Please wait. Loading...
 
Αποστολή σε φίλο
 
Τα επίπεδα της λιδοκαΐνης στον ορό πριν, κατά τη διάρκεια και μετά από ινοπτική βρογχοσκόπηση
ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Το ευρύτερα χρησιμοποιούμενο φάρμακο για τοπική αναισθησία στη διάρκεια της ινοπτικής βρογχοσκόπησης είναι η λιδοκαΐνη. Η τοξικότητα του φαρμάκου σχετίζεται με τα επίπεδά του στον ορό. Σκοπός της εργασίας αυτής είναι η μέτρηση των επιπέδων λιδοκαΐνης στον ορό προ, κατά τη διάρκεια της βρογχοσκόπησης και μετά απο αυτήν, καθώς και η αξιολόγηση της χρησιμοποιούμενης δόσης για την αναισθητοποίηση του ρινικού βλεννογόνου και του τραχειοβρογχικού δένδρου στη συνολική δόση και στα μέγιστα επίπεδα του φαρμάκου. Μελετήθηκαν 12 ασθενείς ηλικίας 57±3 έτη ΣΕΜ. Η μέση διάρκεια της βρογχοσκόπησης ήταν 27±2 min. Η λιδοκαΐνη χορηγήθηκε ως αλοιφή 2%, ως διάλυμα 2% με λαρυγγοσύριγγα για αναισθητοποίηση του στοματοφάρυγγα και των φωνητικών χορδών και τέλος ως διάλυμα 2% για ενδοβρογχικές εγχύσεις. Οι αιμοληψίες έγιναν πριν την έναρξη της τοπικής αναισθησίας και σε χρόνους 5, 10, 20, 30, 45, 60, 90 και 120 min από την έναρξή της. Συγχρόνως γινόταν καταγραφή της καρδιακής συχνότητας, του ρυθμού, της αρτηριακής πίεσης και του κορεσμού της αιμοσφαιρίνης με παλμική οξυμετρία. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα μέγιστα επίπεδα λιδοκαΐνης στον ορό διαπιστώθηκαν σε 8 ασθενείς στα 20 min μετά την έναρξη της τοπικής αναισθησίας (2.15±0.4 μg/ml), σε 3 ασθενείς στα 30΄ (1.9±0.3 μg/ml) ενώ σε ένα ασθενή στα 60 min (1.81 μg/ml). Η συνολική δόση ξεπέρασε σε όλους τους ασθενείς το όριο των 400 mg (622±20 mg) με τη ρινική αλοιφή να αποτελεί το 30% αυτής. Δύο ώρες μετά την έναρξη της τοπικής αναισθησίας η λιδοκαΐνη εξακολουθούσε να βρίσκεται σε μετρήσιμα επίπεδα στον ορό των ασθενών (1.48±0,15 μg/ml). Υπήρξε σημαντικά θετική συσχέτιση των μέγιστων επιπέδων λιδοκαΐνης στον ορό και της συνολικά χορηγούμενης δόσης (r=0.63 p=-0.02). Χωρίζοντας την ενδοβρογχικά χορηγούμενη λιδοκαΐνη από τη χορηγούμενη με τη μορφή της ρινικής αλοιφής 2%, βρέθηκε θετική συσχέτιση της πρώτης με τα μέγιστα επίπεδα λιδοκαΐνης στον ορό (r=0.64 p=0.02). Δεν παρατηρήθηκε ανάλογη συσχέτιση με τη ρινική αλοιφή (r=0.37 p=0.2). Συμπερασματικά, η τοπική χορήγηση της λιδοκαΐνης συνήθως υπερβαίνει το δοσολογικό όριο των 400 mg με τα μέγιστα επίπεδα να καταγράφονται μεταξύ 20 και 30 min από την έναρξη της τοπικής αναισθησίας. Η δόση της ρινικής αλοιφής αποτελεί σημαντικό ποσοστό στη συνολικά χορηγούμενη δόση χωρίς όμως να συσχετίζεται με τα μέγιστα μετρούμενα επίπεδα στον ορό. Αν και εξακολουθεί να ανιχνεύεται στο πλάσμα έως και 120 min από την έναρξη της αναισθησίας δεν παρουσιάζει παρενέργειες και η χορήγησή της είναι ασφαλής. Πνεύμων 1999, 12 (1): 32-38
ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η τοπική αναισθησία αποτελεί σημαντικό τμήμα της διαδικασίας της βρογχοσκόπησης εξασφαλίζοντας καλή συνεργασία του ασθενούς και συνθήκες επιτυχούς διενέργειας της εξέτασης. Τα φάρμακα τα οποία έχουν χρησιμοποιηθεί για αυτόν το σκοπό είναι η τετρακαΐνη, η κοκαΐνη και η λιδοκαΐνη. Από αυτά, το ευρύτερα χρησιμοποιούμενο σήμερα είναι η λιδοκαΐνη παρουσιάζοντας τις λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες σε σχέση με τα άλλα δύο. Παρ όλα αυτά υπάρχουν μελέτες που δείχνουν ασφαλή χορήγηση και άλλων φαρμάκων συγκριτικά με τη λιδοκαΐνη1. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες οφείλονται είτε σε αντιδράσεις υπερευαισθησίας, οπότε και είναι ανεξάρτητες της χορηγούμενης δοσολογίας είτε σε αυξημένη δοσολογία του φαρμάκου, προκαλώντας τοξικά επίπεδα στον ορό. Για την αποφυγή των συστηματικών παρενεργειών από αυξημένη δοσολογία έχει προταθεί ως μέγιστη δόση τα 400 mg ενώ για τους υπερήλικες τα 300 mg2.

Η λιδοκαΐνη χορηγείται είτε υπό τη μορφή αλοιφής 2% για την αναισθητοποίηση του ρινικού βλεννογόνου και την επάλειψη του βρογχοσκοπίου, είτε με τη μορφή αεροσόλης (διάλυμα 2% ή 10%) μέσω λαρυγγοσύριγγας ή νεφελοποιητή για την αναισθητοποίηση του στοματοφάρυγγα και των φωνητικών χορδών. Η αναισθητοποίηση του βλεννογόνου του τραχειοβρογχικού δένδρου επιτυγχάνεται με ενδοβρογχικές εγχύσεις διαλύματος λιδοκαΐνης (2% ή 10%) κατά τη διάρκεια της βρογχοσκόπησης. Αν και τοπικά χορηγούμενη, ένα μέρος του εισέρχεται στη συστηματική κυκλοφορία, συνδέεται με πρωτεΐνες σε ποσοστό 60%-70% και μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ σε δύο βασικούς μεταβολίτες (MEGlX και GIX) ενώ λιγότερο από 2% αποβάλλεται τα ούρα3. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες εμφανίζονται σε επίπεδα άνω των θεραπευτικών, όπως έχουν ορισθεί για την αντιμετώπιση καρδιακών αρρυθμιών (1.5-5μg/ml). Οι ανεπιθύμητες ενέργειες αποδίδονται κυρίως σε αυξημένες δόσεις και λιγότερο σε ηπατική, καρδιακή ή νεφρική ανεπάρκεια, ή συγχορήγηση φαρμάκων που μειώνουν την κάθαρση της λιδοκαΐνης4. Η περίοδος ημιζωής του φαρμάκου στους υγιείς ενήλικες κυμαίνεται από 70 έως 200 min ενώ σε πάσχοντες από καρδιακή ανεπάρκεια, από 200 έως 400 min.

Πολλές μελέτες έχουν ασχοληθεί με τα επίπεδα της λιδοκαΐνης κατά τη διάρκεια της βρογχοσκόπησης και μετά απο αυτήν. Στις περισσότερες από αυτές, ενώ αναφέρεται η χρησιμοποίηση της αλοιφής για την αναισθητοποίηση του ρινικού βλεννογόνου, δεν συνυπολογίζεται στη συνολική δόση της χορηγούμενης λιδοκαΐνης και συγχρόνως δεν έχει καταγραφεί η πιθανή συσχέτιση της δόσεώς της με τα μέγιστα επίπεδα της στον ορό. Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι αφενός η μέτρηση των επιπέδων της λιδοκαΐνης στον ορό κατά τη διάρκεια και μετά από τη βρογχοσκόπηση, αφετέρου δε η ακριβής μέτρηση του χορηγούμενης αλοιφής και η συσχέτισή της με τα μέγιστα επίπεδα του φαρμάκου.

ΥΛΙΚΟ ΜΕΘΟΔΟΙ

Μελετήθηκαν 12 ασθενείς (10 άνδρες και 2 γυναίκες) ηλικίας 32-74 ετών (57 ± 3 SEM). Τέσσερις ασθενείς βρογχοσκοπήθηκαν για αιμόφυρτα πτύελα, 3 για υπεζωκοτική συλλογή αγνώστου αιτιολογίας, 3 για σκίαση πνεύμονος και 2 ασθενείς για κοιλοτική εξεργασία πνεύμονος. Η διάρκεια της βρογχοσκοπήσεως ήταν 27 ± 2 λεπτά (20-40 min). Όλοι οι ασθενείς βρογχοσκοπήθηκαν μέσω διαρρινικής οδού. Η λιδοκαΐνη χορηγήθηκε ως αλοιφή 2% για αναισθητοποίηση του ρινικού βλεννογόνου και επάλειψη του βρογχοσκοπίου. Η αλοιφή λιδοκαΐνης τοποθετείτο σε σύριγγα 10cc μετον βρογχοσκόπο να καθορίζει κάθε φορά την ποσότητα που απαιτείτο. Ένας εξωτερικός παρατηρητής κατέγραφε την συνολική δόση που απαιτείτο σε κάθε βρογχοσκόπηση. Για την αναισθητοποίηση του στοματοφάρυγγα και των φωνητικών χορδών χορηγήθηκε διάλυμα 2% με λαρυγγοσύριγγα. Τέλος, για την αναισθητοποίηση του βλεννογόνου του τραχειοβρογχικού δένδρου, χορηγήθηκαν ενδοβρογχικές εγχύσεις λιδοκαΐνης 2% μέσω του βρογχοσκοπίου. Και στις δύο περιπτώσεις (λαρυγγοσύριγγα-ενδοβρογχικές εγχύσεις), ο βρογχοσκόπος καθόριζε κάθε φορά την ποσότητα που απαιτείτο και ο εξωτερικός παρατηρητής κατέγραφε τη συνολική δόση.

Οι αιμοληψίες εγένοντο πριν την έναρξη της τοπικής αναισθησίας και σε χρόνους 5, 10, 20, 30, 45, 60, 90 και 120 min μετά την έναρξή της. Για τις αιμοληψίες χρησιμοποιείτο φλεβοκαθετήρας τοποθετημένος σε μεγάλη φλέβα στην περιοχή του αντιβραχίου με τη μεγαλύτερη δυνατή διάμετρο για αποφυγή πιθανής αιμόλυσης των δειγμάτων. Η αιμοληψία γινόταν χωρίς τη χρήση περιχειρίδος για την αποφυγή ψευδώς αυξημένων τιμών. Κατά τη διάρκεια της βρογχοσκόπησης γινόταν καταγραφή της καρδιακής συχνότητας και του ρυθμού μέσω ΗΚΓ, της αρτηριακής πιέσεως και του κορεσμού της αιμοσφαιρίνης (παλμική οξυμετρία). Κανείς ασθενής δεν έπασχε από καρδιακή, ηπατική ή νεφρική νόσο και δεν ελάμβανε φαρμακευτική αγωγή που να επηρέαζε τη φαρμακοκινητική της λιδοκαΐνης.

Ο προσδιορισμός των συγκεντρώσεων της λιδοκαΐνης στον ορό των ασθενών εγένετο με τη μέθοδο της ανοσοφθορισμοπολωσιμετρίας FPIA (FIuorescense Polarisation Immunoassay) όπως αυτή έχει τυποποιηθεί στον αυτόματο αναλυτή της εταιρείας Abbott.

Η επιλογή των χρόνων αιμοληψίας έγινε με κριτήριο τη μικρή ημιπερίοδο ζωής του φαρμάκου (70-200 min). Η αξιολόγηση έγινε έναντι των συνήθων θεραπευτικών συγκεντρώσεων (1.5-5 μg/ml) που αναφέρονται σε ποσότητα φαρμάκου συνδεδεμένου με πρωτεΐνες και όχι σε ελεύθερη μορφή. Ο ερευνητής που έκανε τις μετρήσεις δεν γνώριζε τη συνολική δόση φαρμάκου που χρησιμοποιήθηκε.

ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ

Η στατιστική ανάλυση έγινε με επαναλαμβανόμενες μετρήσεις χρησιμοποιώντας το two-way analysis of variance (ANOVA) με το σύστημα Bonferroni’s να χρησιμοποιείται στις διορθώσεις των πολλαπλών συγκρίσεων. Οι συσχετίσεις έγιναν με το σύστημα Pearson's. Το p<0.05 θεωρείτο στατιστικά σημαντικό. Όλα τα αποτελέσματα εκφράζονται ως mean ± SEM.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Η μέγιστη δόση λιδοκαΐνης που χρησιμοποιήθηκε ήταν 720 mg ενώ η ελάχιστη 500 mg (μέση τιμή 622 ± 28 mg). Από τη συνολικά χρησιμοποιηθείσα δόση η δόση της αλοιφής 2% ήταν 182.5 ± 15 ml (29%) με μέγιστη δόση τα 300 mg και ελάχιστη τα 100 mg. Η δόση με τη λαρυγγοσύριγγα ήταν η ίδια σε όλους τους ασθενείς (100 mg). Η μέση δόση για τις ενδοβρογχικές εγχύσεις ήταν 339 ± 12mg.

Στο χρόνο 0, δηλαδή πριν την έναρξη της τοπικής αναισθησίας, οι τιμές λιδοκαΐνης στο πλάσμα όπως άλλωστε αναμενόταν ήταν μηδενικές. Η μέγιστη τιμή της λιδοκαΐνης στο πλάσμα παρατηρήθηκε σε 8 ασθενείς 20 min μετά την έναρξη της τοπικής αναισθησίας, σε 3 ασθενείς 30 min μετά την έναρξη της τοπικής αναισθησίας, και σε ένα ασθενή 60 min μετά την έναρξη της τοπικής αναισθησίας (Πίνακας 1). Όπως φαίνεται και απο την Εικόνα 1, η λιδοκαΐνη ήταν μετρήσιμη στον ορό απο τα 5 min με τις μέγιστες τιμές να παρατηρούνται στο διάστημα μεταξύ 20 min και 30 min από την έναρξη της τοπικής αναισθησίας. Το φάρμακο εξακολουθούσε να βρίσκεται σε μετρήσιμα επίπεδα και 2 ώρες μετά την έναρξη της τοπικής αναισθησίας, με μέγιστη τιμή στα 120 min τα 2.25μg/ml και ελάχιστη τα 0.66μg/ml (μέση τιμή 1.14 ± 0.17μg/ml). Κανένας ασθενής δεν ξεπέρασε το επιτρεπτό όριο των 5 μg/ml.



Υπήρχε σημαντικά θετική συσχέτιση των μέγιστων επιπέδων λιδοκαΐνης στον ορό και της συνολικά χορηγούμενης δόσης (Εικόνα 2Α, r=0.63 p=0.02). Χωρίζοντας την ενδοβρογχικά χορηγούμενη λιδοκαΐνη και τη χορηγούμενη με τη μορφή της ρινικής αλοιφής 2%, βρέθηκε θετική συσχέτιση της πρώτης με τα μέγιστα επίπεδα λιδοκαΐνης στον ορό (εικόνα 28 r=0.64 p=0.02). Δεν παρατηρήθηκε ανάλογη συσχέτιση με τη ρινική αλοιφή (r=0.37, p=0.2).





Σε ότι αναφορά τις παρατηρούμενες παρενέργειες, δύο ασθενείς (Νο 3 και 4) εμφάνισαν παροδική αύξηση της αρτηριακής πιέσεως, με τον ένα δε από αυτούς να παρουσιάζει αραιές έκτακτες συστολές (Νο 3). Το γεγονός ότι η εμφάνιση των παρενεργειών έγινε στα 10 min από την έναρξη της τοπικής αναισθησίας όταν τα αντίστοιχα επίπεδα της λιδοκαΐνης ήταν 0.37 και 1.56μg/ml και με δεδομένο την υποχώρησή τους σε μικρό χρονικό διάστημα, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οφείλοντο καθαρά στο έντονο srtess των ασθενών λόγω της βρογχοσκόπησης.

Εκ των 12 ασθενών, 8 είχαν εικόνα φλεγμονής στη βρογχοσκόπηση με προεξάρχοντα στοιχεία την εικόνα της χρονίας βρογχίτιδας σε 6 και της λοίμωξης σε 2 απο αυτούς. Σε σχέση με τους υπόλοιπους 4 παρουσίασαν στατιστικώς σημαντικά υψηλότερες τιμές ως προς τα μέγιστα επίπεδα της λιδοκαΐνης (2.2 ± 0.3 μg/ml και 1.7 ± 0.2 μg/ml αντιστοίχως). Το σημαντικό στοιχείο όμως σε σχέση με τις δύο ομάδες ήταν η διαφορά που υπήρχε στη χορηγούμενη δόση (641 ± 28 mg και 582 ± 11 mg αντιστοίχως).

ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Στην παρούσα εργασία κατεδείχθη ότι η χορηγούμενη ποσότητα της λιδοκαΐνης κατά τη διάρκεια τηςβρογχοσκόπησης ξεπερνά την προτεινόμενη συνολική δόση των 400 mg. Η ποσότητα της λιδοκαΐνης που χρησιμοποιείται με τη μορφή της ρινικής αλοιφής αποτελεί το 1/3 της συνολικής δόσης χωρίς όμως- σε αντίθεση με την ενδοβρογχική χορήγηση-να σχετίζεται με τα μέγιστα επίπεδα στον ορό. Τα μέγιστα επίπεδα στον ορό παρατηρήθηκαν 20-30 min μετά την έναρξη της τοπικής αναισθησίας, χρόνος που σε συνάρτηση με τη μέση διάρκεια της βρογχοσκοπήσεως ήταν στο τέλος αυτής ή λίγο μετά τη λήξη της. Το φάρμακο φαίνεται να είναι μετρήσιμο έως και 2 ώρες μετά την έναρξη της τοπικής αναισθησίας χωρίς όμως ποτέ να ανιχνεύεται σε τοξικά επίπεδα, παρά την υπέρβαση της προτεινόμενης δοσολογίας.

Αν και η συνιστώμενη συνολική δόση της λιδοκαΐνης κατά τη βρογχοσκόπηση είναι τα 400 mg και για τους ηλικιωμένους τα 300 mg, στην πράξη έχει αποδειχθεί ότι συχνά γίνεται υπέρβαση αυτής της δόσης5,6. Με αυτό συμφωνεί και η δική μας μελέτη όπου και στους 12 ασθενείς χρειάσθηκε χορήγηση ποσότητας λιδοκαΐνης μεγαλύτερη των 500 mg. Στην τιμή αυτή περιλάμβάνονται όλες οι μορφές με τις οποίες χορηγήθηκε το φάρμακο και κυρίως η αλοιφή που όπως φαίνεται αποτελεί σημαντικό ποσοστό της συνολικά χορηγούμενης δόσης. Σε πολλές μελέτες η μορφή της αλοιφής δεν περιλαμβάνεται στη συνολική δόση του φαρμάκου με αποτέλεσμα οι μελέτες να μειονεκτούν στον ακριβή υπολογισμό της συνολικά χρησιμοποιούμενης ποσότητας7. Υπάρχουν ακόμα θεωρίες οι οποίες υποστηρίζουν ότι με τη χορήγηση της λιδοκαΐνης ενδοτραχειακά μέσω του κρικοειδούς χόνδρου8 ή με τη μορφή αεροσόλης μέσω νεφελοποιητή9 επιτυγχάνεται η μείωση της συνολικής δόσης του φαρμάκου καθώς και η καλύτερη αναισθητοποίηση του ασθενούς.

Αν και η λιδοκαίνη χορηγείται τοπικά, κατά ένα μέρος της, το οποίο είναι δύσκολο να προσδιορισθεί, εισέρχεται στη συστηματική κυκλοφορία, ενώ ένα άλλο μέρος αποβάλλεται με τον βήχα, την κατάποση αλλά και την αναρρόφηση των βρογχικών εκκρίσεων10,11. Η λιδοκαΐνη η οποία απορροφάται από το γαστρεντερικό σύστημα μεταβολίζεται σε μεγάλο ποσοστό κατά την αρχική διέλευσή της από το ήπαρ και έτσι δεν συνεισφέρει στη συνολικά μετρούμενη ποσότητα στο πλάσμα12. Αυτές οι παρατηρήσεις φαίνεται να εξηγούν τα ευρήματα της μελέτης αυτής αλλά και προηγουμένων6 όπου, παρά την υπέρβαση της συνολικής δόσης λιδοκαΐνης, δεν παρατηρούνται τοξικά επίπεδα στο πλάσμα. Αυτό εξηγεί ίσως και ότι η δόση λιδοκαΐνης ως ρινική αλοιφή δεν συσχετίζετο με τα μέγιστα επίπεδα του φαρμάκου. Ίσως ένα μεγάλο ποσοστό της ρινικής αλοιφής να αποβάλλεται με την κατάποση ή και το βήχα αν και η καλή αιμάτωση του ρινικού βλεννογόνου θα έπρεπε να ευνοεί την απορρόφηση του φαρμάκου. Έτσι η μεγαλύτερη απορρόφηση φαίνεται να αφορά το βλεννογόνο του τραχειοβρογχικού δένδρου. Φυσιολογικοί παράγοντες που επηρεάζουν αυτή την απορρόφηση δεν είναι ακριβώς γνωστοί ενώ δεν έχει αποδειχθεί ότι η απόφραξη αεραγωγών, ο καπνός του τσιγάρου και η παραγωγή βλέννης επηρεάζουν τις μέγιστες συγκεντρώσεις λιδοκαΐνης στο πλάσμα13,14. Στη δική μας εργασία, ασθενείς με έντονη φλεγμονή στους αεραγωγούς είχαν υψηλότερες τιμές ως προς τα μέγιστα επίπεδα αλλά με υψηλότερη χορηγούμενη δόση πράγμα που δεν οδηγεί σε τεκμηριωμένα συμπεράσματα. Σε αντίθεση με την ρινική αλοιφή, η ενδοβρογχικά χορηγούμενη ποσότητα λιδοκαΐνης παίζει σημαντικώτερο ρόλο στη συνολικά μετρούμενη ποσότητα στο πλάσμα αν και όπως τονίζεται σε μία μελέτη ένα ποσοστό της ενδοβρογχικά χορηγούμενης λιδοκαΐνης αναρροφάται από το βρογχοσκόπιο με τις βρογχικές εκκρίσεις11. Στην παραπάνω μελέτη παρατηρήθηκε ότι οι συγκεντρώσεις λιδοκαΐνης στις βρογχικές εκπλύσεις οι οποίες συλλέγονταν κατά την αρχή της βρογχοσκόπησης δεν διέφεραν από αυτές που λαμβάνονταν κατά το τέλος της βρογχοσκόπησης.

Σε ό,τι αφορά το χρόνο που η λιδοκαΐνη φθάνει στα μέγιστα επίπεδα στον ορό, οι απόψεις ποικίλλουν. Οι περισσότερες μελέτες αναφέρουν ότι αυτό επιτυγχάνεται σε χρόνο μεταξύ 30 και 90 min από την έναρξη της τοπικής αναισθησίας5,6. Ενδεικτικά αναφέρουμε μία από αυτές, όπου τα μέγιστα επίπεδα του φαρμάκου στον ορό ήταν 2.9 ± 0.5 μg/ml σε χρόνο από 42 έως 48 min μετά την έναρξη της τοπικής αναισθησίας5 και με συνολική δόση 600 mg. Σε μία ανάλογη μελέτη, με συνολική δόση τα 300 mg οι μέγιστες τιμές ήταν 1.54 ± 0.15 μg/ml με ασαφή όμως χρόνο μέτρησης15. Στην παρούσα μελέτη το μεγαλύτερο ποσοστό εμφάνισε τις μέγιστες τιμές μεταξύ 20 και 30 min. Τα αποτελέσματα αυτά προέκυψαν μετά από συχνή λήψη δειγμάτων ειδικά μέχρι τα 60 min και έχοντας άμεση συσχέτιση με τη συνολικά χρησιμοποιηθείσα δόση όπως προέκυψε από τη στατιστική ανάλυση. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι η λιδοκαΐνη ανιχνεύεται στο ορό και μάλιστα εντός θεραπευτικών επιπέδων έως και 2 ώρες από την έναρξη της τοπικής αναισθησίας ενώ το ίδιο έχει παρατηρηθεί και μετά από 3 ώρες16, χωρίς παρόλα αυτά να έχουν παρατηρηθεί ανεπιθύμητες ενέργειες. Αυτές κυρίως παρατηρούνται σε επίπεδα άνω των 6 μg/ml με τη συχνότητα να αυξάνει άνω των 9 μg/ml17.

Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι η λιδοκαΐνη παραμένει το κατ' εξοχήν τοπικό αναισθητικό κατά τη βρογχοσκόπηση. Αν και η συνήθως χορηγούμενη συνολική δόση υπερβαίνει το όριο των 400 mg δεν παρατηρούνται σοβαρές παρενέργειες. Το φάρμακο ανιχνεύεται στο πλάσμα από τα πρώτα λεπτά της τοπικής αναισθησίας μέχρι και 2 ώρες μετά, γεγονός που επιβάλλει τη στενότερη παρακολούθηση του αρρώστου ακόμη και μετά την αποχώρησή του απο το βρογχολογικό εργαστήριο.

BIBΛIOΓPAΦΙA

1. Teale C, Games PJ, Muers MF, Pearson SB. Local anaesthesia for fibreoptic bronchoscopy: comparison between intratracheal cocaine and lignocaine. Respir Med 1990, 8495:407-408.
2. Credle WF, Smiddy JF, Elliot RC. Complications of fibreoptic bronchoscopy. Am Rev Respir Dis 1974, 109:67-72.
3. Melby MJ, Raehl CC, Kruel JF. Pharmacokinetics of endotracheally administered lidocaine. Clin Pharm 1986, 5:228-231.
4. Thomson PD, Meluion KL, Richardson JA. Lidocaine pharmakokinetics in advanced heart failure, liver disease and renal failure in humans. Ann Intern Med 1973, 1:81-103.
5. Effhimiou J, Higenbottom T, Holt B, Cochrane GM. Plasma concentrations of lignocaine during fibreoptic bronchoscopy. Thorax 1982, 37:68-71.
6. Milman N, Laub M, Munch EP, Angelo HR. Serum concentrations of lignocaine and its metabolites monoethylglicinexylidide during fibreoptic bronchoscopy in local anaesthesia. Respir Med 1998, 92(1):40-43.
7. James DA, Mcburney A, Stanley PJ, Tovey C, Ward JM. Plasma concentrations of lignocaine and its metabolites during fibreoptic bronchoscopy. Br J Anaesth 1982, 54:853-056.
8. Webb AR, Fernando SSD, Dalton HR, Arrowsmith JE, Woodhead MA, Qummin ARC. Local anaesthesia of fibreoptic bronchoscopy: transcricoid injection or the "spray as you go" technique. Thorax 1990, 45:474-477.
9. Foster WM, Hurewitz AN. Aerolised lidocaine reduces dose of topical anesthetic for bronchoscopy. Am Rev Respir Dis 1992, 146(2):520-522.
10. Kato H, Goto H, Yuasa K, Leke R, Shimada K. Endotracheobronchial lidocaine concentrations during flexible fiberoptic bronchoscopy. Intern Med 1992, 31(8):961-967.
11. Strange C, Barbarash RA, Pharm B, Heffner JE. Lidocaine concentrations in bronchoscopic specimens. Chest 1993, 3:647-549.
12. Perry LB. Topical anesthesia for bronchoscopy. Chest 1978, 73:691-693.
13. Putterson JR, Blaschke TF, Kelogg KK, Hunt JR, Meffin PJ. Lidocaine blood concentrations during fibreoptic bronchoscopy. Am Rev Respir Dis 1975, 112:53-57.
14. Watson WA, Sands MF, Barlow JC, Lener ME, Wilton JH. Lidocaine absorption and metabolism after oropharyngeal application in young and young-elderly adults. DICP 1991, 25(5):463-465.
15. Karvonen S, Jokinen K, Karvonen P, Hollmun A. Arterial and venous blood lidocaine concentrations after local anaesthesia of the respiratory tract using an ultrasonic nebulizer. Acta Anaesthesiol Scand 1976, 20:156-159.
16. Amitai Y, Zylber Katz E, Avital A, Zangen D, Noviski N. Serum lidocaine concentrations in children during bronchoscopy with topical anaesthesia. Chest 1990, 98:1370-1373.
© 2011 PNEUMON Magazine, Hellenic Bronchologic Society.
Developed by LogicONE Logo LogicONE