Please wait. Loading...
 
  •  
  • Reprinted with permission from CHEST , vol 121, No 5, May 2002
     
  • Μ. Γκάγκα
    ΠΕΡΙΛΗΨΗ. Το άσθμα συχνά επιπλέκει την εγκυμοσύνη, οι δε κρίσεις άσθματος προκαλούν υποξυγοναιμία που απειλεί το έμβρυο. Είναι απαραίτητο λοιπόν να θεραπεύεται το άσθμα σωστά και με φάρμακα που δεν προκαλούν συγγενείς ανωμαλίες. Στην ανασκόπηση αναφέρονται οι αλληλεπιδράσεις άσθματος και εγκυμοσύνης και οι οδηγίες για τη συνδυασμένη αντιμετώπιση. Πνεύμων 2002, 15(2)137-142.
     
  • κυτταροκίνες, ατοπία, Άσθμα
    ΠΕΡΙΛΗΨΗ. Πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει ότι μεταξύ ενδογενούς και εξωγενούς άσθματος, παρά τη διαφορετική κλινική έκφραση, υφίστανται κοινοί ανοσοπαθολογικοί μηχανισμοί. Μηχανισμοί, που συνδέονται με την παραγωγή IgE, μπορεί να συνδέονται με την παθογένεια του άσθματος, ανεξάρτητα από την ατοπία, όπως φαίνεται από τα αυξημένα επίπεδα IgE ορού και κυττάρων με υποδοχείς υψηλής συγγένειας για FcεRI, IL-4, IL-13, Ιε και Cε. Περαιτέρω έρευνες στο ενδογενές άσθμα πιθανώς να οδηγήσουν στην ταυτοποίηση νέων αλλεργιογόνων, τη λεπτομερέστερη περιγραφή της τοπικής παραγωγής IgE από το βρογχικό βλεννογόνο και την κατανόηση πιθανής δυσλειτουργίας των μακροφάγων. Τέλος, πρέπει να διευκρινισθεί ο ρόλος της λοίμωξης και των αυτοάνοσων μηχανισμών. Πνεύμων 2002, 15(2)143-146.
     
  • ΠΕΡΙΛΗΨΗ. Το πρότυπο σύμπτυξης του πνεύμονα μελετήθηκε σε 10 διασωληνωμένους ασθενείς με σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας (ARDS). Σε τέσσερα διαφορετικά επίπεδα ΡΕΕΡ (0, 5, 10, 15 cm H2O) η πίεση στην τραχεία (Ptr), η πίεση των αεραγωγών (Paw), η ροή (V’) και ο όγκος (V) καταγράφονταν συνεχώς. Ο εκπνευστικός όγκος (παθητική εκπνοή) χωρίστηκε σε 5 ίσα συνεχόμενα τμήματα και η σταθερά χρόνου (τe) και η στατική εκπνευστική ενδοτικότητα (Crs) κάθε τμήματος, υπολογίστηκαν με γραμμική ανάλυση παλινδρόμησης, από τη σχέση V/V’ και V/Ptr αντίστοιχα. Σε καθένα από τα επιμέρους τμήματα όγκου, οι ολικές εκπνευστικές αντιστάσεις Rtot (το άθροισμα των αντιστάσεων του αναπνευστικού συστήματος [Rrs], των αντιστάσεων του τραχειοσωλήνα [Rtube] και των αντιστάσεων του κυκλώματος του αναπνευστήρα [Rvent],) υπολογίστηκαν από το λόγο τe/Crs. Με παρουσία περιορισμού εκπνευστικής ροής οι Rrs θεωρήθηκαν ίσες με Rtot, ενώ χωρίς περιορισμό εκπνευστικής ροής οι Rrs υπολογίσθηκαν από τη διαφορά των Rtube και Rvent από τις Rtot. Η σταθερά χρόνου του αναπνευστικού συστήματος (τers) υπολογίστηκε από το γινόμενο Rrs x Crs. Με 0 PΕΕΡ (ZEEP) η τers του αναπνευστικού συστήματος, αυξήθηκε σημαντικά από την αρχή προς το τέλος της εκπνοής (Δτers 55,5±31%), λόγω της σημαντικής αύξησης των Rrs (ΔRrs 63,9±45%). Με την εφαρμογή ΡΕΕΡ, οι Rrs διατηρήθηκαν σχετικά σταθερές σε όλη τη διάρκεια της εκπνοής, αυξήθηκε ο ρυθμός σύμπτυξης του αναπνευστικού συστήματος και αμβλύνθηκε σημαντικά η διαφορά στη τers μεταξύ της αρχής και του τέλους της εκπνοής. Συμπερασματικά, σε ασθενείς με ARDS το αναπνευστικό σύστημα συμπτύσσεται ανομοιογενώς λόγω της σημαντικής αύξησης των αντιστάσεων του αναπνευστικού συστήματος σε χαμηλούς όγκους πνεύμονα. Η εφαρμογή ΡΕΕΡ αυξάνει σημαντικά την ομοιογένεια και το ρυθμό σύμπτυξης του αναπνευστικού συστήματος. Πνεύμων 2002, 15(2)147-157.
     
  • ABSTRACT. Background: In normal subjects, and patients with obstructive and restrictive lung defects, flows during an FVC manoeuver are higher after a fast inspiration without an end-inspiratory pause as compared to a slow inspiration with an end-inspiratory pause of approximately 5 s (time dependence of FVC). Objective: In the present study, we investigated the influence of these two manoeuvres on PEF and FEV1 in asthmatic patients during methacholine challenge testing. Methods: Thirteen patients who were positive according to routine (non-standardized) methacholine challenge tests (PD20£1.57 mg) were studied. Their average(SD) lung function data were: FVC%pred=94(15), FEV1%pred=76(17) and FEV1/FVC%=68(12). The patients performed the two types of FVC manoeuvres in random order before and at the last methacholine dose. Results: Using the standardized FVC manoeuvres (fast before/fast after and slow before/slow after), only 10 patients (77%) had a positive test, while all 13 patients were positive with the routine test. Conclusion: These data indicate that different results can be obtained, if instead of the standardized, the non-standardized manoeuvres during methacholine challenge tests are used. The use of non-standardized FVC manoeuvres may lead to over-, or at least theoretically, to underestimation of patients with bronchial hyperresponsiveness. Therefore, standardization of FVC manoeuvres during airway challenge testing is required. Pneumon 2002, 15(2)168-175.
     
  • ΠΕΡΙΛΗΨΗ. Σε μέλη (56,7% σύζυγος, 33,3% παιδί) των οικογενειών 32 ασθενών με Xρόνια Αναπνευστική Ανεπάρκεια υπό Χρόνια Οξυγονοθεραπεία ή και Μηχανικό Αερισμό, εκτιμήθηκε η αντικειμενική και υποκειμενική επιβάρυνση και η ψυχική κατάσταση (Δείκτης Γενικής Υγείας). Η μέση διάρκεια συμβίωσης με τον ασθενή ήταν 29,7 χρόνια και η συχνότητα καθημερινής επαφής 96%. Έκδηλη αντικειμενική επιβάρυνση στις κοινωνικές δραστηριότητες παρουσίασαν 57,7% των οικογενειών, στη διαχείριση νοικοκυριού 46,7%, στα οικονομικά 43,3%, στην εργασιακή απασχόληση 30% και στην ιατρική πληροφόρηση 27,6%. Η υποκειμενική επιβάρυνση αντίστοιχα ήταν διαφοροποιημένη σε μικρότερα ποσοστά. Οι στρατηγικές προσαρμογής των οικογενειών ήταν: Επαναπροσδιορισμός των στόχων 90%, παραίτηση 86,1%, παθητικότητα και ελπίδα 50% ενώ ενοχοποίηση 16,6% και αμφιθυμία 17%. Ο Δείκτης Γενικής Υγείας ήταν >4 στο 69,7% των συγγενών και είχε σημαντική συσχέτιση με την αντικειμενική επιβάρυνση στις κοινωνικές δραστηριότητες (r=0,61, p<0,05) και στην εργασιακή απασχόληση (r=0,70, p<0,01) ενώ υποκειμενικά με τη διαχείριση νοικοκυριού (r=0,78, p<0,01) και τα οικονομικά (r=0,76, p<0,01). Οι οικογένειες των ασθενών με ΧΑΑ φαίνεται να έχουν μεγάλα προβλήματα (έκδηλη επιβάρυνση) στις κοινωνικές τους σχέσεις και στην οικονομική κατάσταση, αλλά δε βιώνουν την επιβάρυνση που καταγράφεται, και χρησιμοποιούν υγιείς στρατηγικές προσαρμογής στην κατάσταση. Η αναπροσαρμογή της ζωής τους και η υποστήριξη στον ασθενή φαίνεται ότι έχει κόστος, αφού στο Δείκτη Γενικής Υγείας καταγράφεται μεγάλο ποσοστό επικινδυνότητας. Πνεύμων 2002, 15(2)176-182.
     
  • ΠΕΡIΛΗΨΗ. Η πνευμονιοκοκκική πνευμονία αποτελεί συχνά μία ιδιαίτερα βαρειά λοίμωξη, η αντιμετώπιση της οποίας προϋποθέτει έγκαιρα και ακριβή εργαστηριακά αποτελέσματα όπως και κατάλληλη θεραπευτική αγωγή. Οι κλασσικές μικροβιολογικές μέθοδοι δεν ανταποκρίνονται πάντα σ’αυτές τις προϋποθέσεις δεδομένου ότι, η διεξαγώγη τους απαιτεί σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα, τα δε αποτελέσματα συχνά δεν είναι ιδιαίτερα σαφή. Για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος αναπτύχθηκαν διάφορες εναλλακτικές μέθοδοι, οι οποίες στοχεύουν κυρίως στην ανίχνευση του πολυσακχαριδικού καψιδιακού αντιγόνου του πνευμονιοκόκκου (Polysaccharide capsular antigen-PCA), σε βιολογικά δείγματα. ΄Ομως, διάφοροι λόγοι έχουν συντελέσει, ώστε οι μέθοδοι αυτές να μην έχουν τύχει κοινής αποδοχής. Παρουσιάζουμε τα βιβλιογραφικά δεδομένα και την εμπειρία μας, από την εφαρμογή μιας νέας μεθόδου, της ταχείας ανοσοχρωματογραφίας μεμβράνης (Immunochromatographic Test –ICT), για την ανίχνευση του πολυσακχαριδικού καψιδιακού αντιγόνου του πνευμονιοκόκκου (Pneumococcus C polysaccharide-PnC) στα ούρα, θεωρώντας ότι, αυτή αποτελεί μία αξιόλογη εναλλακτική μέθοδο, που θα πρέπει να περιλαμβάνεται απαραίτητα στο φάσμα των μικροβιολογικών εξετάσεων ρουτίνας οι οποίες εφαρμόζονται για την αιτιολογική διάγνωση της πνευμονιοκοκκικής πνευμονίας. Πνεύμων 2002, 15(2)189-195.
     
  •  
  • Ν. Γαλανάκης
    ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΦΑΡΜΑΚΟΕΠΑΓΡΥΠΝΗΣΗΣ ΕΟΦ
     
Βρέθηκαν 10 αποτελέσματα. Σελίδα 1 από 1
© 2011 PNEUMON Magazine, Hellenic Bronchologic Society.
Developed by LogicONE Logo LogicONE