Please wait. Loading...
 
  •  
  •  
  •  
  • ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Έχει δειχθεί ότι η χορήγηση Μαγνησίου (Mg) σε εισπνεόμενη ή ενδοφλέβια μορφή προκαλεί λύση του βρογχόσπασμου σε ασθματικούς ασθενείς, η δε χορήγηση εισπνεόμενου Mg προκαλεί μείωση της βρογχικής υπεραντιδραστικότητας- όπως αυτή εκτιμάται με την PD20-κατά τη δοκιμασία προκλήσεως με ισταμίνη. Μελετήσαμε την επίδραση της δοκιμασίας προκλήσεως με ισταμίνη στο εξωκυττάριο (ορός) και ενδοκυττάριο (ερυθροκύτταρα) Mg, καθώς και την πιθανή συσχέτιση μεταξύ βρογχικής υπεραντιδραστικότητας και των επιπέδων του ενδοκυττάριου και εξωκυττάριου Mg. Εξήντα δύο νεαροί ενήλικες (ηλικία: 22±0.4 έτη, FEV1: 93%±1% αναμ.) υποβλήθηκαν σε δοκιμασία προκλήσεως με ισταμίνη. Από αυτούς, 42 ήταν γνωστοί ασθματικοί¬ (ηλικία: 21±0.3 έτη, FEV1: 91±2% αναμ., 10 σε αγωγή με εισπνεόμενα στεροειδή), και 20 υγιείς εθελοντές (ηλικία: 23±0.8 έτη, FEV1: 97.5±2% αναμ.). Σε όλους μετρήθηκε το Mg ορού και ερυθρών προ και αμέσως μετά τη δοκιμασία προκλήσεως και η συγκέντρωση της ισταμίνης που προκάλεσε πτώση της FEV1 κατά 20% (PD20). Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι το Mg ερυθρών παρουσίασε στατιστικά σημαντική πτώση μετά τη δοκιμασία προκλήσεως (από 5.16±0.7 mg/dl σε 4.99±0.07 mg/dl, p<0.0001) ενώ το Mg του ορού παρέμενε σταθερό (προ: 2.06±0.02 mg/dl, μετά: 2.08±0.02 mg/dl). Δεν παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική συσχέτιση μεταξύ της PD20 και της επί τοις εκατό πτώσης του Mg των ερυθρών καθώς και της αρχικής τιμής του Mg στον ορό και τα ερυθρά. Συμπερασματικά η δοκιμασία προκλήσεως με ισταμίνη μέσω τoυ βρογχοσπάσμου που προκαλεί, αν και δε φαίνεται να μεταβάλλει το Mg του ορού, προκαλεί στατιστικά σημαντική πτώση του ενδοκυττάριου Mg, όπως αυτό μετρήθηκε στα ερυθροκύτταρα, η οποία είναι ανεξάρτητη της μετρούμενης βρογχικής υπεραντιδραστικότητας (PD20). Πνεύμων 1999, 12 (3): 182-188
     
  • Φ. Βλαστός, Α. Lockhart
    ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Μελετήσαμε το βήχα και τη βρογχική απόφραξη που προκλήθηκαν από την εισπνοή κιτρικού οξέος σε καπνιστές χωρίς βρογχική απόφραξη σε φυσιολογικές συνθήκες, σε περιστασιακούς καπνιστές και σε μη καπνιστές. Ο ουδός του βήχα ήταν σημαντικά υψηλότερος στους περιστασιακούς καπνιστές σε σύγκριση με τους καπνιστές και τους μη καπνιστές. Η χρονική εξέλιξη της βρογχικής απόφραξης που προκλήθηκε από την εισπνοή κιτρικού οξέος ήταν όμοια στους καπνιστές και στους μη καπνιστές: Η μέγιστη πτώση του FEV1 συνέβη 5 δευτερόλεπτα μετά την εισπνοή και η διαφορά της μέγιστης πτώσης του FEV1 ήταν στατιστικά μη σημαντική μεταξύ των δύο ομάδων. Στους μη καπνιστές, η μέγιστη πτώση τσυ FEV1 συνέβη 20 δευτερόλεπτα μετά την εισπνοή και το μέγεθος της πτώσης ήταν σημαντικά μικρότερο σε σύγκριση με τους καπνιστές και τους περιστασιακούς καπνιστές. Στους καπνιστές, ο βαθμός της αθροιστικής τοξικής δράσης του καπνού (πακέτα έτη) επηρέασε ασθενώς την εκατοστιαία πτώση του FEV1 (r = 0.48, p < 0.10). Συμπεράναμε ότι ο βήχας και η βρογχική απόφραξη σαν απάντηση στην εισπνοή μιας ερεθιστικής ουσίας, όπως το κιτρικό οξύ, βασίζονται σε διαφορετικούς φυσιολογικσύς μηχανισμούς και ότι εξαρτώνται από το καπνιστικό ιστορικό του εκτιθέμενου ατόμου. Πνεύμων 1999, 12 (3): 189-195
     
  • ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Μελετήθηκαν οι φάκελοι 120 ασθενών με φυματιώδη υπεζωκοτική συλλογή που νοσηλεύτηκαν στην κλινική μας κατά τη χρονική περίοδο 1974-94. Οι ασθενείς αυτοί (81 άνδρες, 39 γυναίκες) αποτελούν το 24,3% του συνόλου των φυματιώσεων και το 37% των εξιδρωματικών υπεζωκοτικών συλλογών. Η μέση ηλικία των ασθενών ήταν 44 έτη (16-85 έτη) και το 27,5% είχε ηλικία ³ 60 ετών. Η ακτινογραφία θώρακα έδειξε παρεγχυματική αλλοίωση στο 10% των περιπτώσεων. Ειδικότερα, όσον αφορά στην ομάδα των ασθενών με ηλικία ³ των 60 ετών, το 79% είχε μόνο υπεζωκοτική συλλογή στην ακτινογραφία θώρακα. Θετική καλλιέργεια πτυέλων βρέθηκε στο 18% των περιπτώσεων, το 66% των οποίων δεν είχε παρεγχυματική βλάβη. Η διάγνωση της φυματιώδους υπεζωκοτικής συλλογής για το σύνολο των ασθενών τέθηκε από τη θετική βιοψία υπεζωκότα (49,2%) και την ανίχνευση του μυκοβακτηριδίου της φυματίωσης στο πλευριτικό υγρό (17,2%) ή στα πτύελα (26,6%). Στην περίπτωση που οι καλλιέργειες πτυέλων ήταν αρνητικές η διάγνωση βασίστηκε σε κλινικοεργαστηριακά κριτήρια (60%). Συμπεραίνεται ότι η συχνότητα της φυματιώδους υπεζωκοτικής συλλογής σε άτομα μεγάλης ηλικίας είναι υψηλή. Η συμβολή των καλλιεργειών πτυέλων στην διάγνωση είναι σημαντική ακόμα και σε απουσία παρεγχυματικής βλάβης στην ακτινογραφία θώρακα. Πνεύμων 1999, 12 (3): 196-202
     
  • ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Παρουσιάζεται η περίπτωση ασθενούς με βαρειά υπερκαπνία συνεπεία υποθυρεοειδισμού, ο οποίος ακολούθησε θεραπεία υποκατάστασης με θυρεοειδικές ορμόνες. Μετά από διάστημα δύο μηνών ο ασθενής εμφάνισε αξιοσημείωτη βελτίωση του λειτουργικού ελέγχου της αναπνοής, των αερίων αίματος, των PImax, PEmax, Pdimax καθώς και της συνολικής κλινικής και εργαστηριακής τους εικόνας. Γίνεται σύντομη ανασκόπηση της βιβλιογραφίας και συσχετισμός της με το συγκεκριμένο περιστατικό. Πνεύμων 1999, 12 (3): 203-206
     
Βρέθηκαν 7 αποτελέσματα. Σελίδα 1 από 1
© 2011 PNEUMON Magazine, Hellenic Bronchologic Society.
Developed by LogicONE Logo LogicONE