Please wait. Loading...
 
Αποστολή σε φίλο
 
Η έκφραση της εοταξίνης στα προκλητά πτύελα ατοπικών και μη ατοπικών ασθματικών ασθενών

Το άσθμα είναι πολυπαραγοντικό νόσημα που οφείλεται σε πολλά αίτια, τόσο αλλεργικά (εξωγενή) όσο και μη αλλεργικά (ενδογενή). H διήθηση ωστόσο του βρογχικού βλεννογόνου από ηωσινόφιλα αποτελεί κοινό χαρακτηριστικό όλων των τύπων της νόσου1,2. Αυτή η εκλεκτική επιστράτευση των ηωσινοφίλων οφείλεται σ’ ένα ευρύ δίκτυο χημειοτακτικών ουσιών, των C-C χημειοκινών, το οποίο σε συνεργασία με άλλες κυτταροκίνες, συμβάλλει στη βλάβη του βρογχικού επιθηλίου3,4. Η εοταξίνη είναι μια C-C χημειοκίνη με ισχυρή εκλεκτική δράση για τα ηωσινόφιλα5, και αρκετές μελέτες την έχουν ενοχοποιήσει στην παθογένεση της αλλεργικής φλεγμονής. Για παράδειγμα, αυξημένη παραγωγή εοταξίνης έχει βρεθεί στο βρογχικό βλεννογόνο αλλεργικών ασθματικών6,7, όπως και στις βιοψίες ρινικού βλεννογόνου σε άτομα με αλλεργική ρινίτιδα8.

Η παρούσα εργασία είχε σκοπό να μελετήσει την έκφραση της εοταξίνης στα προκλητά πτύελα αλλεργικών και μη αλλεργικών ασθματικών, και να τη συγκρίνει με τα πτύελα αλλεργικών ατόμων χωρίς άσθμα (ρινιτιδικοί), καθώς και με τα πτύελα ατόμων χωρίς άσθμα και αλλεργία.

ΥΛΙΚΟ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΙ

Άτομα που μελετήθηκαν Έντεκα αλλεργικοί ασθματικοί (ΑΑ=11), 10 μη αλλεργικοί ασθματικοί (ΝΑΑ=10), 10 ρινιτιδικοί (ΑC=10) και 12 φυσιολογικοί (NC=12) συμμετείχαν στη μελέτη. Όλα τα άτομα προήλθαν από το Νοσοκομείο Royal Brompton του Λονδίνου, εκτός από πέντε ενδογενείς ασθματικούς που επιστρατεύτηκαν από το Νοσοκομείο Νοσημάτων Θώρακος Αθηνών "Σωτηρία". Όλοι οι ασθματικοί ασθενείς είχαν μακροχρόνιο ιστορικό άσθματος, με βρογχική αναστρεψιμότητα (FEV1>15% μετά εισπνοή β2-διεγέρτη), και ευαισθησία στην ισταμίνη (PC20 < 6mg/ml). Οι αλλεργικοί ασθενείς είχαν θετική τουλάχιστον μια δερματική δοκιμασία σ’ ένα από τα συνήθη τοπικά αλλεργιογόνα. Τα μη αλλεργικά άτομα είχαν αρνητικά δερματικά τεστ σε πληθώρα αλλεργιογόνων, φυσιολογικά επίπε επίπεδα ολικής ανοσοσφαιρίνης Ε (ΙgΕ) στον ορό (0-150 IU) και αρνητικά RAST. Κανένα από τα άτομα που συμμετείχαν δεν ήταν καπνιστής και δεν είχε λάβει εισπνεόμενα κορτικοειδή (για τουλάχιστον 2 εβδομάδες) ή κορτικοειδή από το στόμα (για τουλάχιστον 2 μήνες) από την εισαγωγή του στη μελέτη.

Πρόκληση και επεξεργασία πτυέλων

Η τεχνική της πρόκλησης πτυέλων βασίστηκε στο πρωτόκολλο του Pin και συν.9. Οι ασθενείς εισέπνευσαν σταδιακά αυξανόμενες συγκεντρώσεις υπέρτονου διαλύματος (3%, 4%, 5%) από νεφελοποιητή χαμηλής παροχής (Sonix 2000). Τα διαχωρισμένα από το σίελο πτύελα επεξεργάστηκαν με διάλυμα διθειοθιετριόλης (DTT 0,1%). Μετά ανάδευση 15 λεπτών προστέθηκε ίσος όγκος ισότονου φωσφορικού διαλύματος (D-PBS) που φιλτραρίστηκε και φυγοκεντρήθηκε.

Στο υπερκείμενο του δείγματος μετρήθηκε η ηωσινοφιλική κατιονική πρωτεΐνη (ECP), ενώ από το κυτταρικό ίζημα παρασκευάστηκαν πλακίδια που φυλάχθηκαν στους -80°C για περαιτέρω ανάλυση με τη μέθοδο του in situ υβριδισμού και της ανοσοϊστοχημείας.

Η ζωτικότητα καθώς και ο συνολικός αριθμός των κυττάρων εκτιμήθηκε με τη χρώση trypan blue. Το δείγμα των πτυέλων θεωρήθηκε αποδεκτό όταν η ζωτικότητα των κυττάρων υπερέβαινε το 50%, ενώ η παρουσία επιθηλιακών κυττάρων δεν ξεπερνούσε το 10%. Στην παρούσα μελέτη η μέση τιμή της ζωτικότητας των κυττάρων υπερέβη το 65%, ενώ η παρουσία επιθηλιακών κυττάρων δεν υπερέβη το 5%. Η διαφοροδιάγνωση των κυτταρικών υποπληθυσμών έγινε στα πλακίδια με τη χρώση Romanowsky10. Σε όλες τις περιπτώσεις μετρήθηκαν 400 εμπύρηνα μη πλακώδη κύτταρα, και τα αποτελέσματα εκφράστηκαν ως ποσοστιαία αναλογία επί του συνόλου των μη πλακωδών κυττάρων. Η ECP εκτιμήθηκε με ραδιοενζυματική μέθοδο (RIA).

In situ υβριδισμός

Η αλληλουχία των νουκλεοτιδίων (riboprobes) που ανιχνεύει την εοταξίνη παρασκευάστηκε από 308 ζευγάρια βάσεων ανθρώπινης εοταξίνης (3’ UTR, περιοχή 893-1201 bp)11, με ραδιοσεσημασμένα probes (35S-UTP). Όλα τα πειράματα πραγματοποιήθηκαν κάτω από συνθήκες που ελαχιστοποιούσαν μη ειδικές αντιδράσεις και σε όλες τις περιπτώσεις χρησιμοποιήθηκε θετικός και αρνητικός μάρτυρας. Τα πλακίδια επωάστηκαν με τα riboprobes για διάστημα 15 ημερών σε απόλυτο σκοτάδι στους 40 C και μετά επεξεργάστηκαν με αιματοξυλίνη. Τα κύτταρα που εξέφραζαν mRNA για την εοταξίνη εμφανίζονταν ως κόκκοι χρώματος γκρι. Όλα τα πλακίδια μετρήθηκαν δύο φορές από ερευνητή που δε γνώριζε τα κλινικά χαρακτηριστικά των ασθενών. Τα αποτελέσματα εκφράζονται ως αριθμός θετικών κυττάρων ανά 400 κύτταρα που μετρήθηκαν σε κάθε περίπτωση.

Ανοσοϊστοχημεία

Με τη μέθοδο της ανοσοϊστοχημείας μελετήθηκε η παραγωγή εοταξίνης σε επίπεδο πρωτεΐνης. Αυτό έγινε με τη μέθοδο της αλκαλικής φωσφατάσης αντιαλκαλικής φωσφατάσης (ΑΡΑΑΡ)7, χρησιμοποιώντας το μονοκλωνικό αντίσωμα 2G6 που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη εοταξίνη. Σε όλες τις περιπτώσεις χρησιμοποιήθηκαν θετικοί και αρνητικοί μάρτυρες για σύγκριση.

Στατιστική ανάλυση

Όλα τα στοιχεία επεξεργάστηκαν με το στατιστικό πρόγραμμα Minitab for Windows. Το τεστ Mann-Whitney χρησιμοποιήθηκε για τη συγκριτική αξιολόγηση των 4 ομάδων με τη διόρθωση Bonferroni. Οι μεταξύ τους συσχετίσεις εξετάστηκαν με τη μέθοδο Spearman. Σε όλες τις περιπτώσεις τιμή του p μικρότερη του 0,05 θεωρήθηκε ως στατιστικά σημαντική.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Κατάλληλα δείγματα για εξέταση ήταν μόνο 45 από τα 65 άτομα που μελετήθηκαν συνολικά. Καμιά σημαντικά κλινική διαφορά δεν παρατηρήθηκε μεταξύ των ατόμων που έδωσαν κατάλληλο και ακατάλληλο δείγμα, ούτε και μεταξύ των ασθματικών του Λονδίνου και της Αθήνας. Τόσον οι αλλεργικοί, όσον και οι μη αλλεργικοί ασθματικοί ήταν της ίδιας ηλικίας και η νόσος τους της ίδιας βαρύτητας, όπως εκτιμήθηκε από την FEV1 και την PC20 στην ισταμίνη. Η πρόκληση πτυέλων έγινε καλά ανεκτή από όλους τους ασθενείς. Η μέση πτώση της FEV1 (% προβλεπόμενης) μετά την πρόκληση στα φυσιολογικά άτομα ήταν 4% (εύρος 2-10), 7% (εύρος 5-15) στους ρινιτιδικούς, 15% στους αλλεργικούς ασθματικούς (εύρος 12-23) και 18% (εύρος 17-28) στους μη αλλεργικούς ασθματικούς αντίστοιχα.

Οι ασθματικοί ασθενείς, ανεξάρτητα από την ύπαρξη αλλεργίας ή όχι, είχαν αυξημένο αριθμό ηωσινοφίλων στο περιφερικό αίμα σε σχέση με τους μη ασθματικούς (p<0,05). Τα αλλεργικά άτομα, ανεξάρτητα από την ύπαρξη άσθματος είχαν υψηλά επίπεδα ολικής IgE στον ορό σε σχέση με τους μη αλλεργικούς (p<0,05), (Πίνακας 1).



Μέτρηση κυτταρικών πληθυσμών

Ο μέσος αριθμός κυττάρων στα πτύελα των ατόμων που μελετήθηκαν είχε ως εξής: Μη αλλεργικοί ασθματικοί: 30,3 x 105 (εύρος 3-80 x 105), αλλεργικοί ασθματικοί: 9,4 x 105 (εύρος 1,5-82 x 105), ρινιτιδικοί: 27,4 x 105 (εύρος 2-70 x 105) και φυσιολογικοί: 9,5 x 105 (εύρος 2,4-69 x 105).

Ο αριθμός των κυττάρων στους ενδογενείς ασθματικούς και στους ρινιτιδικούς ήταν σημαντικά αυξημένος σε σχέση με τους εξωγενείς ασθματικούς και τους φυσιολογικούς (p<0,05). Καμιά άλλη διαφορά τόσο στη ζωτικότητα όσο και στον αριθμό των πλακωδών κυττάρων δεν διεπιστώθη μεταξύ των τεσσάρων ομάδων.

Η μέση τιμή του ποσοστού των ηωσινοφίλων που ανιχνεύτηκε στα πτύελα των μη αλλεργικών ασθματικών (7%, εύρος 0-44) και των αλλεργικών ασθματικών (4%, εύρος 0-12,5) ήταν σημαντικά αυξημένη συγκρινόμενη με των ρινιτιδικών (2,5%, εύρος 0-10) και φυσιολογικών μαρτύρων (0,5%, εύρος 0-2,5). Καμιά σημαντική διαφορά δε βρέθηκε μεταξύ αλλεργικών και μη αλλεργικών ατόμων.

Παρομοίως, ο απόλυτος αριθμός των ηωσινοφίλων ήταν σημαντικά αυξημένος στα πτύελα των μη αλλεργικών (0,62 x 105, εύρος 0,0036-15,4 x 105) και αλλεργικών ασθματικών (0,47 x 105, εύρος 0,0007-5,9 x 105) σε σχέση με τους ρινιτιδικούς (0,41 x 105, εύρος 0,0002-1,8 x 105) και φυσιολογικούς μάρτυρες (0,03 x 105, εύρος 0,0003-1,384 x 105).

Επίσης βρέθηκε σημαντική αύξηση στο ποσοστό των επιθηλιακών κυττάρων των πτυέλων και στις δύο κατηγορίες ασθματικών συγκριτικά με τα άτομα που δεν είχαν άσθμα (p<0,005). Καμιά σημαντική διαφορά δεν παρατηρήθηκε στα ποσοστά των μακροφάγων, ουδετεροφίλων και λεμφοκυττάρων μεταξύ των τεσσάρων ομάδων (Σχήμα 1).

Τέλος, βρέθηκε μία σημαντική θετική συσχέτιση μεταξύ των ηωσινοφίλων των πτυέλων και των ηωσινοφίλων του αίματος στους ενδογενείς ασθματικούς (p<0,01, r=0,88).


Ηωσινοφιλική κατιονική πρωτεΐνη (ECP) στα πτύελα

Η συγκέντρωση της ECP στο υπερκείμενο του πτυέλου, όπως μετρήθηκε με ραδιοενζυματική μέθοδο, ήταν σημαντικά αυξημένη στους ασθματικούς, ανεξάρτητα από την παρουσία αλλεργίας ή όχι, συγκριτικά με τους φυσιολογικούς μάρτυρες (p<0,05). Αξίζει να σημειωθεί πως αυξημένα επίπεδα ECP βρέθηκαν και σε δύο ρινιτιδικούς χωρίς άσθμα. Καμιά άλλη σημαντική διαφορά δεν παρατηρήθηκε μεταξύ των ασθματικών και των ομάδων ελέγχου (Σχήμα 2). Μια σημαντική αρνητική συσχέτιση βρέθηκε μεταξύ της PC20 στην ισταμίνη και του ποσοστού των ηωσινοφίλων, καθώς και της ECP στα πτύελα των ασθματικών ασθενών (ΑΑ+ΝΑΑ), (p <0,05, r= -0,5). Στην ίδια ομάδα ασθενών η συγκέντρωση της ECP σχετιζόταν θετικά με το ποσοστό των ηωσινοφίλων στο περιφερικό αίμα (p <0,05, r= 0,67).

Η έκφραση της εοταξίνης στα πτύελα

Ο αριθμός των κυττάρων που εξέφραζαν mRNA για την εοταξίνη ήταν σημαντικά αυξημένος στους ενδογενείς ασθματικούς σε σχέση με τα άτομα που δεν είχαν άσθμα (p<0,05). Με τη μέθοδο της ανοσοϊστοχημείας, ο αριθμός των κυττάρων που εξέφραζαν εοταξίνη σε επίπεδο πρωτεΐνης βρέθηκε σημαντικά αυξημένος στους ενδογενείς ασθματικούς συγκριτικά με τις υπόλοιπες τρεις ομάδες που μελετήθηκαν (p<0,05) (Σχήμα 3).



Ο αριθμός των κυττάρων που εξέφραζαν εοταξίνη, τόσο σε επίπεδο mRNA όσο και πρωτεΐνης σχετιζόταν θετικά με το ποσοστό των ηωσινοφίλων των πτυέλων μόνο στους ενδογενείς ασθματικούς. Στους ενδογενείς ασθματικούς επίσης, το ποσοστό των κυττάρων που εξέφραζαν mRNA για την εοταξίνη σχετιζόταν αρνητικά με την PC20 στην ισταμίνη (p <0,01, r= -0,81). Καμιά άλλη συσχέτιση μεταξύ εοταξίνης και κλινικών χαρακτηριστικών ή χαρακτηριστικών των πτυέλων δεν παρατηρήθηκε μεταξύ των ομάδων που μελετήθηκαν.

Η πλειονότητα των κυττάρων που εξέφραζαν εοταξίνη στα πτύελα, όπως εκτιμήθηκε με μακροσκοπικά κριτήρια, ήταν τα μακροφάγα. Η μέση τιμή του ποσοστού των μακροφάγων ήταν 53% (εύρος 35-55) στους ενδογενείς ασθματικούς, 63% (εύρος 30-85) στους εξωγενείς ασθματικούς, 68% (εύρος 45-90) στους ρινιτιδικούς και 58% (εύρος 25-80) στους φυσιολογικούς μάρτυρες. Από την άλλη πλευρά, η συμμετοχή των ηωσινοφίλων στην παραγωγή εοταξίνης ανήλθε στο 12% (εύρος 0-30) στην ομάδα των ενδογενών ασθματικών, 12% (εύρος 0-34) στους εξωγενείς ασθματικούς, 17% (εύρος 0-37) στους ρινιτιδικούς και 25% (εύρος 0-40) στους φυσιολογικούς μάρτυρες.

Όσον αφορά στα επιθηλιακά κύτταρα, ποσοστό 35% (εύρος 17-60) συμμετείχε στην παραγωγή εοταξίνης στην ομάδα των ενδογενών ασθματικών, 25% (εύρος 0-45) στους εξωγενείς ασθματικούς, 15% (εύρος 5-20) στους ρινιτιδικούς και 17% (εύρος 0-40) στους φυσιολογικούς. Καμιά άλλη διαφορά στην έκφραση της εοταξίνης από τους άλλους τύπους κυττάρων δεν παρατηρήθηκε μεταξύ των τεσσάρων ομάδων (Σχήμα 4).



ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Αν και υπάρχουν κλινικές διαφορές μεταξύ αλλεργικού και μη αλλεργικού άσθματος, η διήθηση του βρογχικού βλεννογόνου από ηωσινόφιλα αποτελεί σταθερό χαρακτηριστικό της νόσου1,2.

Στην παρούσα μελέτη εξετάσαμε έναν από τους μηχανισμούς της επιστράτευσης των ηωσινοφίλων στους αεραγωγούς των αλλεργικών και μη αλλεργικών ασθματικών μελετώντας την έκφραση/παραγωγή του ισχυρού χημειοτακτικού παράγοντα των ηωσινοφίλων, της εοταξίνης, στα πτύελα. Τα δεδομένα που προέκυψαν δείχνουν αυξημένο αριθμό ηωσινοφίλων και εοταξίνης στα πτύελα των ενδογενών ασθματικών που επιπλέον σχετίζονται μεταξύ τους. Τα ευρήματα αυτά υποδεικνύουν έναν πιο σημαντικό ρόλο για την εοταξίνη στη δημιουργία της ηωσινοφιλικής φλεγμονής του βρογχικού βλεννογόνου στους αλλεργικούς ασθματικούς σε σχέση με τους μη αλλεργικούς.

Αξίζει να σημειωθεί πως στα πτύελα των ασθματικών, ανεξάρτητα από την ύπαρξη αλλεργίας ή όχι, βρέθηκε αυξημένος αριθμός επιθηλιακών κυττάρων, εύρημα συμβατό με προηγούμενες μελέτες12,13. Παρομοίως η ECP με την ισχυρή κυτταροτοξική της δράση, ήταν αυξημένη στα πτύελα και των ενδογενών και των εξωγενών ασθματικών, και μάλιστα σε επίπεδα παρόμοια με αυτά που έχουν αναφερθεί σε αλλεργικούς ασθματικούς14,15, αν και οι μηχανισμοί που ευθύνονται για την έκλυση της ECP στα πτύελα δεν έχουν πλήρως διευκρινιστεί.

Η παρατηρούμενη αρνητική συσχέτιση μεταξύ της ECP των πτυέλων και της βρογχικής υπεραντιδραστικότητας στους ασθματικούς (ΑΑ+ΝΑΑ) υποδηλώνει ομοιότητες στην ενεργοποίηση και αποκοκκίωση των ηωσινοφίλων και στους δύο τύπους άσθματος. Στη συγκεκριμένη μελέτη, δύο ρινιτιδικοί ασθενείς χωρίς άσθμα είχαν επίσης υψηλά επίπεδα ECP στα πτύελα. Αν και δεν μετρήσαμε την ECP του αίματος, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε πως η ECP των πτυέλων αντανακλά τα συστηματικά επίπεδα αυτής, μιας και οι δύο αυτοί ασθενείς ήταν έντονα αλλεργικοί στο άκαρι της οικιακής σκόνης (συνεχής έκθεση).

Η αλλεργία φαίνεται πως επηρεάζει τα επίπεδα της ECP. Πράγματι, αυξημένα επίπεδα ECP αίματος έχουν παρατηρηθεί σε ρινιτιδικούς ασθενείς τα οποία σχετίζονται επίσης με τα επίπεδα της ολικής IgE στον ορό16.

Η παραγωγή εοταξίνης βρέθηκε αυξημένη μόνο στα πτύελα των ενδογενών ασθματικών και όχι των εξωγενών. Αυτό μπορεί να εξηγεί το σχετικά μεγαλύτερο αριθμό ηωσινοφίλων που έχει παρατηρηθεί σε μη αλλεργικούς ασθματικούς, τόσο σε βιοψίες βρόγχου όσο και στα πτύελα7,17.

Προηγούμενες μελέτες που εξέτασαν την παραγωγή χημειοκινών με ισχυρή ηωσινοφιλική δράση στο βρογχικό βλεννογόνο ασθματικών, όπως των RANTES, MCP-3 και MCP-4, δεν εντόπισαν κάποια σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο μορφών άσθματος7,17. Εδώ αξίζει να αναφερθεί ότι αν και η εξέταση του πτυέλου στη μελέτη του άσθματος αποτελεί μέθοδο αξιόπιστη και αναπαραγώγιμη18,19, το δείγμα που λαμβάνεται είναι διαφορετικό και από τις βιοψίες βρόγχου και από το βρογχοκυψελιδικό έκπλυμα. Το μειονέκτημα της μεθόδου είναι ο σχετικά μικρός αριθμός κυττάρων που λαμβάνεται, μιας και μερικοί ασθενείς δεν παράγουν ικανοποιητική ποσότητα για ανάλυση (συντελεστής επιτυχίας ~ 75%)20. Στην παρούσα μελέτη ικανοποιητικά δείγματα πτυέλων ελήφθησαν από 43 επί συνόλου 65 ατόμων (ποσοστό επιτυχίας 66%). Στα πτύελα, τα μακροφάγα αποτελούν την κυριότερη πηγή παραγωγής εοταξίνης, ενώ σε μικρότερη αναλογία συμβάλλουν τα ηωσινόφιλα και τα επιθηλιακά κύτταρα. Στις βιοψίες βρόγχου όμως, ο κυριότερος τύπος κυττάρου που παράγει εοταξίνη είναι τα ενδοθηλιακά και επιθηλιακά κύτταρα6. Ίσως οι διαφορετικοί τύποι κυττάρων που ευθύνονται για την παραγωγή εοταξίνης στα διάφορα βιολογικά υλικά να ευθύνονται για τα διαφορετικά αποτελέσματα των μελετών μεταξύ βρογχικού βλεννογόνου και πτυέλων.

Πράγματι, σε μια άλλη μελέτη, ο Folkard και συν. βρήκαν επίσης αυξημένη παραγωγή της χημειοκίνης RANTES από τα μακροφάγα του βρογχοκυψελιδικού εκπλύματος ενδογενών ασθματικών21.

Το ερέθισμα που ευθύνεται για την παραγωγή εοταξίνης στο άσθμα δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί, αλλά πιθανώς οφείλεται σε κυτταροκίνες που εκλύονται από τα μακροφάγα, όπως η TNF-α και IL-105.

Το γεγονός ότι τα μακροφάγα αποτελούν την κυριότερη πηγή εοταξίνης και στο ενδογενές άσθμα, ενισχύει παλαιότερες απόψεις που υποστήριζαν έναν διαφορετικό ρόλο για τα μακροφάγα στην παθογένεια του μη αλλεργικού άσθματος1,22.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι όποιες διαφορές που έχουν παρατηρηθεί μέχρι σήμερα μεταξύ αλλεργικού και μη αλλεργικού άσθματος έχουν αποδοθεί στη στατιστικά μεγαλύτερη ηλικία των ενδογενών ασθματικών που συμμετείχαν στις μελέτες, μιας και το ενδογενές άσθμα εμφανίζεται αργότερα σε σχέση με το εξωγενές. Στην προκειμένη περίπτωση, και οι δύο κατηγορίες ασθματικών που έλαβαν μέρος δεν διέφεραν στην ηλικία, αλλά ούτε και στη βαρύτητα της νόσου, γεγονός το οποίο ισχυροποιεί τα αποτελέσματα της παρούσας μελέτης.

Συμπερασματικά, αυξημένη παραγωγή εοταξίνης βρέθηκε στα πτύελα των μη αλλεργικών ασθματικών, που πιθανώς να ευθύνεται για την εντονότερη ηωσινοφιλική διήθηση του βρογχικού βλεννογόνου σε αυτή τη μορφή της νόσου.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Bentley AM, Menz G, Storz C, Robinson DS, Bradley B, Jeffery PK, Durham SR, Kay AB. Identification of T lymphocytes, macrophages, and activated eosinophils in the bronchial mucosa in intrinsic asthma. Relationship to symptoms and bronchial responsiveness. Am Rev Respir Dis 1992, 146(2):500-6.
2. Humbert M, Durham SR, Ying S, Kimmitt P, Barkans J, Assoufi B, Pfister R, Menz G, Robinson DS, Kay AB, et al. IL-4 and IL-5 mRNA and protein in bronchial biopsies from patients with atopic and nonatopic asthma: evidence against “intrinsic” asthma being a distinct immunopathologic entity. Am J Respir Crit Care Med 1996, 154(5):1497-504.
3. Coyle AJ, Ackerman SJ, Burch R, Proud D, Irvin CG. Human eosinophile-granule major basic protein and synthetic polycations induce airway hyperresponsiveness in vivo dependent on bradykinin generation. J Clin Invest 1995, 95(4):1735-40.
4. Rochester CL, Ackerman SJ, Zheng T, Elias JA. Eosinophil-fibroblast interactions. Granule major basic protein interacts with IL-1 and transforming growth factor-beta in the stimulation of lung fibroblast IL-6-type cytokine production. J Immunol 1996, 156(11):4449-56.
5. Baggiolini M. Eotaxin: a VIC (very important chemoki-ne) of allergic inflammation? [editorial]. J Clin Invest 1996, 97(3):587
6. Lamkhioued B, Renzi PM, Abi Younes S, Garcia Zepada EA, Allakhverdi Z, Ghaffar O, Rothenberg MD, Luster AD, Hamid Q. Increased expression of eotaxin in bronchoalveolar lavage and airways of asthmatics contributes to the chemotaxis of eosinophils to the site of inflammation. J Immunol 1997, 159(9):4593-601.
7. Ying S, Meng Q, Zeibecoglou K, Robinson D, Macfarlane A, Humbert M, Kay AB. Eosinophil chemotactic chemokines (eotaxin, eotaxin-2, RANTES, MCP-3, MCP-4) and CCR3 expression in bronchial biopsies from atopic and non-atopic asthmatics. J Clin Invest 2000.
8. Minshall EM, Cameron L, Lavigne F, Leung DY, Hamilos D, Garcia Zepada EA, Rothenberg M, Luster AD, Hamid Q. Eotaxin mRNA and protein expression in chronic sinusitis and allergen-induced nasal responses in seasonal allergic rhinitis. Am J Respir Cell Mol Biol 1997, 17(6):683-90.
9. Pin I, Freitag AP, O’Byrne PM, Girgis Gabardo A, Watson RM, Dolovich J, Denburg JA, Hargreave FE. Changes in the cellular profile of induced sputum after allergen-induced asthmatic responses. Am Rev Respir Dis 1992, 145(6):1265-9.
10. Romanowsky. ICSH reference method for staining of blood and bone marrow films by azure B and eosin Y (Romanowsky stain). International Committee for Standardization in Haematology. Br J Haematol 1984, 57(4):707-10.
11. Ponath PD, Qin S, Post TW, Wang J, Wu L, Gerard NP, Newman W, Gerard C, Mackay CR. Molecular cloning and characterization of a human eotaxin receptor expressed selectively on eosinophils. J Exp Med 1996, 183(6):2437-48.
12. Laitinen LA, Heino M, Laitinen A, Kava T, Haahtela T. Damage of the airway epithelium and bronchial reactivity in patients with asthma. Am Rev Respir Dis 1985, 131(4):599-606. 13. Gibson PG, Girgis Gabardo A, Morris MM, Mattoli S, Kay JM, Dolovich J, Denburg J, Hargreave FE. Cellular characteristics of sputum from patients with asthma and chronic bronchitis. Thorax 1989, 44(9):693-9.
14. Pizzichini MM, Popov TA, Efthimiadis A, Hussack P, Evans S, Pizzichini E, Dolovich J, Hargreave FE. Spontaneous and induced sputum to measure indices of airway inflammation in asthma. Am J Respir Crit Care Med 1996, 154(4 Pt 1):866-9.
15. Pizzichini MM, Pizzichini E, Clelland L, Efthimiadis A, Mahony J, Dolovich J, Hargreave FE. Sputum in severe exacerbations of asthma: kinetics of inflammatory indices after prednisone treatment. Am J Respir Crit Care Med 1997, 155(5):1501-8.
16. Remes S, Korppi M, Remes K, Savolainen K, Mononen I, Pekkanen J. Serum eosinophil cationic protein (ECP) and eosinophil protein X (EPX) in childhood asthma: the influence of atopy. Pediatr Pulmonol 1998, 25(3): 167-74.
17. Humbert M, Ying S, Corrigan C, Menz G, Barkans J, Pfister R, Meng Q, Van Damme J, Opdenakker G, Durham SR, et al. Bronchial mucosal expression of the genes encoding chemokines RANTES and MCP-3 in symptomatic atopic and nonatopic asthmatics: relationship to the eosinophil-active cytokines interleukin (IL)-5, granulocyte macrophage-colony-stimulating factor, and IL-3. Am J Respir Cell Mol Biol 1997, 16(1):1-8.
18. Spanevello A, Migliori GB, Sharara A, Ballardini L, Bridge P, Pisati P, Neri M, Ind PW. Induced sputum to assess airway inflammation: a study of reproducibility. Clin Exp Allergy 1997, 27(10):1138-44.
19. Pavord ID, Pizzichini MM, Pizzichini E, Hargreave FE. The use of induced sputum to investigate airway inflammation [editorial]. Thorax 1997, 52(6):498-501.
20. Wong HH, Fahy JV. Safety of one method of sputum induction in asthmatic subjects. Am J Respir Crit Care Med 1997, 156(1):299-303.
21. Folkard SG, Westwick J, Millar AB. Production of interleukin-8, RANTES and MCP-1 in intrinsic and extrinsic asthmatics. Eur Respir J 1997, 10(9):2097-104.
22. Kotsimbos AT, Humbert M, Minshall E, Durham S, Pfister R, Menz G, Tavernier J, Kay AB, Hamid Q. Upregulation of alpha GM-CSF-receptor in nonatopic asthma but not in atopic asthma. J Allergy Clin Immunol 1997, 99(5):666-72.

© 2011 PNEUMON Magazine, Hellenic Bronchologic Society.
Developed by LogicONE Logo LogicONE