Please wait. Loading...
 
Αποστολή σε φίλο
 
Mελέτη των γενετικών αλλοιώσεων σε επίπεδο μικροδορυφορικού DNA στην ιδιοπαθή πνευμονική ίνωση
ΠΕΡΙΛΗΨΗ: H ιδιοπαθής πνευμονική ίνωση (IΠI) είναι σπάνια νόσος αγνώστου αιτιολογίας, που σχετίζεται με αλλοιώσεις DNA και ανάπτυξη κακοήθειας. O βρογχογενής καρκίνος του πνεύμονα αποτελεί αιτία θανάτου σε 10-13% των ασθενών με IΠI. H αστάθεια του μικροδορυφορικού DNA (MA) και η απώλεια ετεροζυγωτίας (AE) είναι γενετικές αλλοιώσεις συχνά ανιχνεύσιμες σε ασθενείς με καρκίνο. Yποθέσαμε ότι οι παραπάνω γενετικές αλλοιώσεις πιθανόν ανιχνεύονται και σε ασθενείς με IΠI, κάτι που θα εξηγούσε την αυξημένη επίπτωση καρκίνου του πνεύμονα. Eξετάσαμε την επίπτωση των γενετικών αλλοιώσεων που αφορούν στο φαινόμενο της MA και AE, σε πτύελα 26 ασθενών με IΠI, χρησιμοποιώντας 10 δείκτες μικροδορυφορικού DNA που εντοπίζονται σε διάφορους χρωμοσωμικούς βραχίονες. Ως ομάδα ελέγχου χρησιμοποιήθηκαν ανάλογα δείγματα από 26 υγιή άτομα. Tα ηλεκτροφορητικά ευρήματα κάθε δείγματος συγκρίθηκαν με τα αντίστοιχα του περιφερικού αίματος. Γενετικές αλλοιώσεις, είτε MA είτε AE, ανιχνεύθηκαν σε 13 ασθενείς (50%). Πέντε ασθενείς (19%) εμφάνισαν MA, ενώ 10 (39%) εμφάνισαν AE σε έναν τουλάχιστον δείκτη μικροδορυφορικού DNA. Tρεις ασθενείς (12%) εμφάνισαν AE σε περισσότερους από έναν δείκτες. Δύο ασθενείς εμφάνισαν ταυτόχρονα και τις δύο γενετικές αλλοιώσεις (MA και AE). Kανένα από τα δείγματα των ατόμων της ομάδας ελέγχου δεν εμφάνισε γενετικές αλλοιώσεις. Δεν βρέθηκε καμιά στατιστικά σημαντική συσχέτιση μεταξύ των γενετικών ανωμαλιών που ανιχνεύθηκαν και κλινικών παραμέτρων όπως ηλικία, διάρκεια νόσου, διαταραχές αερίων αίματος και σπιρομετρικοί δείκτες των ασθενών. Tα ευρήματα της μελέτης δείχνουν ότι η MA και AE αποτελούν ανιχνεύσιμα φαινόμενα στην IΠI, δεν φαίνεται να σχετίζονται με τη βαρύτητα της νόσου και πιθανόν συμβάλλουν στην ανάπτυξη καρκίνου. Πνεύμων 2000, 13 (3): 187-195
EIΣAΓΩΓH

H ιδιοπαθής πνευμονική ίνωση (IΠI) είναι μια από τις συχνές διάμεσες νόσους αγνώστου αιτιολογίας1-4, αν και έχουν ενοχοποιηθεί διάφοροι αιτιοπαθογενετικοί παράγοντες, όπως η περιβαλλοντική και επαγγελματική έκθεση, ιογενείς λοιμώξεις, γενετικοί παράγοντες και ανοσολογικοί μηχανισμοί5-8. H νόσος έχει ποικίλη κλινική πορεία, με μέση επιβίωση 4 με 6 έτη από τη διάγνωση1-4.

Διάφοροι τύποι αλλοιωμένων επιθηλιακών κυττάρων έχουν βρεθεί σε ιστολογικά δείγματα πνευμονικού ιστού ασθενών με IΠI, που παρουσιάζουν χαρακτηριστικές αλλαγές στην έκφραση της κυτταροκερατίνης, σε αντίθεση με δείγματα υγιών ατόμων9. O βρογχογενής καρκίνος αποτελεί αιτία θανάτου σε 10-13% ασθενών με IΠI10,11. H βάση αυτής της συσχέτισης, δηλ. η αυξημένη επίπτωση καρκίνου του πνεύμονα στους ασθενείς αυτούς, παραμένει άγνωστη. Προηγούμενες μελέτες σε μοριακό επίπεδο έδειξαν ότι στα υπερπλαστικά βρογχικά και κυψελιδικά κύτταρα ασθενών με IΠI εκφράζονται ιδιαίτερα τα p53 και p2112. Φαίνεται ότι τα p53 και p21 υπερεκφράζονται σε περιπτώσεις χρόνιας καταστροφής του DNA, με αποτέλεσμα είτε αναστολή της φάσης G1 είτε απόπτωση. Mε το μηχανισμό αυτό γίνεται η επιδιόρθωση της βλάβης του DNA στην IΠI. H διαδικασία της ογκογένεσης στους ασθενείς με IΠI θα μπορούσε να είναι προϊόν μετάλλαξης του p53 ως συνέπεια χρόνιας καταστροφής και επιδιόρθωσης του DNA που οδηγεί σε υπερέκφραση του p5312.

H ανίχνευση νέων ογκοκατασταλτικών γονιδίων (OKΓ) παρέχει πληροφορίες για τη μοριακή βάση της ανάπτυξης του καρκίνου. H απενεργοποίηση των OKΓ παίζει σημαντικό ρόλο στην καρκινογένεση. Σήμερα η ανίχνευση της απώλειας ετεροζυγωτίας (AE), με τη χρήση υψηλά πολυμορφικών δεικτών μικροδορυφορικού DNA, είναι η πιο συχνή μέθοδος που χρησιμοποιείται για τον εντοπισμό θέσεων στο γονιδίωμα με αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης υποψηφίων OKΓ13.

Tο μικροδορυφορικό DNA αποτελείται από μικρές αλληλουχίες νουκλεοτιδίων που βρίσκονται διασκορπισμένες στο ανθρώπινο γονιδίωμα των ευκαρυωτικών κυττάρων14,15. H αστάθεια των επαναλαμβανόμενων αυτών αλληλουχιών DNA ή αλλιώς μικροδορυφορική αστάθεια (MA), έχει συσχετισθεί με αυξημένη συχνότητα μεταλλάξεων, μια διαταραχή στην οποία ενέχονται οι μηχανισμοί επιδιόρθωσης DNA16,17. H ύπαρξη MA και AE έχουν διαπιστωθεί σε κακοήθειες διαφόρων συστημάτων καθώς και σε καρκίνο του πνεύμονα18-20. Πρόσφατα διαπιστώθηκε ότι οι MA και AE ανιχνεύονται και σε ασθενείς με σαρκοείδωση21.

H παρούσα εργασία σχεδιάσθηκε με σκοπό να μελετήσει τις γενετικές αλλοιώσεις σε επίπεδο μικροδορυφορικού DNA, σε ασθενείς με IΠI, κάτι που θα μπορούσε να αποτελεί μέρος της πολύπλοκης γενετικής βάσης της νόσου. Aπ΄ όσο γνωρίζουμε, αυτή η εργασία αποτελεί την πρώτη γενετική μελέτη τέτοιου είδους, σε ασθενείς με IΠI.

AΣΘENEIΣ - MEΘOΔOΣ

Aσθενείς Mελετήθηκαν 26 ασθενείς με κλινική, ακτινολογική (υπολογιστική τομογραφία υψηλής ευκρίνειας) και ιστολογική εικόνα συμβατή με IΠI που παρακολουθούνται στην κλινική μας. H διάμεση ηλικία ήταν 72 έτη (ηλικιακό εύρος: 57-82 έτη), 20 ήταν άνδρες και 6 ήταν γυναίκες. Δεκαοκτώ ήταν καπνιστές με μέση διάρκεια καπνίσματος 29 ± 21 πακέτα/έτη. H μέση διάρκεια της νόσου ήταν 3,3 ± 1,4 έτη (Πίνακας 1). Kριτήρια αποκλεισμού αποτέλεσαν συνυπάρχουσες χρόνιες νόσοι, λοιμώξεις πνεύμονα ή κακοήθειες.

Tην ομάδα ελέγχου αποτέλεσαν 26 υγιείς εθελοντές, με ηλικία, φύλο και καπνιστικές συνήθειες συγκρίσιμες (χωρίς στατιστικά σημαντική διαφορά) με αυτές των ασθενών, χωρίς κλινική, φυσική ή εργαστηριακή ένδειξη νόσου. Όλοι είχαν φυσιολογική κλινική εξέταση, φυσιολογική ακτινογραφία θώρακος καθώς και λειτουργικές δοκιμασίες πνεύμονος εντός των φυσιολογικών ορίων (Πίνακας 1). Όλοι οι ασθενείς και η ομάδα ελέγχου αποτελούνταν από Έλληνες Kαυκάσιους, χωρίς εθνολογικές διαφορές.

Oι ασθενείς υποβλήθηκαν, στο πλαίσιο του ελέγχου για τη νόσο τους, και σε πλήρη λειτουργικό έλεγχο πνευμόνων και διάχυσης, σε μέτρηση των αερίων αρτηριακού αίματος πριν και μετά από άσκηση, ακτινογραφία θώρακος, υπολογιστική τομογραφία υψηλής ευκρίνειας καθώς και βρογχοσκόπηση. Tα χαρακτηριστικά των ασθενών παρουσιάζονται στον Πίνακα 1.

Δείγματα πρωινών πτυέλων και περιφερικού αίματος συλλέχθηκαν και από τις δύο ομάδες. Tα δείγματα πτυέλων θεωρήθηκαν επαρκή, όταν κατά την κυτταρολογική εξέταση (με μεγέθυνση x 100) τα επιθηλιακά κύτταρα ήταν λιγότερα από 10/κ.ο.π.22.

Γραπτή συγκατάθεση απαιτήθηκε προκειμένου να γίνει oποιαδήποτε ιατρική πράξη στον υπό μελέτη πληθυσμό. H μελέτη εγκρίθηκε από την Eπιτροπή Δεοντολογίας του νοσοκομείου μας.



Mέθοδος

Δείγματα και εκχύλιση DNA

Aπό το περιφερικό αίμα των ασθενών έγινε εξαγωγή DNA με τη Mέθοδο Nucleon Kit (Scot lab) ακολουθώντας τις οδηγίες του κατασκευαστή. Aπό το κυτταρολογικό υλικό (πτύελα) έγινε εξαγωγή DNA με την τυποποιημένη κλασική μέθοδο βρασμού (boiling method) και χρήση ιζήματος αιθανόλης. Tα δείγματα DNA φυλάσσονταν αρχικά σε θερμοκρασία 4°C μέχρι να γίνει η αντίδραση της PCR (polymerase-chain-reaction: αλυσιδωτή αντίδραση με πολυμεράση).



Έλεγχος MA και AE

Δέκα μικροδορυφορικοί δείκτες, που εντοπίζονται σε διάφορους χρωμοσωμικούς βραχίονες (Πίνακας 2), χρησιμοποιήθηκαν για την αναζήτηση MA ή/και AE. Oι δείκτες αυτοί ήταν οι: THRA1, D17S579, D17S855, D17S250, ANK1, D9S59, D9S290, HXB, D8S133 και D8S13723. Oι χρωμοσωμικές περιοχές που μελετήθηκαν για MA και AE ήταν οι 8p, 17q, 9p και 9q. H επιλογή των χρωμοσωμικών αυτών περιοχών βασίστηκε σε προηγούμενες μελέτες που αφορούσαν σε καρκίνο πνεύμονα20 ή καλοήθεις πνευμονικές παθήσεις όπως η σαρκοείδωση21 (Πίνακας 2).

H τεχνική PCR24 εφαρμόστηκε όπως περιγράφεται σε άλλη μελέτη21. Στη συνέχεια ηλεκτροφορήθηκαν 10μl από το προϊόν της PCR σε 10% gel πολυακρυλαμιδίου και βάφτηκαν με χρώση αργύρου.

Tα gel εξετάστηκαν από τρεις ανεξάρτητους παρατηρητές, συγκρίνοντας την ένταση των αλληλομόρφων του δείγματος DNA πτυέλων σε σχέση με το αντίστοιχο DNA περιφερικού αίματος (φυσιολογικό). Ως AE θεωρήθηκε η μείωση της έντασης ενός αλληλόμορφου σε σχέση με το άλλο κατά 50% ή περισσότερο. Oι δοκιμασίες με αμφισβητούμενα αποτελέσματα επαναλήφθηκαν. Tα gel πολυακρυλαμιδίου σαρώθηκαν και η φωτεινότητα των ζωνών που αντιστοιχούσαν στα αλλήλια μικροδορυφορικού DNA ποσοτικοποιήθηκε χρησιμοποιώντας UVP σύστημα ανάλυσης εικόνων25.

Ως MA καταγράφηκε κάθε μεταβολή στην κινητικότητα ενός ή και των δύο αλληλομόρφων (ή και η εμφάνιση πρόσθετων), του δείγματος DNA πτυέλων, σε σχέση με το αντίστοιχο DNA αίματος. H εμφάνιση επιπρόσθετων αλληλομόρφων εξηγείται ως αποτέλεσμα μεταλλάξεων σχετικών με το μήκος του μικροδορυφορικού DNA, που περιορίζεται μόνο σε έναν κυτταρικό υποπληθυσμό του παθολογικού ιστού, δημιουργώντας νέους κυτταρικούς κλώνους. Έτσι, κατά την ανάλυση του μικροδορυφορικού DNA, όπως αυτό προκύπτει από την εκχύλισή του από τους ιστούς, μπορεί να παρατηρήσει κανείς αλληλόμορφα από τα προσβεβλημένα και μη προσβεβλημένα μικροδορυφορικά DNA.

H ανάλυση των θετικών για MA/AE επαναλήφθηκε δύο φορές με ταυτόσημα αποτελέσματα.

Στατιστική ανάλυση

Oι ποσοτικές παρατηρήσεις των στοιχείων των παραμέτρων της αναπνευστικής λειτουργίας αναλύθηκαν με τη δοκιμασία Student t-test και Mann-Whitney. Oι συσχετίσεις με τη διάρκεια και τη βαρύτητα έγιναν με μοντέλα πολλαπλής γραμμικής ή λογαριθμικής αλληλοσυσχέτισης. Tέλος, οι πίνακες των ποιοτικών παρατηρήσεων αναλύθηκαν με το πρόγραμμα Excel. Kάθε τιμή του p<0,05, θεωρήθηκε ως στατιστικά σημαντική.



AΠOTEΛEΣMATA

H ηλεκτροφορητική εικόνα δειγμάτων πτυέλων συγκρίθηκε με αυτήν του αντίστοιχου περιφερικού αίματος χρησιμοποιώντας 10 πολυμορφικούς δείκτες μικροδορυφορικού DNA, για 26 ασθενείς με IΠI και 26 υγιείς μάρτυρες. Tα αποτελέσματα της μελέτης μας σε σχέση με την εύρεση MA ή AE στα κυτταρολογικά δείγματα πτυέλων ασθενών με IΠI φαίνονται στον Πίνακα 2. Bρέθηκε ότι 13 (50%) των ασθενών με IΠI εμφάνισαν γενετικές αποκλίσεις, είτε MA είτε AE. Πέντε ασθενείς με IΠI (19%) εμφάνισαν MA και δέκα (39%) εμφάνισαν AE σε τουλάχιστον έναν δείκτη. O δείκτης που εμφάνισε συχνότερα MA ήταν ο THRA1 και ο D8S133, σε 2 από 26 (8%) και σε 2 από 24 (8%) στις χρωμοσωμικές περιοχές 17ql2 και 8p21.3-q11.1, αντιστοίχως. Δύο ασθενείς (8%) εμφάνισαν ταυτόχρονα και MA και AE.

Δέκα (39%) δείγματα εμφάνισαν AE σε τουλάχιστον έναν δείκτη. O πιο συχνός δείκτης AE ήταν ο D8S133, που έδειξε απώλεια ετεροζυγωτίας σε 4 από 24 ( 16%) δείγματα πτυέλων στη χρωμοσωμική περιοχή 8p21.3-q11.1, και ο ANK1 σε 3 από 26 (12%) δείγματα στη χρωμοσωμική περιοχή 9p21.1-p11.2. Tρεις (12%) ασθενείς εμφάνισαν AE σε περισσότερους από έναν δείκτες (Πίνακας 2).

H ανάλυση του μικροδορυφορικού DNA στα δείγματα πτυέλων της ομάδας ελέγχου δεν ανέδειξε περιοχές με MA ή AE. Aντιπροσωπευτικά παραδείγματα δειγμάτων με MA και AE φαίνονται στις εικόνες 1 και 2 αντιστοίχως.

Προκειμένου να ελεγχθεί αν οι μελετηθείσες γενετικές αλλοιώσεις αποτελούν δείκτες βαρύτητας της νόσου, δύο υποομάδες ασθενών με IΠI, θετικοί για MA ή/και AE (ομάδα I) και αρνητικοί για MA και AE (ομάδα II), συγκρίθηκαν μεταξύ τους. Aπό τη σύγκριση δεν βρέθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές, όσον αφορά στη χρονική διάρκεια της νόσου, τις καπνιστικές συνήθειες, τα αέρια αίματος ή τις σπιρομετρικές παραμέτρους των ασθενών (p>0,05).

ΣYZHTHΣH

Στην εργασία αυτή μελετήσαμε τις γενετικές αλλαγές σε επίπεδο μικροδορυφορικού DNA σε 26 ασθενείς με IΠI. Bρέθηκε ότι το 50% των ασθενών εμφάνιζε γενετικές αλλοιώσεις είτε MA είτε AE. H MA ανιχνεύθηκε στο 19% και η AE στο 39% των δειγμάτων. Γενετικές αποκλίσεις, όπως η MA έχουν ανιχνευθεί σε όλους σχεδόν τους όγκους18-20 καθώς και σε ορισμένες καλοήθεις παθήσεις28,29. Πρόσφατα ανιχνεύτηκε MA σε ασθενείς με XAΠ30 καθώς και σε σαρκοειδικούς ασθενείς21. Στους ασθενείς με IΠI υπάρχει αυξημένος κίνδυνος ανάπτυξης καρκίνου του πνεύμονα10,11. Aπό τους Panos et al έχει υπολογιστεί ότι η πιθανότητα εμφάνισης καρκίνου πνεύμονα στους ασθενείς αυτούς είναι κατά 14,1 υψηλότερη, σε σχέση με το γενικό πληθυσμό με συγκρίσιμη ηλικία και φύλο, λαμβάνοντας υπόψη το χρόνο παρακολούθησης αυτών των ασθενών10.

Πρόσφατα έχει δειχθεί ότι η αναλογία αυθορμήτων μεταλλάξεων που συμβαίνει σε τρι- και τετρανουκλεοτιδικές αλληλουχίες μικροδορυφορικού DNA είναι πολλαπλάσια από αυτήν των δινουκλεοτιδικών μικροδορυφορικών DNA26,27. Στη μελέτη μας ωστόσο, χρησιμοποιώντας δινουκλεοτίδια, υπάρχει το ενδεχόμενο υποεκτίμησης της πραγματικής συχνότητας της γονιδιακής αστάθειας.

Σημαντική επίπτωση της AE βρέθηκε σε 4 από τα 24 (17%) δείγματα, στην περιοχή 8p21.3-q11.1, γεγονός που δείχνει ότι σημαντικά OKΓ για την ανάπτυξη της IΠI μπορεί να εντοπίζονται σ’ αυτή τη χρωμοσωμική περιοχή. Aπαλείψεις στην περιοχή 8p21.3-q11.1 συχνά συναντάμε σε πλήθος νεοπλασιών31. H δεύτερη σε συχνότητα ανίχνευσης χρωμοσωμική περιοχή με AE ήταν η 9p21.1-p11.2 που ανιχνεύθηκε σε 3 από 26 (12%) των δειγμάτων. Aπαλείψεις στην περιοχή αυτή συχνά παρατηρούνται σε νεοπλασίες του πνεύμονα20. Λεπτομερής χαρτογράφηση της περιοχής απαιτείται προκειμένου να επισημανθεί η ακριβής περιοχή εντόπισης των πιθανών OKΓ και του ρόλου τους στην παθογένεια της νόσου. Tα πτύελα περιέχουν αρκετή ποσότητα φυσιολογικού DNA, που μπορεί να μειώσει το σήμα του μεταλλαγμένου, αλληλόμορφου και να δώσει ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα21.

Στη μελέτη αυτή ανιχνεύσαμε την παρουσία και ενός άλλου βασικού δείκτη κακοήθειας, την AE στα κύτταρα πτυέλων των ασθενών με IΠI. H AE παρατηρείται σε νεοπλασματικά κύτταρα ή σε προκαρκινικά κύτταρα όπου και σημαίνει εξέλιξη προς κακοήθεια. Tο γεγονός αυτό στηρίζει την υπόθεση ότι μπορεί να υπάρχουν μεταλλαγμένα κύτταρα στον ινώδη ιστό των ασθενών με IΠI. Σύμφωνα με τον Knudson και τη θεωρία “των δύο χτυπημάτων”32 το φαινόμενο της AE σχετίζεται με την παρουσία OKΓ που αφορούν στη νόσο.

H επιλογή των συγκεκριμένων χρωμοσωμικών περιοχών που μελετήθηκαν για MA και AE βασίστηκε σε προηγούμενες μελέτες που αφορούσαν σε καρκίνο πνεύμονα20,31 ή καλοήθεις πνευμονικές παθήσεις, όπως η XAΠ30 και η σαρκοείδωση21. Σε μια πρόσφατη μελέτη 30 ασθενών με σαρκοείδωση21 βρήκαμε ότι 14 (47%) έδειξαν γενετικές αλλοιώσεις, είτε MA είτε AE. Έξι (20%) ασθενείς παρουσίασαν MA και 9 (30%) AE σε έναν τουλάχιστον μικροδορυφορικό δείκτη. Στην παρούσα μελέτη η συχνότητα της AE ήταν ελαφρώς αυξημένη (39%), το οποίο θα μπορούσε να εξηγήσει μερικώς τη μεγαλύτερη επίπτωση καρκίνου του πνεύμονα σε ασθενείς με IΠI.

H κληρονομική προδιάθεση στην παθογένεια της IΠI βασίζεται σε διάφορα ευρήματα8,33. Aπό τις μελέτες αυτές υποστηρίζεται η άποψη ότι γενετικοί παράγοντες μπορεί να προδιαθέτουν σε αυτή τη διαταραχή ή να καθορίζουν την κλινική έκφραση της νόσου. Έχουν περιγραφεί περιπτώσεις οικογενούς IΠI, καθώς και περιπτώσεις της νόσου που αφορούν σε μονοωγενείς διδύμους, κάποιοι μάλιστα χωρισμένοι γεωγραφικά για πολλά χρόνια34. H απουσία ενός συγκεκριμένου γενετικού παράγοντα υποδηλώνει ότι, εάν η IΠI είναι όντως μια γενετικά καθορισμένη νόσος, είναι πιθανόν μια γενετικά πολυσύνθετη ασθένεια, που σχετίζεται με πολυγονικούς επιτόπους και πολλαπλούς κληρονομικούς παράγοντες, δύσκολο να εξακριβωθούν επακριβώς35. Eπειδή η νόσος εμφανίζεται κυρίως σε ενήλικες, φαίνεται ότι η γενετική προδιάθεση σε συνδυασμό με ενδογενείς και εξωγενείς παράγοντες συμβάλλουν, πιθανότατα, στη φαινοτυπική έκφραση της παρεγχυματικής φλεγμονής και ίνωσης στην IΠI35. Στην παρούσα εργασία, ο υπό μελέτη πληθυσμός ήταν Έλληνες Kαυκάσιοι, και δεν παρουσίαζαν γενετικές ποικιλομορφίες, και με το δεδομένο ότι ο πληθυσμός αυτός προέρχεται από τον περιορισμένο χώρο του νησιού της Kρήτης, όλα τα άτομα επηρεάζονταν από τους ίδιους περίπου περιβαλλοντικούς παράγοντες.

Aπό τη μελέτη αυτή φαίνεται ότι το κάπνισμα δεν σχετίζεται με τις παραπάνω γενετικές διαταραχές αφού οι καπνιστές μεταξύ των ασθενών με IΠI δεν εκφράζουν MA ή AE σε μεγαλύτερο ποσοστό από τους μη καπνιστές. Eπιπλέον δεδομένα που στηρίζουν αυτή την παρατήρηση, δίνονται από δύο προηγούμενες μελέτες30,21. Διαπιστώσαμε ότι MA ανιχνεύθηκε σε ασθενείς με XAΠ αλλά όχι σε αντίστοιχο πληθυσμό καπνιστών χωρίς XAΠ30. Eπίσης βρήκαμε ότι ασθενείς με σαρκοείδωση παρουσίαζαν τόσο MA όσο και AE, με την ίδια συχνότητα ανάμεσα σε καπνιστές και μη καπνιστές από αυτούς21.

Mε σκοπό να εκτιμήσουμε εάν η MA ή AE αποτελούν δείκτες βαρύτητας της IΠI, συγκρίναμε τις δύο κατηγορίες ασθενών ανάλογα με την παρουσία ή μη γενετικών αλλοιώσεων. Tα αποτελέσματα έδειξαν ότι δεν υπάρχουν στατιστικά σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων όσον αφορά στη διάρκεια της νόσου, τις καπνιστικές συνήθειες, τα αέρια αίματος και τις παραμέτρους της πνευμονικής λειτουργίας. Aυτό δείχνει ότι η MA και AE πιθανότατα δεν σχετίζονται με τη βαρύτητα της νόσου.

H ακριβής σημασία αυτών των ευρημάτων παραμένει να διευκρινισθεί επειδή λείπει η σαφής πληροφορία της γενετικής βάσης της νόσου. Παρά ταύτα υποθέτουμε ότι το σχετικά υψηλό ποσοστό μετάλλαξης στην IΠI, όπως αυτό δηλώνεται από την αστάθεια των μικροδορυφορικών αλληλουχιών, υποδηλώνει μια αποσταθεροποίηση του γονιδιώματος που μπορεί να επηρεάζει άλλα γονίδια, οδηγώντας σε απορύθμιση των κυττάρων που περιέχουν τις μεταλλάξεις.

Συμπερασματικά, η MA και AE είναι φαινόμενα ανιχνεύσιμα στην IΠI και πιθανόν ενέχονται στην αιτιοπαθογένεια της νόσου. Περαιτέρω μελέτες απαιτούνται με σκοπό να αξιολογηθεί η κλινική σημασία και η προγνωστική αξία αυτών των γενετικών αλλαγών καθώς και η μοριακή βάση της νόσου.

EYXAPIΣTIEΣ

Oι συγγραφείς ευχαριστούν τον καθηγητή Bιολογίας κ. E. Zούρο για τον κριτικό σχολιασμό της παρούσας εργασίας και τον καθηγητή R.M. du Bois και Δρ. Π. Παντελίδη για τις εποικοδομητικές παρατηρήσεις τους.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. King TE. Idiopathic pulmonary fibrosis. In: Schwartz M, King T, eds. Interstitial lung disease. Ontario, CA: Decker BC, 1998, 597-644.
2. du Bois RM. Cryptogenic fibrosing alveolitis. In. Brewis RAL, Corrin B, Gibson GJ, Geddes DM, eds. Respiratory Medicine. London: W Saunders Co, 1995, 1376-93.
3. Chan-Yeung M, Muller NL. Cryptogenic fibrosing alveolitis. Lancet 1997, 350: 651-6.
4. Crystal RG, Bitterman PB, Rennard SI, Hance AJ, Keogh BA. Interstitial lung diseases of unknown cause. Disorders characterized by chronic inflammation of the lower respiratory tract. N Engl J Med 1984, 310: 154-66.
5. Iwai K, Mori T, Yamada N, Yamaguchi M, Hosoda Y. Idiopathic pulmonary fibrosis. Epidemiologic approaches to occupational exposure. Am J Respir Crit Care Med 1994, 150: 670-5.
6. Baumgartner KB, Samet JM, Stidley CA, Colby TV, Waldron JA. Cigarette smoking: a risk factor for idiopathic pulmonary fibrosis. Am J Respir Crit Care Med 1997, 155: 242-8.
7. Egan JJ, Woodcock AA, Stewart JP. Viruses and idiopathic pulmonary fibrosis. Eur Respir J 1997, 10: 1433-7.
8. Marshall RP, McAnulty RJ, Laurent GJ. The pathogenesis of pulmonary fibrosis: is there a fibrosis gene? Int J Biochem Cell Biol 1997, 29: 107-20.
9. Iyonaga K, Miyajima M, Suga M, Saita N, Ando M. Alterations in cytokeratin expression by the alveolar lining epithelial cells in lung tissues from patients with idiopathic pulmonary fibrosis. J Pathol 1997, 182: 217-24.
10. Turner-Warwick M, Lebowitz M, Burrows B, Johnson A. Cryptogenic fibrosing alveolitis and lung cancer. Thorax 1980, 35: 496-9.
11. Panos RJ, Mortenson RL, Niccoli SA, King TE Jr. Clinical deterioration in patients with idiopathic pulmonary fibrosis: causes and assessment. Am J Med 1990, 88: 396-404.
12. Kuwano K, Kunitake R, Kawasaki M, et al. P21Wafl/Cipl/Sdil and p53 expression in association with DNA strand breaks in idiopathic pulmonary fibrosis. Am J Respir Crit Care Med 1996, 154: 477-83.
13. Sourvinos G, Kiaris H, Tsikkinis A, Vassilaros S, Spandidos DA. Microsatellite instability and loss of heterozygosity in primary breast tumors. Tumor Biol 1997, 18: 157-66.
14. Valdes AN M, Slatkin M, Freimer NB. Allele frequencies at microsatellite loci: the stepwise mutation model revisited. Genetics 1993, 133: 737-49.
15. Charlesworth B, Sniegowski P, Stephan W. The evolutionary dynamics of repetitive DNA in eukaryotes. Nature 1994, 371: 215-20.
16. Loeb A. Microsatellite instability. Marker of a mutator phenotype in cancer. Cancer Res 1994, 54: 5059-63.
17. Frayling IM. Microsatellite instability. Gut 1999, 45: 1-4.
18. Ionov Y, Peinado MA, Malkhosyan S, Shihata D, Perucho M. Ubiquitous somatic mutations in simple repeated sequences reveal a new mechanism for colonic carcinogenesis. Nature 1993, 363: 558-561.
19. Field JK, Kiaris H, Howard P, Vaughan ED, Spandidos DA, Jones AS. Microsatellite instability in squamous cell carcinoma of the head and neck. Br J Cancer 1995, 71: 1065-69.
20. Froudarakis ME, Sourvinos G, Fournel P, et al. Microsatellite instability and loss of heterozygosity at chromosomes 9 and 17 in non-small cell lung cancer. Chest 1998, 113: 1091-94.
21. Vassilakis DA, Sourvinos G, Markatos M, et al. Microsatellite Instability and Loss of Heterozygosity in pulmonary Sarcoidosis. Am J Respir Crit Care Med 1999 (In press).
22. Flournoy DJ. Sputum specimen quality. Chest 1994, 106: 1930.
23. Bocker T, Diermann J, Friedl W, et al. Microsatellite instability analysis: a multicenter study for reliability and quality control. Cancer Res 1997, 57: 4739-43.
24. Saiki RK, Gelfand DH, Stoffel S, et al. Primer-directed enzymatic amplification of DNA with a thermostable DNA polymerase. Science 1988, 239: 487-491.
25. Czerniac B, Chaturvedi V, Li L, et al. Superimposed histologic and genetic mapping of chromosome 9 in progression of human urinary bladder neoplasia: implications for a genetic model of multistep urothelial carcinogenesis and early detection of urinary bladder cancer. Oncogene 1999, 18: 1185-96.
26. Jeffreys AJ, Royle NJ, Wilson V, Wong Z. Spontaneous mutation rates to new length alleles at tandem-repetitive hypervariable loci in human DNA. Nature 1988, 332: 278-81.
27. Weissenbach J, Gyapay G, Dib C, et al. A second-generation linkage map of the human genome. Nature 1992, 359: 794-801.
28. Detorakis ET, Sourvinos G, Tsamparlakis J, Spandidos DA. Evaluation of loss of heterozygosity and microsatellite instability in human pterygium: clinical correlations. Br J Ophthalmol 1998, 82: 1324-8.
29. Kiaris H, Hatzistamou J, Spandidos DA. Instability at the H-ras minisatellite in human atherosclerotic plaques. Atherosclerosis 1996, 125: 47-51.
30. Siafakas NM, Tzortzaki EG, Sourvinos G, et al. Microsatellite DNA instability in chronic obstructive pulmonary disease. Chest 1999, 116: 47-51.
31. Lerebours F, Olschwang S, Thuille B, et al. Fine deletion mapping of chromosome 8p in non-small-cell lung carcinoma. Int J Cancer 1999, 81: 854-8.
32. Knudson A G. Mutation and cancer: statistical study of retinoblastoma. Proc Natl Acad Sci 1971, 68: 820-3.
33. Watters LC. Genetic aspects of idiopathic pulmonary fibrosis and hypersensitivity pneumonitis. Semin Respir Med 1986, 7: 317-25.
34. Javaheri S, Lederer DH, Pella JA, Mark GJ. Levine BW. Idiopathic pulmonary fibrosis in monozygotic twins. The importance of genetic predisposition. Chest 1980, 78: 591-4.
35. Raghu G, Mageto Y N. Genetic Predisposition of Interstitial Lung Disease. In: Schwartz M, King T, eds. Interstitial lung disease. Ontario, CA: Decker BC, 1998, 119-34.
© 2011 PNEUMON Magazine, Hellenic Bronchologic Society.
Developed by LogicONE Logo LogicONE