνευμονιοκοκκικής μηνιγγίτιδας, σε δείγματα ΕΝΥ, με ευαισθησία και ειδικότητα 100%13.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης μας, σχετικά με την εφαρμογή της ταχείας μεθόδου ICT για την ανίχνευση του αντιγόνου PnC του πνευμονιόκοκκου στα ούρα, στις 66 περιπτώσεις βαρειάς εξωνοσοκομειακής πνευμονίας αγνώστου αιτιολογίας που μελετήθησαν, κατέστη δυνατόν να δοθεί άμεση μικροβιολογική απάντηση ως προς το παθογόνο αίτιο, σε 14 περιπτώσεις, δηλαδή σε ποσοστό 21,2% και να καθορισθεί ταχύτατα ότι, πράγματι επρόκειτο για πνευμονιοκοκκική πνευμονία. Αξιοσημείωτο είναι ότι, στις 14 αυτές πνευμονιοκοκκικές πνευμονίες, μόνο μία (7,1%) έδωσε θετικό αποτέλεσμα στην αιμοκαλλιέργεια, επιβεβαιώνοντας την μικρή της αξία στη πράξη. Με την εφαρμογή των κλασσικών μεθόδων, ενδειξη για πιθανή συμμετοχή του πνευμονιοκόκκου σημειώθηκε μόνο στις 5/14 (35,7%) περιπτώσεις και συγκεκριμένα με μικροσκοπική εξέταση σε 3/14 και με απομόνωση σε 2/14, ενώ σε 9/14 (64,3%) περιπτώσεις από τις βέβαιες αυτές πνευμονιοκοκκικές πνευμονίες, δεν σημειώθηκε κανένα θετικό αποτέλεσμα υπέρ του πνευμονιοκόκκου, με καμία από τις κλασσικές μικροβιολογικές μεθόδους που εφαρμόστηκαν (Πίνακες 1, 2). Η ανίχνευση του PnC στα ούρα με εφαρμογή της ταχείας μεθόδου ανοσοχρωματογραφίας μεμβράνης, θεωρείται απολύτως ασφαλής και αξιόπιστη μέθοδος για τη διάγνωση της πνευμονιοκοκκικής πνευμονίας. Η υψηλή ευαισθησία και ειδικότητα της μεθόδου, σε συνδυασμό με τον ελάχιστο χρόνο που απαιτεί, καθώς και η δυνατότητα να εξασφαλίζει θετικά αποτελέσματα, όταν η απομόνωση του μικροβίου δεν είναι δυνατή, την καθιστούν αξιόλογη εναλλακτική λύση για τη μικροβιολογική διάγνωση της πνευμονιοκοκκικής πνευμονίας. Για τους λόγους αυτούς δεν πρέπει να παραλείπεται από το φάσμα των μικροβιολογικών εξετάσεων ρουτίνας που εφαρμόζονται σε αντίστοιχες περιπτώσεις.


Βιβλιογραφια

  1.  Dominguez J, Gali N, Blanco S, Pedroso P, Prat C, Matas L, Ausina V. Detection of Streptococcus pneumoniae antigen by a rapid immunochromatographic assay in urine samples. Chest, 2001, 119: 243-249.

  2.  Musher DM. Infections caused by Streptococcus pneumoniae: clinical spectrum, pathogenesis, immunity and treatment. Clin Infect Dis 1992, 14: 801-804.

  3.  Harding SA, Scheld M, McGowan MD. Enzyme-linked immunosorbent assay for detection of Streptococcus pneumoniae antigen. J Clin Microbiol 1979, 10: 339-342.

  4.  Lentyhe-Eboa S, Brighouse G, Auckenthaler R, et al. Comparison of immunological methods for diagnosis of pneumococcal pneumonia in biological fluids. Eur J Clin Microbiol, 1987, 6: 28-34.

  5.  Cerolasetti KM, Roghmann MC, Bentley DW. Comparison of latex agglutination and counterimmunoelectrophoresis for the detection of pneumococcal antigen in elderly pneumonia patients. J Clin Microbiol, 1985, 22: 553-557.

  6.  Holmberg H, Krook A. Comparison of enzyme-linked immunosorbent assay with coagglutination and latex agglutination for rapid diagnosis of pneumococcal pneumonia by detecting antigen in sputa. Eur J Clin Microbiol, 1986, 5: 282-286.

  7.  Ausina V, Coll P, Sambeat M, et al. Prospective study on the etiology of community acquired pneumonia in children and adults in Spain. Eur J Clin Microbiol Infect Dis, 1988, 7: 343-347.

  8.  Coonrod JD. Urine as a antigen reservoir for diagnosis of infectious diseases. Am J Med, 1983, 75(1B): 85-92.

  9.  Coonrod JD, Drennan DP. Pneumococcal pneumonia: capsular polysaccharide antigenemia and antibody responses. Ann Intern Med, 1976, 84: 254-260.

10.  Haas H, MorrisJF, Samson S, et al. Bacterial flora of the respiratory tract in chronic bronchitis: comparison of transtracheal, fiber-bronchoscopic and oropharyngeal sampling methods. Am Rev Respir Dis, 1977, 1166: 41-47.

11.  Boersma WG, Saro M, Gerritsen J, et al. Influence of carriage of pneumococci in the nasopharynx of children on pneumococcal antigen detection. Eur J Clin Microbiol Infect Dis, 1996, 15: 426-427.

12.  Gillespie SH, McWhinney PH, Patel S, et al. Species of a-hemolytic streptococci possessing a C-polysaccharide phosphorylcholine-containing antigen. Infect Immun, 1993, 61: 3706-3707.

13.  Marcos M, Martinez E, Almela M, Mensa J, Jimenez de Anta M. New rapid antigen test for diagnosis of pneumococcal meningitis. Lancet, 2001, 357, May 12: 1499-1500.

© 2011 PNEUMON Magazine, Hellenic Bronchologic Society.
Developed by LogicONE Logo LogicONE