Please wait. Loading...
 
Αποστολή σε φίλο
 
Aντιμετώπιση του καρκίνου του πνεύμονος: Πέρα από το νοσοκομειακό χώρο
Κ.Π. Ζαρογουλίδης
ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΤΑΞΗΣ

Ο καρκίνος του πνεύμονος εξακολουθεί να αποτελεί μια μάστιγα στις ημέρες μας. Η σωστή αντιμετώπισή του προϋποθέτει μια στενή και αμφίδρομη σχέση μεταξύ του θεράποντος ιατρού, του ασθενούς και του περιβάλλοντός του, του χώρου και του χρόνου της θεραπείας. Η ιδιαιτερότητα των προβλημάτων των καρκινοπαθών ασθενών, σε συνδυασμό με την έλλειψη κατάλληλης επιστημονικής ενημέρωσης του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού, και η απουσία υποδομών στα περισσότερα νοσηλευτικά ιδρύματα οδήγησε σε "γκετοποίησή" τους. Έτσι, ενώ σήμερα είναι καθημερινή πρακτική να γίνονται δεκτοί στα εξωτερικά ιατρεία και να νοσηλεύονται σε οποιοδήποτε νοσοκομείο ασθενείς που πάσχουν από AIDS, το αντίθετο ακριβώς συμβαίνει με τους καρκινοπαθείς, που αριθμητικά είναι πολύ περισσότεροι. Το 90% των ασθενών με διεγνωσμένο καρκίνο πνεύμονος δεν θα επανέλθει ποτέ στην παραγωγική οικονομία μιας χώρας, αυτό όμως δεν μπορεί να αποτελεί δικαιολογία για τη συχνά "ρατσιστική" αντιμετώπιση των καρκινοπαθών από το σύστημα υγείας (ασφαλιστικά ταμεία, νοσοκομεία, άλλοι δημόσιοι φορείς κ.λπ.).

Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα των καρκινοπαθών είναι οι παρενέργειες των διαφόρων θεραπευτικών μεθόδων (χημειοθεραπεία, ακτινοβολία, χειρουργικές επεμβάσεις), καθώς και τα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν υπό το βάρος της διάγνωσης του καρκίνου. Πολλά από τα προβλήματα αυτά δεν παύουν να υπάρχουν ακόμη και όταν η βασική νόσος ανταποκρίνεται στη θεραπεία και βρίσκεται σε ύφεση. Έτσι οι ασθενείς αυτοί, καθώς και οι οικείοι τους, μπορεί να βασανίζονται από αισθήματα αβεβαιότητας και ανασφάλειας (π.χ. φόβος για υποτροπή της νόσου), και να έχουν ανάγκη συχνής επικοινωνίας με το θεράποντα. Η επικοινωνία αυτή μπορεί να δίνει απαντήσεις στα ερωτήματά τους και να προσφέρει τη διαβεβαίωση ότι τα πράγματα συνεχίζουν να πηγαίνουν καλά. Ο συνεχώς αυξανόμενος αριθμός των καρκινοπαθών σε σχέση με το αριθμητικά περιορισμένο κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό δυστυχώς δεν προδικάζει άμεσες λύσεις στα προβλήματα αυτά. Συνεπώς, η δημιουργία ειδικών κέντρων παροχής τηλεφωνικής υποστήριξης σε 24ωρη βάση (hotline), επανδρωμένων με ειδικό προσωπικό, θα μπορούσε να αντιμετωπίσει επιτυχώς το μεγαλύτερο αριθμό των προβλημάτων τους.

Το πρώτο βήμα θα πρέπει να γίνει στα νοσοκομεία. Έτσι, οι ιατροί που ασκούνται σε ειδικότητες που έχουν σχέση με νεοπλάσματα (όχι μόνο του πνεύμονος) θα πρέπει να διδάσκονται όχι μόνο τις μεθόδους ριζικής θεραπείας (που αποτελούν εξειδικευμένο αντικείμενο), αλλά πολύ περισσότερο την κατάλληλη ανακουφιστική αντιμετώπιση των συμπτωμάτων, ένα πολύ συχνότερο πρόβλημα στην καθημερινή πράξη. Η αντιμετώπιση των ασθενών με καρκίνο του πνεύμονος περιλαμβάνει τις εξής φάσεις:

1. Αντιμετώπιση προβλημάτων που πηγάζουν από τον ίδιο τον όγκο.
2. Αντιμετώπιση προβλημάτων που είναι αποτέλεσμα της θεραπείας.
3. Αντιμετώπιση προβλημάτων που απορρέουν από την εξέλιξη της νόσου.
4. Ψυχολογική υποστήριξη του ασθενούς και του περιβάλλοντός του σε όλες τις φάσεις της νόσου.

Στην εργασία του που δημοσιεύεται στο τεύχος αυτό (σελ. 52), ο Α. Παπαγιάννης παρουσιάζει τα ποικίλα προβλήματα που απασχολούν τους ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονος, συχνότερα από τα οποία είναι ο πόνος, η δύσπνοια, ο βήχας, οι λοιμώξεις και η έμεση.

Ο πόνος (συνολική συχνότητα 59%) στις μισές περιπτώσεις οφείλεται σε οστικές μεταστάσεις. Οι τελευταίες μπορεί να συνδυάζονται με παθολογικά κατάγματα και κακοήθη υπερασβεστιαιμία (20-40% των ασθενών με εκτεταμένη νόσο). Οι άλλοι μισοί ασθενείς υποφέρουν από άλγος οφειλόμενο σε συμπίεση νεύρων ή σε διήθηση των μαλακών μορίων από τον όγκο. Η διήθηση του υπεζωκότος μπορεί να προκαλέσει πλευριτικό άλγος και συλλογή υγρού. Μη ειδικοί και απροσδιόριστοι πόνοι στο στήθος, συνήθως στο σύστοιχο ημιθωράκιο, συναντώνται συχνά στους ασθενείς αυτούς. Ένα 20% των ασθενών εμφανίζουν θωρακικούς πόνους που επιμένουν και αποτελούν όψιμες παρενέργειες μετά από χειρουργική, ακτινοθεραπευτική ή χημειοθεραπευτική αντιμετώπιση της πρωτοπαθούς νόσου. Τέλος, ένα μικρό ποσοστό υποφέρει από άλγη που δεν σχετίζονται με τον καρκίνο ή τις μεταστάσεις του. Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε την ακριβή αιτία του πόνου, διότι τα διάφορα είδη δεν παρουσιάζουν την ίδια ανταπόκριση σε όλα τα αναλγητικά.

Τα συνήθη αναλγητικά σκευάσματα είναι τα μη οπιοειδή αναλγητικά (στα οποία υπάγονται η παρακεταμόλη και τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη [ΜΣΑΦ]) και τα οπιοειδή αναλγητικά (κωδεΐνη, μορφίνη), καθώς και συνδυασμοί των δύο κατηγοριών. Οι πόνοι που οφείλονται σε συμπίεση ή διήθηση νεύρων δεν έχουν γενικά ανταπόκριση στα συνήθη αναλγητικά, αλλά ανακουφίζονται με χρήση τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών (π.χ. αμιτριπτυλίνη) ή αντιεπιληπτικών φαρμάκων (π.χ. καρβαμαζεπίνη, βαλπροϊκό νάτριο κ.λπ.). Σε προχωρημένες καταστάσεις η προσθήκη κορτικοειδών μπορεί να βοηθήσει στον έλεγχο του πόνου, αν και ο μηχανισμός δεν είναι γνωστός. Ειδικά στα οστικά άλγη, τα τελευταία χρόνια χρησιμοποιούνται τα διφωσφονικά, που είναι πολύ αποτελεσματικά και για τον έλεγχο της κακοήθους υπερασβεστιαιμίας. Τέλος, ο πόνος από μεμονωμένες οστικές εστίες ή διήθηση μαλακών μορίων μπορεί να ανακουφισθεί σε 80% των περιπτώσεων με τοπική ακτινοθεραπεία.

Δύσπνοια παρουσιάζεται σε ποσοστό 59% των ασθενών. Ο πνευμονολόγος είναι ο πλέον ειδικός στη διάγνωση της αιτίας και τη θεραπευτική αντιμετώπιση. Η δύσπνοια δεν έχει πάντα κακοήθη αιτιολογία, καθώς πολλοί από τους ασθενείς πάσχουν από αποφρακτική πνευμονοπάθεια ή/και καρδιακή ανεπάρκεια. Άλλες αιτίες μπορεί να είναι οι χειρουργικές εκτομές καθώς και η όψιμη μετακτινική ίνωση.

Ο βήχας είναι πολύ συχνό πρόβλημα (71%). Οι συνηθέστερες αιτίες είναι παρουσία ενδοβρογχικής μάζας, συμπίεση μεγάλου βρόγχου από μάζα, λεμφαδένες ή μεγάλη συλλογή υγρού, αναπνευστικές λοιμώξεις, και πνευμονική ίνωση λόγω ακτινοβολίας ή χημειοθεραπείας. Όπως και η δύσπνοια, ο βήχας μπορεί να οφείλεται σε μη κακοήθη αίτια. Πέρα από τη χορήγηση φαρμάκων οικείων στους πνευμονολόγους (π.χ. αντιβηχικά, βρογχοδιασταλτικά κ.λπ.) μπορεί να χρειασθεί η χορήγηση οπιοειδών (μορφίνη) ή τοπικών αναισθητικών (λιδοκαΐνη) με νεφελοποιητή, ή ακόμη και η ακτινοθεραπεία σε περίπτωση βρογχικής στένωσης ή απόφραξης.

Οι αναπνευστικές λοιμώξεις μπορεί να οφείλονται σε τοπικούς παράγοντες (στένωση/απόφραξη) ή/και συστηματικές καταστάσεις (καχεξία, ουδετεροπενία λόγω χημειοθεραπείας κ.λπ.). Ανάλογη θα πρέπει να είναι και η αντιμετώπισή τους, που περιλαμβάνει κατάλληλα αντιβιοτικά, αναπνευστική γυμναστική, ή και χρήση αυξητικών αιμοποιητικών παραγόντων στην περίπτωση της ουδετεροπενίας.

Στην εργασία του Α. Παπαγιάννη αναδεικνύεται ο σημαντικός ρόλος που μπορεί να διαδραματίσει ο εξοικειωμένος με το αντικείμενο ιατρός στη συμπτωματική αντιμετώπιση των καρκινοπαθών. Αν και η προσπάθεια ριζικής θεραπευτικής αγωγής πρέπει να αποτελεί έργο εξειδικευμένων νοσοκομειακών κέντρων, ένα μεγάλο μέρος των προβλημάτων μπορεί να διαγνωσθεί και να αντιμετωπισθεί εκτός νοσοκομείου. Αυτό θα βοηθήσει ουσιαστικά στην αποσυμφόρηση των ειδικών κέντρων, αλλά και θα διευκολύνει τους ασθενείς, που θα αποφύγουν περιττές μετακινήσεις και πρόσθετες ταλαιπωρίες. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στο στάδιο της εξέλιξης της νόσου, όπου δεν υπάρχει ανταπόκριση στη θεραπεία και η επιβίωση είναι πολύ περιορισμένη. Εξάλλου, η κατάρτιση όλων των ιατρών, νοσοκομειακών και μη, στην τέχνη της επικοινωνίας με τον καρκινοπαθή και την οικογένειά του θα βοηθήσει στην υπέρβαση πολλών από τα ψυχολογικά προβλήματα που συναντώνται σε όλη τη διαδρομή της νόσου. Τέλος, η Πολιτεία θα πρέπει να ευαισθητοποιηθεί απέναντι στους καρκινοπαθείς και να προσπαθήσειες σε συνεργασία με τους ασθενείς και με τους θεράποντες ιατρούς, να επιλύσει τα χρόνια προβλήματά τους και να παύσει να τους αντιμετωπίζει ως "πολίτες δεύτερης κατηγορίας".


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Montazeri A, Gillis CR, McEwen J. Quality of life in patients with lung cancer. A review of literature from 1970 to 1995. Chest 1998, 113:467-81.
2. Moinpour C. Measuring quality of life: an emerging science. Semin Oncol 1994, 21:48-63. 3. Cleeland CS, Bruera E. Pain and symptom management. In: Manual of Clinical Oncology, 6th ed (Love RR, editor). Springer-Verlag: New York 1994, 566-69.
4. Ripamonti C, Bruera E. Dyspnea: pathophysiology and assessment. J Sympt Management 1997, 13:220-32.
5. Louie K, Bertolino M, Faisinger R. Management of intractable cough. J Palliative Care 1992, 8:46-8.
6. Tonato M, Roila F. Principles of supportive care: antiemetics. In: Textbook of Medical Oncology (Cavalli F, Hansen HH, Kaye SB). Martin Dunitz: London 1997, 363-72.
7. Farncombe M. Dyspnea: assessment and treatment. Support Care Cancer 1997, 5:94-99. 8. Gross NJ. Pulmonary effects of radiation therapy. Ann Intern Med 1977, 86:91-92.
9. Heyse-Moore LH, Ross V, Mullee MA. How much of a problem is dyspnea in advanced cancer? Palliat Med 1991, 5:20-26.
10. Body JJ, Bartl R, Burckhardt P, et al. Current use of bisphosphonates in oncology. J Clin Oncol 1998, 16:3890-3899.
11. Παπαγιάννης Α. Προβλήματα και ανάγκες φροντίδας των ασθενών με καρκίνο πνεύμονος: η εμπειρία ενός ιδιωτικού ιατρείου. Πνεύμων 2001, 1:49-58.

© 2011 PNEUMON Magazine, Hellenic Bronchologic Society.
Developed by LogicONE Logo LogicONE