Please wait. Loading...
 
Αποστολή σε φίλο
 
Η επίδραση της δοκιμασίας προκλήσεως με ισταμίνη στα επίπεδα του μαγνησίου στον ορό και τα ερυθροκύτταρα
ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Έχει δειχθεί ότι η χορήγηση Μαγνησίου (Mg) σε εισπνεόμενη ή ενδοφλέβια μορφή προκαλεί λύση του βρογχόσπασμου σε ασθματικούς ασθενείς, η δε χορήγηση εισπνεόμενου Mg προκαλεί μείωση της βρογχικής υπεραντιδραστικότητας- όπως αυτή εκτιμάται με την PD20-κατά τη δοκιμασία προκλήσεως με ισταμίνη. Μελετήσαμε την επίδραση της δοκιμασίας προκλήσεως με ισταμίνη στο εξωκυττάριο (ορός) και ενδοκυττάριο (ερυθροκύτταρα) Mg, καθώς και την πιθανή συσχέτιση μεταξύ βρογχικής υπεραντιδραστικότητας και των επιπέδων του ενδοκυττάριου και εξωκυττάριου Mg. Εξήντα δύο νεαροί ενήλικες (ηλικία: 22±0.4 έτη, FEV1: 93%±1% αναμ.) υποβλήθηκαν σε δοκιμασία προκλήσεως με ισταμίνη. Από αυτούς, 42 ήταν γνωστοί ασθματικοί¬ (ηλικία: 21±0.3 έτη, FEV1: 91±2% αναμ., 10 σε αγωγή με εισπνεόμενα στεροειδή), και 20 υγιείς εθελοντές (ηλικία: 23±0.8 έτη, FEV1: 97.5±2% αναμ.). Σε όλους μετρήθηκε το Mg ορού και ερυθρών προ και αμέσως μετά τη δοκιμασία προκλήσεως και η συγκέντρωση της ισταμίνης που προκάλεσε πτώση της FEV1 κατά 20% (PD20). Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι το Mg ερυθρών παρουσίασε στατιστικά σημαντική πτώση μετά τη δοκιμασία προκλήσεως (από 5.16±0.7 mg/dl σε 4.99±0.07 mg/dl, p<0.0001) ενώ το Mg του ορού παρέμενε σταθερό (προ: 2.06±0.02 mg/dl, μετά: 2.08±0.02 mg/dl). Δεν παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική συσχέτιση μεταξύ της PD20 και της επί τοις εκατό πτώσης του Mg των ερυθρών καθώς και της αρχικής τιμής του Mg στον ορό και τα ερυθρά. Συμπερασματικά η δοκιμασία προκλήσεως με ισταμίνη μέσω τoυ βρογχοσπάσμου που προκαλεί, αν και δε φαίνεται να μεταβάλλει το Mg του ορού, προκαλεί στατιστικά σημαντική πτώση του ενδοκυττάριου Mg, όπως αυτό μετρήθηκε στα ερυθροκύτταρα, η οποία είναι ανεξάρτητη της μετρούμενης βρογχικής υπεραντιδραστικότητας (PD20). Πνεύμων 1999, 12 (3): 182-188
ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το μαγνήσιο (Mg), το δεύτερο σε ποσότητα ενδοκυττάριο κατιόν μετά το ασβέστιο1, έχει δειχθεί ότι προκαλεί in vitro χάλαση των λείων μυϊκών ινών των βρόγχων2. Η πρώτη περιγραφή της βρογχοδιασταλτικής δράσης του Mg έγινε το 1936 από τους Rossello και Pla3. Από τότε πολλές εργασίες έχουν καταδείξει το σημαντικό ρόλο της χορήγησης Mg, σε εισπνεόμενη ή ενδοφλέβια μορφή, στη μείωση του βρογχόσπασμου και τη βελτίωση της αναπνευστικής λειτουργίας σε ασθενείς με κρίση βρογχικού άσθματος4-8.Παρόμοια αποτελέσματα έχουν παρατηρηθεί μετά από ενδοφλέβια χορήγηση Mg σε ασθενείς με βρογχικό άσθμα σε ύφεση9. Έχει δειχθεί επίσης ότι χορήγηση εισπνεόμενου Mg προκαλεί μείωση της βρογχικής υπεραντιδραστικότητας- όπως αυτή εκτιμάται με την PD20- μετά από εισπνοή ισταμίνης ή μεταχολίνης10,11. Σε ασθενείς με βρογχικό άσθμα τα επίπεδα του Mg στον ορό και τα ερυθροκύτταρα δε φαίνεται να παρουσιάζουν απόκλιση από τις φυσιολογικές τιμές στα μεσοδιαστήματα των παροξυσμών12.

Ο σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να εκτιμήσει την επίδραση της δοκιμασίας προκλήσεως με ισταμίνη στο ενδοκυττάριο (ερυθροκύτταρα) και εξωκυττάριο (ορός) Mg, καθώς και την πιθανή συσχέτιση μεταξύ της βρογχικής υπεραντιδραστικότητας (όπως αυτή εκτιμάται με την PD20) και των επιπέδων του Mg στον ορό και τα ερυθροκύτταρα.

ΥΛΙΚΟ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΙ

Επιλογή ασθενών: Εξήντα δύο νεαροί ενήλικες (ηλικία: 22±0.4 έτη) που επισκέφτηκαν τα Εξωτερικά Ιατρεία Πνευμονολογικής Κλινικής του 401 ΓΣΝΑ κατά το διάστημα Ιουνίου-Δεκεμβρίου 1998 επιλέχθηκαν τυχαία για να συμμετάσχουν στην έρευνα. Από αυτούς 42 ήταν γνωστοί ασθματικοί σύμφωνα με τα κριτήρια της Αμερικανικής Θωρακικής Εταιρείας (ATS)13. Οι 10 ελάμβαναν αγωγή με εισπνεόμενα στεροειδή και β2-διεγέρτη βραχείας ή μακράς δράσης, ενώ οι υπόλοιποι 32 ελάμβαναν μόνο β2-διεγέρτη κατ’επίκληση στο χρονικό διάστημα που διεξήχθη η μελέτη. Οι υπόλοιποι 20 ήταν υγιείς εθελοντές, μη καπνιστές, με αρνητικό ιστορικό ατοπίας. Κατά την ημέρα της εξετάσεως όλοι οι ασθενείς ήταν σε σταθερή κλινική κατάσταση με FEV1 > 80% της προβλεπόμενης και δεν έπασχαν από λοίμωξη του αναπνευστικού κατά τον τελευταίο μήνα. Oι ασθενείς με βρογχικό άσθμα διέκοψαν την αγωγή τους με β2-διεγέρτη βραχείας ή μακράς δράσης 12 ώρες προ της δοκιμασίας προκλήσεως. Κανένας δεν ελάμβανε αντιισταμινικά για τουλάχιστον μία εβδομάδα πριν, κανένας από τους ασθενείς δεν είχε παράγοντες κινδύνου για υπέρ- ή υπομαγνησιαιμία και δεν ελάμβανε διουρητικά ή άλλα φάρμακα που επηρεάζουν το Mg1.

Σχεδιασμός μελέτης: Οι ασθενείς υποβλήθηκαν σε δοκιμασία προκλήσεως με ισταμίνη με σκοπό τη μέτρηση της βρογχικής υπεραντιδραστικότητας (υπολογισμός PD20) ακολουθώντας το παρακάτω πρωτόκολλο: Διάλυμα ισταμίνης 1% σε 0.5% φαινόλη (Hal, Holland) δόθηκε σε διπλές δόσεις εισπνοών αρχίζοντας από τα 100μgr και μέχρι η FEV1 να παρουσιάσει πτώση ίση ή μεγαλύτερη με 20% συγκρινόμενη με τη FEV1, η οποία μετρήθηκε μετά από εισπνοή φυσιολογικού ορού 0.9%. Για την παραπάνω δοκιμασία χρησιμοποιήθηκε το σύστημα βρογχικής προκλήσεως της Jaeger (APS Jaeger Wurrburg, Germany) με τον νεφελοποιητή Sandoz (Jaeger). Ο νεφελοποιητής ήταν ρυθμισμένος ώστε να νεφελοποιεί 5μl (50μgr ισταμίνης) ανά νεφελοποίηση και ενεργοποιείτο από την εισπνευστική προσπάθεια στην ήρεμη βαθιά αναπνοή. Κάθε νεφελοποίηση διαρκούσε 0.5sec. Υπολογισμός της FEV1 γινόταν 1 λεπτό μετά από κάθε εισπνεόμενη δόση14. Η PD20 υπολογίσθηκε με γραμμική ανάλυση σε ημιλογαριθμική κλίμακα15,16. Φυσιολογικοί θεωρούνται οι ασθενείς με PD20>0.8 mgr ισταμίνης17 σε αντίθεση με αυτούς με PD20<0.4 mgr ισταμίνης, οι οποίοι θεωρούνται ασθματικοί15,18.

Σε όλους τους ασθενείς ελήφθη φλεβικό αίμα προ και αμέσως μετά την ολοκλήρωση της δοκιμασίας προκλήσεως, χωρίς περίδεση και ενώ οι ασθενείς βρίσκονταν σε καθιστή θέση. Το αίμα μεταφέρθηκε στο εργαστήριο κλινικής έρευνας σε δοκιμαστικά σωληνάρια που περιείχαν νατριούχο ηπαρίνη. Ο διαχωρισμός του πλάσματος από τα ερυθροκύτταρα έγινε εντός 30 λεπτών και τα δείγματα αίματος με αιμόλυση αποκλείσθηκαν από τη μελέτη. Το Mg πλάσματος και ερυθρών μετρήθηκε με χρωματομετρική μέθοδο χρησιμοποιώντας calmagite, ένα μεταλλοχρωμικό σύμπλοκο19. Στον ορό η μέτρηση έγινε χωρίς απολευκωματοποίηση, ενώ στα ερυθροκύτταρα μετά από απολευκωματοποίηση με τη χρήση βολφραμικού νατρίου σε όξινο pΗ (100 μl από το διάλυμα των ερυθροκυττάρων αναμίχθηκε με 200 μl 0.3 M Na2WO4 και 200 μl 0.35 H2SO4 και μετά φυγοκέντρηση ελήφθη το υπερκείμενο διάλυμα). Συνοπτικά 1 ml από το διάλυμα εργασίας (0.08 g/l calmagite, 0.04 g/l EGTA, 0.28 mM KCN, 0.3 M KCl, 0.98 g/l Bion NE.9 και 0.91 g/l Bion PVP) αντέδρασε με 20 μl ορού ή 200 μl από το υπερκείμενο διάλυμα μετά την απολευκωματοποίηση των ερυθροκυττάρων σε θερμοκρασία δωματίου. Το προϊόν της αντίδρασης, ένα σύμπλοκο Mg-calmagite, προσδιορίστηκε ποσοτικά στα 532 nm με τη χρήση φασματοφωτόμετρου διπλής δέσμης (Μοντέλου UVIKON 940, KONTRON Instr).Oι φυσιολογικές τιμές για το Mg oρού ήταν 1.6-2.5 mg/dl, ενώ για το Mg ερυθρών 4-6.4 mg/dl.

Στατιστική ανάλυση: Ο πληθυσμός μελέτης χωρίστηκε σε 3 υποομάδες: Ασθματικοί υπό εισπνεόμενα στεροειδή (υποομάδα 1), ασθματικοί χωρίς εισπνεόμενα στεροειδή (υποομάδα 2) και υγιείς εθελοντές (υποομάδα 3). Έγινε σύγκριση της συγκέντρωσης του Mg στον ορό και τα ερυθροκύτταρα προ και μετά τη δοκιμασία προκλήσεως με ισταμίνη, τόσο στο σύνολο των ασθενών όσο και σε κάθε υποομάδα ξεχωριστά. Επίσης ελέγχθηκε η πιθανή συσχέτιση μεταξύ της PD20 και της επί της εκατό πτώσης του Mg των ερυθρών καθώς και της αρχικής τιμής του Mg στον ορό και τα ερυθροκύτταρα. Τα αποτελέσματα εκφράστηκαν ως μέση τιμή ± SEM. Οι τιμές των μεταβλητών που μελετήθηκαν δεν είχαν κανονική κατανομή, ως στατιστική δε μέθοδος χρησιμοποιήθηκε το Man Whitney test. Η απεικόνιση των αποτελεσμάτων έγινε με το Graph-Pad Prism. Τιμή p<0.05 ορίσθηκε ως η ελάχιστη, ώστε να θεωρηθεί στατιστικά σημαντικό το αποτέλεσμα της σύγκρισης μεταξύ δύο μεγεθών.



ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Τα γενικά χαρακτηριστικά του πληθυσμού μελέτης, η αρχική FEV1, οι τιμές του Mg ορού και ερυθρών προ της δοκιμασίας προκλήσεως, καθώς και η PD20 παρουσιάζονται στον πίνακα 1, τόσο στο σύνολο των ατόμων όσο και σε κάθε υποομάδα ξεχωριστά.

Οι αρχικές συγκεντρώσεις του Mg στον ορό και τα ερυθρά των ασθματικών ασθενών δεν φάνηκε να διαφέρουν σημαντικά από αυτές που βρέθηκαν στα υγιή άτομα. Επίσης δεν παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά στο Mg ορού προ και μετά τη δοκιμασία προκλήσεως (από 2.08±0.02 mg/dl σε 2.06±0.02 mg/dl, p=0.14. Αντιθέτως το Mg των ερυθρών παρουσίασε στατιστικά σημαντική πτώση (από 5.16±0.07 mg/dl σε 4.99±0.07 mg/dl, p<0.0001, εικόνα 1Α). Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουμε εάν μελετήσουμε συγκριτικά κάθε υποομάδα ασθενών ξεχωριστά με το Mg να παρουσιάζει πτώση στους μεν ασθματικούς υπό εισπνεόμενα στεροειδή από 5.31±0.16 mg/dl σε 5.17±0.16 mg/dl, p<0.002, στους ασθματικούς χωρίς εισπνεόμενα στεροειδή από 5.12±0.1 mg/dl σε 4.98±0 1 mg/dl, p<0.001 και τέλος στους φυσιολογικούς από 5.13±0.12 mg/dl σε 4.92±0.1 mg/dl, p<0.0001 (Εικόνα 1Β).

Καμία στατιστική συσχέτιση δεν διαπιστώθηκε μεταξύ της PD20 και της % πτώσης του Mg των ερυθρών (r= 0.21, p= 0.6) ή της PD20 και της αρχικής συγκέντρωσης του Mg στον ορό ή τα ερυθρά (r= 0.16, p= 0.7).



ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Τα αποτελέσματα της μελέτης αυτής έδειξαν ότι η δοκιμασία προκλήσεως με ισταμίνη μέσω της βρογχικής υπεραντιδραστικότητας που προκαλεί, αν και δε φαίνεται να μεταβάλλει τα επίπεδα του Mg του ορού, προκαλεί στατιστικά σημαντική πτώση του ενδοκυττάριου Mg, όπως αυτό μετρήθηκε στα ερυθροκύτταρα. Ο βαθμός της βρογχικής υπεραντιδραστικότητας δε σχετίζεται με την πτώση αυτή του Mg ούτε με την αρχική συγκέντρωση του Mg στον ορό ή τα ερυθροκύτταρα.

Ο συνήθης τρόπος μέτρησης του Mg είναι η μέτρηση της συγκέντρωσης του ιόντος αυτού στον ορό. Μελέτες όμως έχουν δείξει ότι η μέτρηση του ενδοκυττάριου Mg πλεονεκτεί αυτής του ορού στον καθορισμό της ομοιόστασης του Mg1. Επιλέξαμε να μετρήσουμε το ενδοκυττάριο Mg στα ερυθροκύτταρα εξαιτίας του ότι αυτά αποτελούν το μεγαλύτερο υποπληθυσμό κυττάρων του αίματος, περιέχουν το ιόν του Mg σε ιονισμένη και άρα εύκολα ανταλλάξιμη μορφή και τέλος η μέτρηση αυτή έχει χρησιμοποιηθεί ευρέως σε προηγούμενες μελέτες20,21.

Το ιόν του Mg από παλιά επιστεύετο ότι παίζει ένα σημαντικό ρόλο στη διατήρηση της ομοιόστασης του λείου μυϊκού συστήματος των βρόγχων. In vitro μελέτες έχουν δείξει ότι το Mg προκαλεί χάλαση των λείων μυϊκών ινών22 μέσω πιθανώς ενεργοποίησης της επαναπρόσληψης Ca++ στο σαρκοπλασματικό δίκτυο23, αναστολής της ροής ιόντων Ca++ προς τον ενδοκυττάριο χώρο24 και αναστολής της Ca++ εξαρτώμενης απελευθέρωσης ιόντων Ca++ 25. Επίσης το ιόν του Mg θεωρείται ότι αναστέλλει την έκκριση ισταμίνης από τα μαστοκύτταρα23 και την έκκριση ακετυλοχολίνης από τις τελικές χολινεργικές νευρικές απολήξεις26. Κλινικές μελέτες έχουν καταδείξει το σημαντικό ρόλο του Mg χορηγούμενου είτε σε εισπνεόμενη8 είτε σε ενδοφλέβια μορφή7 στην αντιμετώπιση της ασθματικής κρίσης, η δε χαμηλή διαιτητική πρόσληψη Mg φαίνεται να συσχετίζεται με αυξημένη υπεραντιδραστικότητα των αεραγωγών, μειωμένη FEV1 και συριγμό της αναπνοής στο γενικό πληθυσμό27. Ο Rolla και οι συνεργάτες του10,11 έδειξαν ότι, κατά τη δοκιμασία προκλήσεως με ισταμίνη ή μεταχολίνη, η δόση που χρειάζεται για να προκαλέσει πτώση κατά 20% της αρχικής FEV1 (PD20) αυξάνει σημαντικά όταν στους ασθενείς χορηγηθεί προ της δοκιμασίας εισπνεόμενο Mg (MgSO4), η δε μείωση αυτής της βρογχικής υπεραντιδραστικότητας είναι παρόμοια μ’αυτή που παρατηρείται με τη χρήση αναστολέων των καναλιών Ca++. Τα παραπάνω μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι πιθανώς το Mg εκδηλώνει τη δράση του εμπλεκόμενο στο τελευταίο στάδιο της βρογχοσύσπασης, παρεμβαίνοντας στην ομοιόσταση του Ca++ στις λείες μυϊκές ίνες των βρόγχων.

Στην παρούσα μελέτη διαπιστώσαμε ότι η πρόκληση με ισταμίνη μέσω της βρογχικής υπεραντιδραστικότητας (βρογχόσπασμου) που προκαλεί οδηγεί στη μείωση των επιπέδων του Mg στα ερυθροκύτταρα, χωρίς όμως να μεταβάλλει αντίστοιχα και το Mg του ορού. Υποθέτουμε λοιπόν -με βάση και τα παραπάνω κλινικά δεδομένα -ότι ο οργανισμός ενδογενώς κινητοποιεί ιόντα Mg από τις αποθήκες του (ενδοκυττάριο χώρο), τα οποία χρησιμοποιεί ως "ενδογενείς" αναστολείς των καναλιών Ca++ στην προσπάθειά του να αναστρέψει τη σύσπαση των λείων μυϊκών ινών των βρόγχων που προκλήθηκε κατά τη δοκιμασία προκλήσεως με ισταμίνη. Αυτή η υπόθεση στηρίζεται μερικώς από τον προστατευτικό ρόλο του Mg στο βρογχόσπασμο πού προκαλείται από την εισπνοή ισταμίνης9, από πειραματικά δεδομένα τα οποία δείχνουν ότι το Mg προκαλεί χάλαση προδιεγερμένων με ισταμίνη αγγειακών λείων μυϊκών ινών μέσω ελάττωσης του ενδοκυττάριου Ca++ 28 και τέλος από μία σχετική επιδημιολογική έρευνα η οποία έδειξε ότι η χαμηλή διαιτητική πρόσληψη Mg σχετίζεται με χαμηλή FEV1 και υψηλό κίνδυνο για συριγμό της αναπνοής και βρογχική υπεραντιδραστικότητα στον γενικό πληθυσμό22. Η σημαντική δε πτώση της ενδοκυττάριας συγκέντρωσης του Mg που παρατηρήθηκε δείχνει να είναι ανεξάρτητη του βαθμού της βρογχικής υπεραντιδραστικότητας όπως φαίνεται από την έλλειψη συσχέτισης μεταξύ της PD20 στην ισταμίνη και της επί της % πτώσης της συγκέντρωσης του Mg στα ερυθροκύτταρα. Αυτό επιβεβαιώνει τη βασική μας υπόθεση ότι ιόντα Mg μετακινούνται από τον ενδοκυττάριο χώρο κατά τη διάρκεια του βρογχόσπασμου ανεξάρτητα από τη δόση της ισταμίνης (βαθμό βρογχικής υπεραντιδραστικότητας) που χρειάζεται για να συμβεί αυτός.

Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι τα επίπεδα του ενδοκυττάριου Mg σχετίζονται με το βαθμό της βρογχικής υπεραντιδραστικότητας29, η δική μας όμως εργασία δεν επιβεβαίωσε την παραπάνω θεωρία (η PD20 ήταν ανεξάρτητη της αρχικής τιμής του Mg των ερυθρών). Αυτό πιθανώς να οφείλεται στο διαφορετικό αριθμό και σύσταση του πληθυσμού μελέτης των δυο εργασιών, στη διαφορά στη διαιτητική πρόσληψη του Mg ανάμεσα στις χώρες μελέτης καθώς και στη διαφορά του ενδοκυττάριου Mg που μετρήθηκε (ερυθροκύτταρα έναντι πολυμορφοπύρηνων).

Συνοπτικά δείξαμε ότι η δοκιμασία προκλήσεως με ισταμίνη προκαλεί στατιστικά σημαντική πτώση του ενδοκυττάριου Mg χωρίς όμως να μεταβάλλει το Mg του ορού, η πτώση δε αυτή είναι ανεξάρτητη του βαθμού της βρογχικής υπεραντιδραστικότητας, όπως αυτή εκτιμάται με την PD20. Χρειάζονται περαιτέρω μελέτες ώστε να κατανοηθεί πλήρως η δράση και ο ρόλος των επιπέδων του Mg στους ασθματικούς ασθενείς, κυρίως κατά την παρόξυνση της νόσου.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Reinhart R. Magnesium metabolism. Arch. Intern. Med 1988, 148:2415-2420.
2. Spivey WH, Skobelolf EM, Levin RM. Effect of magnesium chloride on rabbit bronchial smooth muscle. Ann.Emery.Med 1990, 19:1017-12.
3. Rosello HJ, Plujc. Sulfato de magnesio en la crisis de asma. Prensa Med Argentina 1936, 29:1677-80.
4. Okayama H, Aikawa T, Okayama M, Sasaki H, Mue S, Takishama T. Bronchodilating effect of infrovenous magnesium sulphate in bronchial asthma. JAMA 1987, 257:1076-1078.
5. Skobeloff EM, Spivey WH, McNamara RM, Greonspon L. Intravenous magnesium sulfate for the treatment of acute asthma in the emergency department JAMA: 1989, 1210-1213.
6. Noppen M, Vanmaele L, Impena N, Schandovyl W. Bronchodilating effect of intravenous magnesium sulphate in acute severe bronchial asthma. Chest 1990, 97:373-376.
7. Bloch H, Silverman R, Mancherje N, et al. Intravenous magnesium sulphate as an adjunct in the treatment of acute asthma. Chest 1995, 107:1576-1581.
8. Mangat HS, D’Souza G.A, Jacob MS. Nebulized magnesium sulphate versus nebulized salbutamol in acute bronchial asthma: a clinical trial E.R.J 1998, 12:341-344.
9. Hill JM, Britton J. Effect of intravenous magnesium sulfate on airway calibre and airway reactivity to histamine in asthmatic subjects. Br J Clin Pharmacol 1996, 42(5):629-31.
10. Rolla G, Bucca C, Bugiuni M, Arossa W, Spinacis. Reduction of histamine-induced bronchoconstriction by magnesium in asthmatic subjects Allergy 1987, 42:186-188.
11. Rolla G, Bucca C, Arrossa W, Bugiani M. Magnesium attenuates methacholine induced bronchoconstriction in asthmatics. Magnesium 1987, 6:201-204
12. Fantidis P, Ruiz Cucho J, M orin M, Madero Jarabo R, Solera J, Herrero E. Intracellular (polymorphonuclear) magnesium content in patients with bronchial asthma between attacks. J R Soc Med 1995 Aug, 88(8): 441-445.
13. American Thoracic Society Standards for the diagnosis and care of patients with chronic obstructive disease (COPD) and asthma. Am Rev Respir Dis 1987, 136:225-244.
14. Jonasson G, Carlsen KH, Blomqvist P Clinical efficacy of low dose inhaled budesonide once or twice daily in children with mild asthma not prior treated with steroids ERJ 1998, 12:1099-1104.
15. Yan K, Salome C, Woolcock AJ. Rapid method for measurement of bronchial responsivenes Thorax 1983, 38:760-765.
16. Cockcrolf DW, Berschcid BA, Score of the dose-response curve: usefulness in assessing bronchial response to inhaled histamine Thorax 1983, 38:55-61.
17. Kokkonen J, Linna O. The state of childhood asthma in young adulthood ERJ 1993, 6:657-661.
18. Sovijarvi AR, Malberg LP, Reinikminen K, Ryhila Poggins H. A rapid dosimetric method with controlled tidal breathing for histamine challenge. Chest 1993, 104:164-170.
19. Giluder EM, He th D.A. Colorimetric determination with bound “calmagite” of magnesium in human blood serum Clin. Chem. 1971, 17:663.
20. De Valk HM, Kok PTM, Sruyvenberg A, et al. Extracellular and intracellular magnesium concentration in asthmatic patients. Eur Respir J 1993, 6:1122-1125.
21. Emelyanov A, Fedossev G, Barnes P.J. Reduced intracellular magnesium concentration in asthmatic patients. Eur Respir J 1999, 13:38-40.
22. Altara BM, Altara BT, Catella A. Magnesium deficiency induced spasms of umbilical vessels relation to preaclampsia, hypertension, growth retardation. Science 1983, 221:376-378.
23. Bois P. Effect of magnesium deficiency on mast cells and a urinary histamine in rats. Br. J Exp Pathcl. 1963, 44:151-155.
24. Kass RS, Lederez WJ, Tsin RW, et al. Role of calcium ions in transient inward currents and after contractions induced of stophandthidin in cardiac Purkinjee fibres. J. Physiol. 1978, 281:187-208.
25. Dunnet J, Naylon. Calcium efflux from cardiac sarcoserumtic reticulum:effects of calcium and magnesium. J. Mol. Cell Cardiac. 1978, 10:487-498
26. Del Casillo J, Eng back L. The nature of the neuromuscular block produced by magnesium. J Physiol. 1954, 124:370-384
27. Britton d, Pavard I, R: Chards K, Wisniewski A, Knox A, Liewts S, Tattersfield A, Weiss S. Dietary magnesium, lung function, wheezing and airway hyperreactivity in a random adult population sample. Lancet 1994, 344:357-62.
28. Elizabeth K, Gilbert D’Angelo, Harold A. Singer and C.M. Rembold Magnesium relaxes arterial smooth muscle by decreasing intracellural Ca2+ without changing intracellural Mg2+. J. Clin. Invest. 1992, 89:1988-1994.
29. Dominguez LJ, Boorbagullo M, Di Lorenzo G, Drago A Scala S, Morici G, Curuso C. Bronchial reactivity and intracellural magnesium: a possible mechanism for the bronchodilating effects of magnesium in asthma. Clin Sci (Colch) 1998 Aug1, 95(2):137-142.
© 2011 PNEUMON Magazine, Hellenic Bronchologic Society.
Developed by LogicONE Logo LogicONE