Please wait. Loading...
 
Αποστολή σε φίλο
 
Γενετικές αλλοιώσεις στη σαρκοείδωση
ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Η σαρκοείδωση είναι μια χρόνια, πολυοργανική, φλεγμονώδης νόσος αγνώστου αιτιολογίας. Γενετικές αλλοιώσεις σε επίπεδο μικροδορυφορικού DNA έχουν περιγραφτεί τόσο σε κακοήθεις όσο και σε καλοήθεις νόσους του πνεύμονα. Στην παρούσα μελέτη εξετάσαμε την επίπτωση των γενετικών αλλοιώσεων που αφορούσαν στο φαινόμενο της αστάθειας του μικροδορυφορικού DNA (ΜΑ) και της απώλειας της ετεροζυγωτίας (ΑΕ) σε πτύελα 30 ασθενών με σαρκοείδωση, χρησιμοποιώντας δείκτες μικροδορυφορικού DNA που εντοπίζονται σε διάφορους χρωμοσωμικούς βραχίονες. Σαν ομάδα ελέγχου χρησιμοποιήθηκαν δείγματα από 30 υγιή άτομα. Γενετικές αλλοιώσεις, είτε ΜΑ είτε ΑΕ, ανιχνεύθηκαν σε 14 ασθενείς (47%). Έξι ασθενείς (20%) εμφάνισαν ΜΑ ενώ 9 εμφάνισαν ΑΕ (30%) σε ένα τουλάχιστον δείκτη μικροδορυφορικού DNA. Ένας ασθενής εμφάνισε ΜΑ σε δύο δείκτες. Τρεις ασθενείς (10%) εμφάνισαν ΑΕ σε περισσότερους από έναν δείκτες. Αξιοσημείωτη είναι η παρατήρηση ότι σε έναν ασθενή παρατηρήθηκε πλήρης απάλειψη του χρωμοσωμικού βραχίονα I7q11.2-q21. Κανένα από τα δείγματα των ατόμων της ομάδας ελέγχου δεν εμφάνισε γενετικές αλλοιώσεις κατά τον έλεγχο με τους παραπάνω γενετικούς δείκτες. Δεν ανιχνεύθηκε καμία στατιστικά σημαντική συσχέτιση μεταξύ των γενετικών ανωμαλιών που ανιχνεύτηκαν και κλινικών παραμέτρων όπως ηλικία, διάρκεια νόσου, διαταραχές αερίων αίματος και σπιρομετρικά δεδομένα των ασθενών. Τα ευρήματα της μελέτης δείχνουν ότι η ΜΑ αποτελεί ανιχνεύσιμο φαινόμενο στη σαρκοείδωση ενώ δεν φαίνεται να σχετίζεται με τη βαρύτητα της νόσου. Η παρουσία δυνητικών ογκοκατασταλτικών γονιδίων υποδηλώνεται από την επίπτωση του φαινομένου της ΑΕ, που πιθανόν σχετίζονται με την αιτιοπαθογένεια της νόσου. Προκειμένου να ελεγχθεί η προγνωστική σημασία της ΜΑ και ΑΕ στην πιθανή ανάπτυξη καρκίνου του πνεύμονα απαιτείται περαιτέρω έλεγχος. Πνεύμων 2000, 13 (1): 64-72
ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η σαρκοείδωση, χρόνια πολυσυστηματική νόσος αγνώστου αιτιολογίας, χαρακτηρίζεται από τη συσσώρευση Τ-λεμφοκυττάρων, μονοπύρηνων φαγοκυττάρων, καθώς και μη τυροειδοποιημένων επιθηλιοειδών κοκκιωμάτων. Αν και μπορεί να προσβληθούν διάφορα συστήματα, το όργανο που προσβάλεται συχνότερα είναι ο πνεύμονας1. Πλήθος λοιμογόνων και μη παραγόντων έχουν ενοχοποιηθεί για την αιτιολογία της νόσου2, αλλά δεν έχει αποδειχθεί η υπαιτιότητα κάποιου συγκεκριμένου παράγοντα. Σε αντίθεση με άλλες νόσους που προσβάλουν τον πνεύμονα, η σαρκοείδωση φαίνεται να είναι συχνότερη σε μη καπνιστές. Παρά το γεγονός αυτό, έχει παρατηρηθεί σε ασθενείς με σαρκοείδωση αυξημένη επίπτωση ανάπτυξης κακοηθειών, συμπεριλαμβανομένου του καρκίνου πνεύμονα3-5. Αν και έχουν πραγματοποιηθεί αρκετές κλινικές μελέτες για τη σαρκοείδωση, η μοριακή βιολογία της νόσου παραμένει άγνωστη.

Το μικροδορυφορικό DNA αποτελείται από μικρές αλληλουχίες νουκλεοτιδίων που βρίσκονται διασκορπισμένες στο ανθρώπινο γονιδίωμα των ευκαρυωτικών κυττάρων6,7. Η αστάθεια των επαναλαμβανόμενων αυτών αλληλουχιών DNA ή αλλιώς μικροδορυφορική αστάθεια (ΜΑ), έχει συσχετισθεί με αυξημένη συχνότητα μεταλλάξεων, μια διαταραχή στην οποία ενέχονται οι μηχανισμοί επιδιόρθωσης DNA8. Η ύπαρξη ΜΑ έχει διαπιστωθεί σε κακοήθειες διαφόρων συστημάτων καθώς και σε καρκινώματα του πνεύμονα9-13. Η ανίχνευση νέων ογκοκατασταλτικών γονιδίων (ΟΚΓ) παρέχει πληροφορίες για τη μοριακή βάση της ανάπτυξης του καρκίνου. Η απενεργοποίηση των ΟΚΓ παίζει σημαντικό ρόλο στην καρκινογένεση. Σήμερα η ανίχνευση της απώλειας ετεροζυγωτίας (ΑΕ), με τη χρήση υψηλά πολυμορφικών δεικτών μικροδορυφορικού DNA, είναι η πιο συχνή μέθοδος που χρησιμοποιείται για τον εντοπισμό θέσεων στο γονιδίωμα με αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης υποψηφίων ΟΚΓ13.

Η παρούσα εργασία σχεδιάσθηκε με σκοπό να μελετήσει τις γενετικές αλλοιώσεις σε επίπεδο μικροδορυφορικού DNA, σε ασθενείς με σαρκοείδωση, κάτι που θα μπορούσε να αποτελεί μέρος της πολύπλοκης γενετικής βάσης της νόσου. Απ’ όσο γνωρίζουμε, αυτή η εργασία αποτελεί την πρώτη γενετική μελέτη τέτοιου είδους, σε ασθενείς με σαρκοείδωση.

ΑΣΘΕΝΕΙΣ - ΜΕΘΟΔΟΣ

Ασθενείς

Μελετήθηκαν 30 ασθενείς με συμβατή κλινική εικόνα και ιστολογική επιβεβαίωση σαρκοείδωσης. Κριτήρια αποκλεισμού αποτέλεσαν συνυπάρχουσες χρόνιες νόσοι, λοιμώξεις πνεύμονα ή κακοήθειες. Η μέση ηλικία ήταν 53 έτη (ηλικιακό εύρος: 24-66 έτη). Όλοι οι ασθενείς υποβλήθηκαν, στo πλαίσιo ελέγχου για τη νόσο τους, μεταξύ άλλων και σε σπιρομέτρηση και μέτρηση αερίων αρτηριακού αίματος. Τα χαρακτηριστικά των ασθενών φαίνονται στον Πίνακα 1.

Την ομάδα ελέγχου αποτέλεσαν 30 υγιή άτομα με ηλικία, φύλο και καπνιστικές συνήθειες συγκρίσιμες (χωρίς στατιστικά σημαντική διαφορά) με αυτές των ασθενών, χωρίς κλινική, φυσική ή εργαστηριακή ένδειξη νόσου. Αυτοί παρουσίαζαν φυσιολογική κλινική εξέταση, φυσιολογική ακτινογραφία θώρακος καθώς και σπιρομετρικά δεδομένα εντός των φυσιολογικών ορίων (Πίνακας 1). Δείγματα πρωινών πτυέλων και περιφερικού αίματος συλλέχθηκαν και από τις δύο ομάδες. Τα δείγματα πτυέλων θεωρήθηκαν επαρκή, όταν κατά την κυτταρολογική εξέταση (με μεγέθυνση x 100) τα επιθηλιακά κύτταρα ήταν λιγότερα από 10/κ.ο.π.14.

Μέθοδος

Δείγματα και εκχύλιση DNA

Από το περιφερικό αίμα των ασθενών έγινε εξαγωγή DNA με τη Μέθοδο Nucleon Kit (Scot Lab) ακολουθώντας τις οδηγίες του κατασκευαστή.

Από το κυτταρολογικό υλικό (πτύελα) έγινε εξαγωγή DNA με την τυποποιημένη κλασική Μέθοδο Βρασμού (boiling method) και χρήση ιζήματος αιθανόλης. Τα δείγματα DNA φυλάσσονταν αρχικά σε θερμοκρασία 4°C μέχρι να γίνει η αντίδραση της PCR (polymerase-chain-reaction: αλυσιδωτή αντίδραση με πολυμεράση).



Έλεγχος ΜΑ και ΑΕ

Δέκα μικροδορυφορικοί δείκτες, που εντοπίζονται σε διάφορους χρωμοσωμικούς βραχίονες (Πίνακας 2), χρησιμοποιήθηκαν για να αποκαλύψουν ΜΑ ή/και ΑΕ. Αυτοί ήταν οι: THRA1, D17S579, D17S855, D17S250, ΑΝΚ1, D9S59, D9S290, ΗΧΒ, D8S133 και D8S13715. Οι χρωμοσωμικές περιοχές που αξιολογήθηκαν ως προς την επίπτωση ΜΑ ή/και ΑΕ ήταν οι: 8p, 17q, 9p και 9q (Πίνακας 2). Η επιλογή των χρωμοσωμικών αυτών περιοχών βασίστηκε σε προηγούμενες μελέτες που αφορούσαν σε καρκίνο πνεύμονα12 ή καλοήθεις πνευμονικές παθήσεις όπως η ΧΑΠ16.

Η τεχνική PCR17 εφαρμόστηκε σε 12,5 μl όγκου αντίδρασης, ο οποίος περιείχε 100 mg γονιδιώματος DNA, 500 μΜ dΝΤΡs, 10 pmol από κάθε ολιγονουκλεοτίδιο, 1,25μl από 10x Buffer (670mΜ Tris-HCI pΗ: Β,5, 166mΜ θειικού αμμωνίου), 67 mM χλωριούχου μαγνησίου, 1,7 mg/ml λευκωματίνη βόιου ορού, 100 mΜ β-μερκαπτοαιθανόλη και 1% (W/V) (TRITON-Χ-100) και 0,3 Taq-DNA πολυμεράση.

Το μίγμα της αντίδρασης PCR αποδιατάχτηκε για 5 λεπτά στους 95° C και το DNA που ελήφθη στη συνέχεια ενισχύθηκε για 28 κύκλους αντίδρασης, αποτελούμενα από 3 στάδια, στους 95° C, 58-60° C και 72° C για κάθε στάδιο. Στη συνέχεια ηλεκτροφορήθηκαν 5 μl από το προϊόν της PCR σε 10% gel πολυακρυλαμιδίου.

Στο ηλεκτροφορητικό μοντέλο των δεικτών μικροδορυφορικού DNA που ενισχύθηκαν, ως ΜΑ καταγράφηκε κάθε μεταβολή στην κινητικότητα ενός ή και των δύο αλληλομόρφων (ή και η εμφάνιση πρόσθετων), του δείγματος DNA πτυέλων, σε σχέση με το αντίστοιχο DNA αίματος (φυσιολογικό). Η εμφάνιση επιπρόσθετων αλληλομόρφων εξηγείται ως αποτέλεσμα μεταλλάξεων σχετικών με το μήκος του μικροδορυφορικού DNA, που περιορίζεται μόνο σε έναν κυτταρικό υποπληθυσμό του παθολογικού ιστού, δημιουργώντας νέους κυτταρικούς κλώνους. Έτσι, κατά την ανάλυση του μικροδορυφορικού DNA, όπως αυτό προκύπτει από την εκχύλισή του από τους ιστούς, μπορεί να παρατηρήσει κανείς αλληλόμορφα από τα προσβεβλημένα και μη προσβεβλημένα μικροδορυφορικά DNA. Τα gel πολυακρυλαμιδίου σαρώθηκαν, και η φωτεινότητα των ζωνών που αντιστοιχούσαν στα αλλήλια μικροδορυφορικού DNA ποσοτικοποιήθηκε χρησιμοποιώντας UVP σύστημα ανάλυσης εικόνων. Σαν ΑΕ θεωρήθηκε η μείωση της έντασης ενός αλληλόμορφου σε σχέση με το άλλο κατά 50% ή περισσότερο, όπως προέκυψε από τη σύγκριση DNA μεταξύ πτυέλων και αίματος. Η ανάλυση των θετικών για ΜΑ/ΑΕ επαναλήφθηκε δύο φορές με επιτυχή αναπαραγωγή των αποτελεσμάτων.

Η μελέτη αυτή εγκρίθηκε από την Επιστημονική Επιτροπή Δεοντολογίας του Νοσοκομείου μας.



Στατιστική ανάλυση

Οι ποσοτικές παρατηρήσεις των στοιχείων των παραμέτρων της αναπνευστικής λειτουργίας αναλύθηκαν με την δοκιμασία student t-test και Mann-Whitney. Οι συσχετίσεις με την διάρκεια και τη βαρύτητα έγιναν με μοντέλα πολλαπλής γραμμικής ή λογαριθμικής αλληλοσυσχέτισης. Τέλος, οι πίνακες των ποιοτικών παρατηρήσεων αναλύθηκαν με τη μέθοδο της δοκιμασίας Excel. Κάθε τιμή του p < 0.05, θεωρήθηκε ως στατιστικά σημαντική.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Η ηλεκτροφορητική εικόνα δειγμάτων πτυέλων συγκρίθηκε με αυτήν του αντίστοιχου περιφερικού αίματος χρησιμοποιώντας 10 πολυμορφικούς δείκτες μικροδορυφορικού DNA, για 30 σαρκοειδικούς και 30 υγιείς μάρτυρες. Βρέθηκε ότι 14 (47%) των σαρκοειδικών εμφάνισαν γενετικές αποκλίσεις, είτε ΜΑ είτε ΑΕ. Έξι ασθενείς με σαρκοείδωση (20%) εμφάνισαν αστάθεια του μικροδορυφορικού DNA σε τουλάχιστον έναν δείκτη. Ο δείκτης που εμφάνισε συχνότερα ΜΑ ήταν ο ΑΝΚΙ (33%), στο χρωμόσωμα 9p. Σε ένα από τα δείγματα εμφανίστηκε ΜΑ σε δύο δείκτες μικροδορυφορικού DNA. Eννέα (30%) δείγματα εμφάνισαν ΑΕ σε τουλάχιστον έναν δείκτη. Ο πιο συχνός δείκτης ΑΕ ήταν ο THRA1 (33%) στο χρωμόσωμα 17q. Παρόμοια υψηλή ΑΕ (33%) βρέθηκε επίσης με το δείκτη ΑΝΚ1 στο χρωμόσωμα 9p. Τέσσερις (13%) ασθενείς εμφάνισαν ΑΕ σε περισσότερους από έναν δείκτες (Πίνακας 2). Ένας από τους ασθενείς εμφάνισε πλήρη απάλειψη του χρωμοσωμικού σκέλους 17q11.2-q21, πιθανόν σαν αποτέλεσμα μιτωτικού ανασυνδυασμού. Συχνές περιοχές στις οποίες βρέθηκε απώλεια αλληλομόρφων ήταν οι: 9q (16%) και 17q (16%).

Ο έλεγχος με τους παραπάνω δείκτες μικροδορυφορικού DNA στα δείγματα πτυέλων της ομάδας ελέγχου δεν ανέδειξε περιοχές με ΜΑ ή ΑΕ. Τα αποτελέσματα της μελέτης μας συνοψίζονται στον Πίνακα 2. Αντιπροσωπευτικά παραδείγματα δειγμάτων με ΜΑ και ΑΕ φαίνονται στις Εικόνες 1 και 2 αντιστοίχως.





Οι δύο υποομάδες των ασθενών με σαρκοείδωση, θετικοί και αρνητικοί για ΜΑ ή/και ΑΕ, συγκρίθηκαν μεταξύ τους (Πίνακας 3). Από την σύγκριση δεν βρέθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές, όσον αφορά στη μέση ηλικία, τη χρονική διάρκεια της νόσου, τις καπνιστικές συνήθειες, τα αέρια αίματος και τις σπιρομετρικές παραμέτρους των ασθενών (Πίνακας 3).



ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Στην εργασία αυτή μελετήσαμε τις γενετικές αλλαγές σε επίπεδο μικροδορυφορικού DNA σε 30 ασθενείς με σαρκοείδωση. Ανιχνεύσαμε δύο τύπους γενετικών αλλοιώσεων, την ΜΑ που αντανακλά αυξημένο ρυθμό μεταλλαξογένεσης, που εντοπίστηκε στο 20% των δειγμάτων και την ΑΕ, που είναι ενδεικτική της ανεύρεσης της θέσης πιθανών ογκοκατασταλτικών γονιδίων, που εντοπίσθηκε στο 30% των δειγμάτων. Γενετικές αποκλίσεις όπως η ΜΑ έχουν ανιχνευθεί σε όλους σχεδόν τους ανθρώπινους όγκους9-13 καθώς και σε καλοήθεις διαταραχές, όπως στην αθηροσκλήρυνση18 και στο πτερύγιο του οφθαλμού19, γεγονός που υποδηλώνει ότι αυτές οι ασθένειες έχουν παρόμοιο μηχανισμό με τις νεοπλασίες και ίσως θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως καλοήθεις νεοπλασματικές καταστάσεις. Η σαρκοείδωση θεωρείται καλοήθης βλάβη, παρά ταύτα υπάρχουν δεδομένα που δηλώνουν αυξημένη προδιάθεση σε αυτούς τους ασθενείς για ανάπτυξη καρκίνου3-5. Η επαναλαμβανόμενη μονάδα όλων των δεικτών μικροδορυφορικού DNA που χρησιμοποιήσαμε σ' αυτή τη μελέτη είναι ένα δινουκλεοτίδιο. Πρόσφατα έχει δειχθεί ότι η αναλογία αυθορμήτων αλλαγών σε βραχείς τυχαίες αλληλουχίες 6 βάσεων, είναι 3 φορές υψηλότερη από εκείνη που συμβαίνει σε αλληλουχίες 2 βάσεων20. Επιπλέον, η αναλογία αυθορμήτων μεταλλάξεων που συμβαίνει σε τρι- και τετρανουκλεοτιδικές αλληλουχίες μικροδορυφορικού DNA μπορεί να είναι 50πλάσια από αυτήν των δινουκλεοτιδικών μικροδορυφορικών DNA21,22. Για τους παραπάνω λόγους τα δύο συστήματα μικροδορυφορικού DNA (δινουκλεοτιδικά έναντι τρι- και τετρανουκλεοτιδικά) δεν είναι άμεσα συγκρίσιμα, και τα δινουκλεοτίδια φαίνεται να αποτελούν πιο χρήσιμους δείκτες ελέγχου της γενετικής αστάθειας.

Στη μελέτη μας ωστόσο, χρησιμοποιώντας δινουκλεοτίδια, ενέχεται ο φόβος της υποεκτίμησης της πραγματικής συχνότητας της γονιδιακής αστάθειας. Παρά το ότι ο αριθμός των δειγμάτων της μελέτης είναι αρκετά μικρός, ανιχνεύσαμε μία αξιοσημείωτη επίπτωση της ΜΑ. Τα πτύελα εν τούτοις περιέχουν αρκετή ποσότητα φυσιολογικού DNA, που μπορεί να μειώσει το σήμα του μεταλλαγμένου αλληλομόρφου και να δώσει ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα16, οδηγώντας και πάλι σε υποεκτίμηση των αποτελεσμάτων. Εξετάζοντας τα δείγματα με επιπλέον δείκτες, θα μπορούσαν να αυξηθούν τα ποσοστά των αποτελεσμάτων μας.

Στη μελέτη αυτή ανιχνεύσαμε την παρουσία ενός άλλου βασικού δείκτη κακοήθειας και συγκεκριμένα, την επίπτωση της ΑΕ στα κύτταρα πτυέλων των σαρκοειδικών. Η ΑΕ παρατηρείται σε νεοπλασματικά κύτταρα ή σε προκαρκινικά κύτταρα όπου και σημαίνει εξέλιξη προς κακοήθεια. Το γεγονός αυτό στηρίζει την υπόθεση ότι μπορεί να υπάρχουν μεταλλαγμένα κύτταρα στο σαρκοειδικό ιστό. Σύμφωνα με τον Knudson και τη θεωρία “των δύο χτυπημάτων”23 το φαινόμενο της ΑΕ σχετίζεται με την παρουσία ΟΚΓ που αφορούν στη νόσο. Σημαντική επίπτωση της ΑΕ βρέθηκε στο 17q11.2-q21 γεγονός που δείχνει ότι σημαντικά ΟΚΓ για την ανάπτυξη της σαρκοείδωσης βρίσκονται σ’ αυτήν την χρωμοσωμική περιοχή. Απαλείψεις στο σκέλος 17q συχνά συναντάμε σε πλήθος νεοπλασιών. Μεταξύ αυτών είναι οι όγκοι των ωοθηκών (με τους δεί κτες THRA1 και D17S75)24, όγκοι οισοφάγου, μεταξύ των δεικτών C117-316 και C117-71025, όγκοι του λάρυγγα μεταξύ των D17S250 και D17S57926, μη μικροκυτταρικούς καρκίνους πνεύμονα27 καθώς και τον καρκίνο του προστάτη28. Όλοι σχετίζονται με διαγραφή στο 17q κοντά στην περιοχή του γονιδίου BRCA1. Το γεγονός ότι υπάρχει ευρύ φάσμα των καρκίνων του ανθρώπου που υπόκεινται σε αλλαγές του πιθανού ΟΚΓ στο 17q, δείχνει ότι ο ρόλος των γονιδίων αυτών στην ανάπτυξη νεοπλασίας είναι σημαντικός. Απαιτείται λεπτομερής χαρτογράφηση της περιοχής προκειμένου να επισημανθεί η ακριβής περιοχή εντόπισης των πιθανών ΟΚΓ και του ρόλου τους στην παθογένεια της νόσου.

Επιδημιολογικές και κλινικές μελέτες δείχνουν ότι υπάρχει κληρονομική προδιάθεση στην παθογένεια της σαρκοείδωσης29-31. Οι μελέτες αυτές υποστηρίζουν την άποψη ότι γενετικοί παράγοντες μπορεί να προδιαθέτουν σε αυτή τη διαταραχή ή να ευθύνονται για την κλινική έκφραση της νόσου. Το γεγονός ότι μονοζυγώτες δίδυμοι, εμφανίζουν μεγαλύτερη πιθανότητα από ότι διζυγώτες, να έχουν και οι δυο τη νόσο, υποστηρίζει ισχυρά τη γενετική συνιστώσα της νόσου30. Η απουσία ενός συγκεκριμένου γενετικού παράγοντα υποδηλώνει ότι η ευαισθησία προς τη σαρκοείδωση είναι μάλλον πολυγονιδιακή και σχετίζεται πιθανόν με περιβαλλοντολογικούς παράγοντες.

Το κάπνισμα εντούτοις δεν φαίνεται να σχετίζεται με τις παραπάνω γενετικές διαταραχές αφού οι καπνιστές μεταξύ των σαρκοειδικών δεν φαίνεται να εκφράζουν ΜΑ ή ΑΕ σε μεγαλύτερο ποσοστό από τους μη καπνιστές. Επιπλέον δεδομένα που στηρίζουν αυτή την παρατήρηση, δίνονται από προηγούμενη μελέτη, όπου διαπιστώσαμε ότι ΜΑ ανιχνεύθηκε σε ασθενείς με ΧΑΠ αλλά όχι σε αντίστοιχο πληθυσμό καπνιστών χωρίς ΧΑΠ32.

Με σκοπό να εκτιμήσουμε εάν η ΜΑ ή ΑΕ αποτελούν δείκτες βαρύτητας της σαρκοείδωσης συγκρίναμε τις δύο κατηγορίες σαρκοειδικών: ΜΑ ή/και ΑΕ θετικούς και ΜΑ/ΑΕ αρνητικούς. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι δεν υπάρχουν στατιστικά σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο κατηγοριών όσον αφορά σε παραμέτρους όπως: διάρκεια της νόσου, καπνιστικές συνήθειες, αέρια αίματος, έλεγχος πνευμονικής λειτουργίας (Πίνακας 3). Αυτό δείχνει ότι η ΜΑ και ΑΕ πιθανότατα δεν σχετίζονται με τη βαρύτητα της νόσου. Η ακριβής σημασία αυτών των ευρημάτων παραμένει να διευκρινισθεί διότι λείπει η σαφής πληροφορία της γενετικής βάσης της νόσου. Παρά ταύτα υποθέτουμε ότι το σχετικά υψηλό ποσοστό μετάλλαξης στη σαρκοείδωση, όπως αυτό δηλώνεται από την αστάθεια των μικροδορυφορικών αλληλουχιών, υποδηλώνει μια αποσταθεροποίηση του γονιδιώματος που μπορεί να επηρεάζει άλλα γονίδια, οδηγώντας σε απορύθμιση των κυττάρων που περιέχουν τις μεταλλάξεις.

Συμπερασματικά, η ΜΑ και ΑΕ είναι φαινόμενα ανιχνεύσιμα στη σαρκοείδωση και πιθανόν ενέχονται στην αιτιοπαθογένεια της νόσου. Απαιτούνται περαιτέρω μελέτες με σκοπό να αξιολογηθεί η κλινική σημασία και η προγνωστική αξία αυτών των γενετικών αλλαγών καθώς και η μοριακή βάση της νόσου.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Bouros, D, Psathakis K, Siafakas N. Quality of life in diffuse interstitial lung diseases. Eur Respir Rev 1997, 7:66-70.
2. Bocart D, Lecossier D, De Lassence A, Valeyre D, Battesti JP, Hance AJ. A search for mycobacterial DNA in granulomatous tissues from patients with sarcoidosis using the polymerase chain reaction. Am Rev Respir Dis 1992, 145:1142-1148.
3. Yamaguchi M, Odaka M, Hosoda Y, Iwai K, Tachibana T. Excess death of lung cancer among sarcoidosis patients. Sarcoidosis 1991, 8:51-55.
4. Reich JM, Mullooly JP, Johnson RE. Linkage analysis of malignancy associated sarcoidosis. Chest 1995, 107:605-613.
5. Brinker H, Wilbek E. The incidence of malignant tumors in patients with respiratory sarcoidosis. Br J Cancer 1974, 29:247-251.
6. Valdes AM, Slatkin M, Freimer NB. Allele frequencies at microsatellite loci: the stepwise mutation model revisited. Genetics 1993, 133:737-749.
7. Charlesworth B, Sniegowski P, Stephan W. The evolutionary dynamics of repetitive DNA in eukaryotes. Nature 1994, 371:215-220.
8. Loeb LA. Microsatellite instability: Marker of a mutator phenotype in cancer. Cancer Res 1994, 54:5059-5063.
9. Aaltonen LA, Peltomaki P, Leach FS, Sistonen P, Pylkkanen L, Mecklin JP, Jarvinen H, Powell SM, Jen J, Hamilton SR. Clues to the pathogenesis of familial colorectal cancer. Science 1993, 260:812-816.
10. Ionov Y, Peinado MA, Malkhosyan S, Shihata D, Perucho M. Ubiquitous somatic mutations in simple repeated sequences reveal a new mechanism for colonic carcinogenesis. Nature 1993, 363:558-561.
11. Field JK, Kiaris H, Howard P, Vaughan ED, Spandidos DA, Jones AS. Microsatellite instability in squamous cell carcinoma of the head and neck. Br J Cancer 1995, 71:1065-1069.
12. Froudarakis ME, Sourvinos G, Fournel P, Bouros D, Vergnon JM, Spandidos DA, Siafakas NM. Microsatellite instability and loss of heterozygosity at chromosomes 9 and 17 in non-small cell lung cancer. Chest 1998, 113:1091-1094.
13. Sourvinos G, Kiaris H, Tsikkinis A, Vassilaros S, Spandidos DA. Microsatellite instability and loss of heterozygosity in primary breast tumours. Tumour Biol 1997, 18:157-66.
14. Flournoy DJ. Sputum specimen quality. Chest 1994, 106:1930.
15. Bocker T, Diermann J, Friedl W, Gebert J, Holinski-Feder E, Kamer-Hanusch J, von Knebel-Doeberitz M, Koelble K, Moeslein G, Schackert HK, Wirtz HC, Fishel R, Ruschoff J. Microsatellite instability analysis: a multicenter study for reliability and quality control. Cancer Res 1997, 57:4739-4743.
16. Spandidos DA, Ergazaki M, Hatzistamou J, Kiaris H, Tzo EG, Siafakas NM. Microsatellite instability in patients with chronic obstructive pulmonary disease. Oncol Rep 1996, 3:489-491.
17. Saiki RK, Gelfand DH, Stoffel S, Scharf SJ, Higuchi R, Horn GT, Mullis KB, Erlich HA. Primer-directed enzymatic amplification of DNA with a thermostable DNA polymerase. Science 1988, 239:487-491.
18. Spandidos DA, Ergazaki M, Arvanitis D, Kiaris H. Microsatellite instability in human atherosclerotic plaques. Biochem Biophys Res Communication 1996, 220:137-140.
19. Spandidos DA, Sourvinos G, Kiaris H, Tsamparlakis J. Microsatellite instability and loss of heterozygosity in human pterygia. Br J Ophthalmol 1997, 81:493-496.
20. Eshleman JR, Markowitz SD, Donover PS, Lang EZ, Lutterbaugh JD, Li GM, Longley M, Modrich P, Veigl ML, Sedwick WD. Diverse hypermutability of multiple expressed sequence motifs present in a cancer with microsatellite instability. Oncogene 1996, 12:1425-1432.
21. Jeffreys AJ, Royle NJ, Wilson V, Wong Z. Spontaneous mutation rates to new length alleles at tandem-repetitive hypervariable loci in human DNA. Nature 1988, 332:278-281.
22. Weissenbach J, Gyapay G, Dib C, Vignal A, Morissette J, Millasseau P, Vaysseix G, Lathrop M. A second-generation linkage map of the human genome. Nature 1992, 359:794-801.
23. Knudson AG Mutation and cancer: statistical study of retinoblastoma. Proc Natl Acad Sci 1971, USA 68:820-3.
24. Godwin AK, Vanderveer L, Schultz DC, Lynch HT. A common region on chromosome 17 in both sporadic and familial epithelial ovarian tumors distal to BRCA1. Am J Hum Genet 1993, 55:666-7.
25. Mori T, Aoki T, Matsubara T, Iida F, XiQun D, Nishihira T, Mori S, Nakamura Y. Frequent loss of heterozygosity in the region including BRCA1 on chromosome 17q in squamous cell carcinomas of the esophagus. Cancer Res 1994, 54:1638-40.
26. Kiaris H, Spanakis N, Ergazaki M, Sourvinos G, Spandidos DA. Loss of heterozygosity at 9p and 17q in human laryngeal ours. Cancer Lett 1995, 97:129-34.
27. Fong KM, Kida Y, Zimmerman PV, Ikenaga M, Smith PT. Loss of heterozygosity frequently affects chromosome l7q in non-small cell lung cancer. Cancer Res 1995, 55:4268-72.
28. Gao X, Zacharek A, Salkowski A, Grignon DJ, Sakr W, Porter AT, Honn KV. Loss of heterozygosity of the BRCA1 and other loci on chromosome 17q in human prostate cancer. Cancer Res 1995, 55:1002-5.
29. Mitchell DN, Scadding JG. Sarcoidosis. Am Rev Respir Dis 1974, 110:774-802.
30. Harrington DW, Major M, Rybicki B. Familial sarcoidosis: analysis of 91 families. Sarcoidosis 1994, 11:240-243.
31. Stirling RG, Culligan P, Du Bois RM. Sarcoidosis. In: Interstitial lung disease. Schwartz M, King T, eds, 1998, Decker Publishing, Ontario, CA.
32. Siafakas NM, Tzortzaki EG, Sourvinos G, Bouros D, Tzanakis N, Kafatos A, Spandidos D. Microsatellite DNA instability in chronic obstructive pulmonary disease. Chest 1999, 116:47-51
© 2011 PNEUMON Magazine, Hellenic Bronchologic Society.
Developed by LogicONE Logo LogicONE