Please wait. Loading...
 
  • ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Η ανίχνευση της πηγής μόλυνσης από Mycobacterium tuberculosis αποτελεί σημαντικό παράγοντα για τον έλεγχο μετάδοσης της φυματίωσης. Στόχος της παρούσας εργασίας ήταν να συγκριθούν δύο διαφορετικές μοριακές μέθοδοι: Οι αναλύσεις RFLP (Restriction Fragment Length Polymorphism) και RAPD (Randοm Amplified Length Polymorphic DNA) για την επιδημιολογική διερεύνηση κλινικών στελεχών Μ. tuberculosis. Υλικό αποτέλεσαν στελέχη Μ. tuberculosis απομονούμενα από το Εθνικό Κέντρο Αναφοράς Μυκοβακτηριδίων σε διάστημα δύο χρόνων (1997-1998). Η ανάλυση RFLP, με τη χρησιμοποίηση του μη ραδιοσημασμένου ανιχνευτή (probe) IS6110, εφαρμόστηκε σε 25 μη σχετιζόμενα μεταξύ τους, ευαίσθητα στα διάφορα αντιφυματικά, κλινικά στελέχη Μ. tuberculosis, καθώς και σε στελέχη απομονούμενα από οικογένειες ασθενών. Με την ανάλυση RAPD μελετήθηκαν 17 ανθεκτικά στη ριφαμπικίνη και 43 ανθεκτικά στην ισονιαζίδη, άσχετα μεταξύ τους, στελέχη Μ. tuberculosis, καθώς και στελέχη από επιδημίες εντός οικογενειών. Για την RAPD χρησιμοποιήθηκε α) συνδυασμός τριών εκκινητών (primers): Α1245 με νουκλεοτιδική αλληλουχία 5’GCCGCCGAAACGATCTAC-3', B1245 (5'-AGGTGGCGTCGAGGAAGAC-3'), και Leg2 (5'-CTGGCTTCTTCCAGCTTCA-3') και β) ένας μόνο primer: IRIS (5’GAGTCTcrGGAC(Α+Τ)(C+Τ)(A+G)CCGGGGCGGTTCA-3'). Και οι δύο μέθοδοι τυποποίησαν με επιτυχία σχετιζόμενα και μη στελέχη Μ. tuberculosis. Σε σχέση με την RFLP, η RAPD ήταν πιο εύκολη και οικονομική στην εφαρμογή της, ειδικά με την χρησιμοποίηση του primer IRIS, που φάνηκε να έχει τη μεγαλύτερη διακριτική ικανότητα. Πνεύμων 2000, 13 (2): 102-107
     
  • ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Κατά τη διάρκεια της πρώτης 25ετίας της ζωής, οι πνεύμονες και το αναπνευστικό σύστημα διανύουν μία φάση ανάπτυξης και ωρίμανσης μέχρι να αποκτήσουν τη μέγιστη λειτουργικότητά τους. Κατά την υπόλοιπη ζωή, η πρόοδος της ηλικίας συσχετίζεται με μία προοδευτική απώλεια της αναπνευστικής λειτουργικότητας Η φυσιολογική γήρανση του αναπνευστικού συστήματος αποδίδεται σε δομικές μεταβολές του θωρακικού τοιχώματος (αποτιτανώσεις πλευρών, οστεοπόρωση, κατάγματα σπονδύλων, στένωση μεσοσπονδυλίων διαστημάτων, κύφωση, “πιθοειδής θώραξ”), του πνευμονικού παρεγχύματος (διάταση κυψελίδων και αεροχώρων, ελάττωση της επιφάνειας ανταλλαγής αερίων, απώλεια υποστηρικτικού ιστού των περιφερικών αεραγωγών) και των αναπνευστικών μυών (ελάττωση μυϊκής μάζας, μείωση του αριθμού των μυϊκών ινών τύπου ΙΙ και των κινητικών νευρώνων, διαταραχές των νευρομυϊκών συνάψεων, μειωμένη σύνθεση μυοσίνης και ελάττωση της λειτουργίας της μιτοχονδριακής αναπνευστικής αλύσου). Οι σχετιζόμενες με την ηλικία δομικές αλλαγές έχουν ως αποτέλεσμα διάφορες λειτουργικές μεταβολές, όπως αυξημένη δυσκαμψία του θωρακικού τοιχώματος, μειωμένη ελαστική επαναφορά και αυξημένη διατασιμότητα των πνευμόνων, παγίδευση αέρα, υπερδιάταση και επιδείνωση της ισχύος των αναπνευστικών μυών. Ο βίαια εκπνεόμενος όγκος αέρα στο 1ο δευτερόλεπτο της βίαιης εκπνοής (FEV1), η ζωτική χωρητικότητα και οι εκπνευστικές ροές ελαττώνονται, με χαρακτηριστική διαμόρφωση της καμπύλης ροής-όγκου που συνιστά δυσλειτουργία των μικρών αεραγωγών. Εμφανίζονται περιοχές με μειωμένη σχέση αερισμού-αιμάτωσης (VΑ/Q) ως συνέπεια της πρώιμης σύγκλεισης αεραγωγών και έχουν ως αποτέλεσμα αυξημένη ανομοιογένεια VΑ/Q. Η διαχυτική ικανότητα για το μονοξείδιο του άνθρακα με την ηλικία ελαττώνεται λόγω της μείωσης της επιφάνειας ανταλλαγής αερίων. Παρά την επέλευση όλων αυτών των λειτουργικών διαταραχών, το αναπνευστικό σύστημα παραμένει ικανό να διατηρήσει επαρκή ανταλλαγή αερίων κατά την ηρεμία και την άσκηση καθ' όλη την διάρκεια της ζωής του ανθρώπου, με ήπια ελάττωση της μερικής πίεσης του οξυγόνου στο αρτηριακό αίμα (ΡαΟ2) και αμετάβλητη τη μερική πίεση του διοξειδίου του άνθρακα (PaCO2). Όμως, με την πρόοδο της ηλικίας και σε περιπτώσεις οξείας νόσου οι εφεδρείες του αναπνευστικού συστήματος τείνουν να ελαττωθούν. Επιπρόσθετα, η με την ηλικία επερχόμενη μείωση της φυσικής δραστηριότητας, με την επακόλουθη απώλεια της φυσικής κατάστασης, η μειωμένη ευαισθησία των αναπνευστικών κέντρων στην υποξία/υπερκαπνία και η μειωμένη δυνατότητα αντίληψης επιπρόσθετων φορτίων ελαστικότητας και αντιστάσεων μπορεί να αμβλύνουν την απόκριση του αερισμού σε διάφορες απειλητικές για τη ζωή νοσηρές καταστάσεις (όπως οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια, καρδιακή ανεπάρκεια και υδροστατικό πνευμονικό οίδημα, λοίμωξη ή βρογχοσύσπαση) και να οδηγήσουν σε μικρότερη αντίληψη της νόσου και καθυστέρηση της διάγνωσης με πιθανές επιβλαβείς συνέπειες. Πνεύμων 2000, 13 (2): 108-122
     
  • ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Η χορήγηση β2-διεγερτών και γλυκοκορτικοειδών, συνήθως με εισπνοές, μέσω δοσιμετρικών συσκευών απελευθερώσεως αερολύματος (ΜDI) ή ξηράς κόνεως (DPI) αποτελούν ουσιώδη συστατικά στη θεραπευτική του βρογχικού άσθματος. Επειδή η συμμόρφωση των ασθενών (ιδίως των ανήλικων και υπερήλικων) στη θεραπεία με δοσιμετρικές συσκευές είναι μικρή, αναζητούνται άλλες τεχνικές χορηγήσεως εισπνοών, μεταξύ των οποίων η πρόσφατα παρουσιασθείσα συσκευή που ενεργοποιείται με την αναπνοή (breath actuated metered dose inhaler, BAI). Διαπιστώσαμε ότι οι "αποτυχίες" στη θεραπεία λόγω κακής χρήσεως των δοσιμετρικών συσκευών ανέρχονται στο 39% προκειμένου περί συσκευών MDI και 4% προκειμένου περί συσκευών ΒΑΙ. Από την ανάλυση των αποτελεσμάτων μας συμπεραίνουμε ότι η διαφορά κόστους μεταξύ των δύο συσκευών είναι σημαντική, όταν οι συσκευές χρησιμοποιούνται για να απελευθερώσουν σαλβουταμόλη και χρησιμοποιούνται από ασθενείς τόσο στην ελεύθερη αγορά υπηρεσιών υγείας όσο και στο Δημόσιο σύστημα υγείας (ΕΣΥ-ΙΚΑ), ενώ η συσκευή ΒΑΙ είναι φθηνότερη της συσκευής MDI, όταν χρησιμοποιείται για τη χορήγηση μπεκλομεθαζόνης και χρησιμοποιούνται από ασθενείς, ανεξάρτητα της ασφαλιστικής τους σχέσης. Πνεύμων 2000, 13 (2): 123-136
     
  • ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Η μέγιστη κατανάλωση οξυγόνου κατά την καρδιοαναπνευστική δοκιμασία κοπώσεως (ΚΑΔΚ) έχει χρησιμοποιηθεί γιά την εκτίμηση της ανοχής στην κόπωση των ασθενών με κυστική ίνωση (ΚΙ). Οι παράγοντες που καθορίζουν την κατανάλωση του οξυγόνου, μετά το πέρας της κοπώσεως, δεν είναι γνωστοί. Εκτιμήσαμε τους δείκτες της κινητικής του οξυγόνου κατά την μέγιστη ΚΑΔΚ και την πρώιμη φάση της ανάκαμψης και διερευνήσαμε τη σχέση τους με τη βαρύτητα της νόσου όπως αυτή καθορίζεται από την κλίμακα Schwachman (SS). Μελετήθηκαν 19 ασθενείς με ΚΙ (10 άνδρες / 9 γυναίκες, ηλικίας 24±13, SS 71±14) και 11 υγιείς μάρτυρες (3 άνδρες / 8 γυναίκες, ηλικίας 29±4). Όλοι οι ασθενείς και οι υγιείς μάρτυρες υπεβλήθησαν σε μέγιστη ΚΑΔΚ πάνω σε κυλιόμενο τάπητα. Υπολογίσθηκε η μέγιστη κατανάλωση οξυγόνου (VO2peak) και η κλίση καμπύλης κατανάλωσης του οξυγόνου (VO2/t-slope) κατά την πρώιμη φάση της ανάκαμψης. Η μέγιστη κατανάλωση οξυγόνου ήταν στατιστικώς χαμηλότερη στους ασθενείς με ΚΙ σε σχέση με αυτήν των υγιών μαρτύρων (21±8 vs 35±8 ml/kg/ml p<0.01). Στους ασθενείς με ΚΙ η κλίση-VO2/t παρουσίασε συσχέτιση με την VO2peak (r=0.92, p<0.001), καθώς και με το SS (r= 0.86, p<0.001).Καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η παράταση της ανάκαμψης μετά από μέγιστη ΚΑΔΚ, τους ασθενείς με ΚΙ σχετίζεται με τη βαρύτητα της νόσου. Πνεύμων 2000, 13 (2): 137-143
     
  • ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Το υπεροξείδιο του υδρογόνου (H2O2) έχει προταθεί ως δείκτης φλεγμονής των αεραγωγών σε διάφορες πνευμονικές παθήσεις συμπεριλαμβανομένων των βρογχεκτασιών. Ο ρόλος του όμως εξακολουθεί να παραμένει αδιευκρίνιστος, εξ αιτίας της απουσίας ειδικών συσχετίσεων με φλεγμονώδεις παράγοντες που προέρχονται απο βιοψικά υλικά ή από υλικά μελέτης κυτταρικού πληθυσμού. Μελετήσαμε τα επίπεδα του H2O2 στο συμπύκνωμα εκπνεόμενου αέρα 30 ασθενών με βρογχεκτασίες (24 άνδρες, ηλικίας 39 ± 12 2.5 έτη, FEV1 69 ± 12 4% αναμ.), ερευνώντας την πιθανή συσχέτισή τους με την έκταση της νόσου, όπως αυτή καθορίσθηκε με την υψηλής διακριτικότητας αξονική τομογραφία (HRCT), τη σπιρομέτρηση, καθώς και την σύνθεση του κυτταρικού πληθυσμού μετά προκλητή απόχρεμψη. Στους ίδιους ασθενείς μελετήθηκαν οι ίδιες παράμετροι, μεταξύ αυτών που ελάμβαναν εισπνεόμενα στεροειδή συγκριτικά με αυτούς που δεν ελάμβαναν εισπνεόμενα στεροειδή. Τα επίπεδα του H2O2 στο συμπύκνωμα εκπνεόμενου αέρα ασθενών με βρογχεκτασίες ήταν στατιστικά σημαντικά υψηλότερα συγκρινόμενα με αυτά 15 φυσιολογικών ατόμων (12 άνδρες, ηλικίας 34 ± 12 4 έτη, FEV1 95 ± 12 3 % αναμ.) (1.1 ± 12 0.1 μM έναντι 0.3 ± 12 0.04 μM, p<0.0001). Παρατηρήθηκε μία στατιστικά σημαντική θετική συσχέτιση μεταξύ H2O2, του επί % αριθμού των πολυμορφοπυρήνων στην προκλητή απόχρεμψη και της έκτασης της νόσου όπως αυτή καθορίσθηκε με το σύστημα βαθμολόγησης της HRCT (r=0.9, p<0.0001 και r=0.66, p<0.0001 αντίστοιχα). Βρέθηκε ακόμα μία στατιστικά σημαντική αρνητική συσχέτηση μεταξύ H2O2 και FEV1, % αναμ. (r=-0.42, p<0.05). Οι ασθενείς που ελάμβαναν εισπνεόμενα στεροειδή σε σύγκριση με τους μη λαμβάνοντες στεροειδή, δεν παρουσίαζαν στατιστικά σημαντικές διαφορές ως προς τα επίπεδα του H2O2 (1.15 ± 12 0.15 μM έναντι 1.02 ± 12 0.1 μM, p=0.12). Συμπερασματικά, η μελέτη των επιπέδων του H2O2 στο συμπύκνωμα εκπνεόμενου αέρα ασθενών με βρογχεκτασίες μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως δείκτης φλεγμονής των αεραγωγών, έκτασης της νόσου και εν μέρει της βαρύτητας απόφραξης των αεραγωγών. Πνεύμων 2000, 13 (2): 144-153
     
  • ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Η Αδενοσινοαπαμινάση (ADA) αποτελεί ένα δείκτη ο οποίος χρησιμοποιείται ευρέως για τη διάγνωση των φυματιωδών υπεζωκοτικών συλλογών. Υπάρχουν ενδείξεις ότι η παραγωγή της σχετίζεται με τα Τ λεμφοκύτταρα και τα μακροφάγα τα οποία παρατηρούνται τόσο στις φυματιώδεις όσο και στις κακοήθεις υπεζωκοτικές συλλογές, στις οποίες όμως η δραστηριότητα της ADA είναι χαμηλή. Επιπλέον τα δεδομένα που αφορούν τη συσχέτιση της ADA με τα Τ-κύτταρα στις φυματιώδεις υπεζωκοτικές συλλογές είναι αλληλοσυγκρουόμενα και βασίζονται σε μικρό αριθμό ασθενών. Σκοπός της μελέτης μας ήταν η εξέταση των κυτταρικών υποπληθυσμών στις φυματιώδεις υπεζωκοτικές συλλογές και η συσχέτιση τους με την ADA. Εξετάστηκε το πλευριτικό υγρό 73 ασθενών από τους οποίους οι 37 είχαν φυματιώδη και οι 36 κακοήθη υπεζωκοτική συλλογή. Η ανοσοκυτταροχημική μέθοδος ΑΡΑΑΡ χρησιμοποιήθηκε για την εξέταση των Τ κυττάρων (CD3, CD4, CD8, CD25) και των μακροφάγων (CD68), ενώ η δραστηριότητα της ADA μετρήθηκε με την χρωματομετρική μέθοδο Guisti. Τα αποτελέσματα μας έδειξαν ότι τα κύτταρα CD3+, CD4+ και CD25+ και η δραστηριότητα της ADA ήταν σημαντικά υψηλότερα στις φυματιώδεις σε σχέση με τις κακοήθεις υπεζωκοτικές συλλογές (p<0.001 για όλες τις μετρήσεις) ενώ τα CD68+ κύτταρα ήταν σημαντικά χαμηλότερα (p<0.01). Αντίθετα, δεν παρατηρήθηκαν διαφορές στους αριθμούς των CD8+ κυττάρων. Δεν βρέθηκε επίσης συσχέτιση μεταξύ της δραστηριότητας της ADA και των κυττάρων CD3 (r=0.18), CD4 (r=0.05), CD8 (r=0.09), CD25 (r=0.06), CD68 (r=0.04). Συμπεραίνουμε ότι οι φυματιώδεις υπεζωκοτικές συλλογές χαρακτηρίζονται από αυξημένη δραστηριότητα της ADA και αυξημένο αριθμό CD4+ Τ κυττάρων αλλά δεν υπάρχει συσχέτιση μεταξύ της δραστηριότητας της ADA και του αριθμού κυττάρων. Πνεύμων 2000, 13 (2): 154-160
     
  • ΧΑΠ, κάπνισμα, Η. pylori, έλκος
    ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Σκοπός της εργασίας μας ήταν η σύγκριση της συχνότητας της λοίμωξης από Η. pylori ανάμεσα σε ασθενείς με ΧΑΠ και σε υγιή πληθυσμό (καπνιστές / μη καπνιστές). Η παρουσία των αντισωμάτων IgG, ΙgΑ, ΙgΜ έναντι του μικροοργανισμού Η. pylori μελετήθηκε σε δύο ομάδες πληθυσμού. Την πρώτη ομάδα αποτέλεσαν 39 ασθενείς με ΧΑΠ, μέσης ηλικίας 70 ετών, και τη δεύτερη 59 υγιείς, μέσης ηλικίας 53 ετών, εκ των οποίων οι 29 ήταν καπνιστές και οι 30 μη καπνιστές. Η αναγνώριση των αντισωμάτων Η. pylori στον ορό έγινε με μέθοδο ELISA. Από τα αποτελέσματα δεν φαίνεται να υπάρχει στατιστικά σημαντική διαφορά της επιπτώσεως της λοίμωξης από Η. pylori παλαιάς ή πρόσφατης μεταξύ των ασθενών με ΧΑΠ και του υγιούς πληθυσμού. Επίσης δεν φαίνεται να υπάρχει στατιστικά σημαντική διαφορά στην επίπτωση της λοίμωξης, παλαιάς ή πρόσφατης, μεταξύ των ομάδων του υγιούς πληθυσμού, καπνιστών και μη καπνιστών. Εάν και το κάπνισμα αποτελεί γνωστό προδιαθεσικό παράγοντα για την ανάπτυξη έλκους, δεν υπάρχουν ενδείξεις πως αυτό σχετίζεται και με αυξημένη επίπτωση της λοίμωξης από Η. pylori. Πνεύμων 2000, 13 (2): 161-165
     
Βρέθηκαν 7 αποτελέσματα. Σελίδα 1 από 1
© 2011 PNEUMON Magazine, Hellenic Bronchologic Society.
Developed by LogicONE Logo LogicONE