Please wait. Loading...
 
  •  
  • Ch. Boutin
    thoracoscopy, Pleuroscopy, pleural cavity
    ΒΡΑΧΕΙΑ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ
     
  • ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Οι ασθενείς με χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια παρουσιάζουν ορισμένα παθολογικά ευρήματα στο υπερηχοκαρδιογράφημα καρδιάς, που οφείλονται στην αύξηση της πίεσης εντός της δεξιάς κοιλίας και στη πνευμονική αρτηρία. Από την βιβλιογραφία δεν είναι εξακριβωμένη η προβλεπτική σημασία του ύψους της πίεσης στη πνευμονική αρτηρία και της ηχωκαρδιογραφικά διαπιστούμενης συστολικής και διαστολικής επιπέδωσης του μεσοκοιλιακού διαφράγματος (ΜΚΔ). Σκοπός αυτής της εργασίας είναι η εκτίμηση της συστολικής πνευμονικής πίεσης σε ασθενείς με ΧΑΠ που παρουσιάζουν επιπέδωση του ΜΚΔ καθώς και σε αυτούς χωρίς επιπέδωση. Πνεύμων 1999, 12 (1): 20-25
     
  • ΠΕΡΙΛΗΨΗ: H προοπτική αυτή μελέτη σχεδιάστηκε με σκοπό την εκτίμηση της αποτελεσματικότητας της χρήσης του ιωδιούχου ταλκ σε ασθενείς με κακοήθη πλευριτική συλλογή. Από το Σεπτέμβριο του 1992 έως και τον Ιούλιο του 1997, εβδομήντα δύο ασθενείς υποβλήθησαν με αυτό τον τρόπο σε πλευρόδεση (οι τέσσερις αμφοτερόπλευρα). Όλοι οι ασθενείς εμφάνισαν πλήρη επανέπτυξη του πνεύμονα μετά από την τοποθέτηση κλειστής παροχέτευσης ημιθωρακίου. Η αναπαραγωγή του υγρού ήταν λιγότερη από 250 ml το 24ωρο. Εναιώρημα ιωδιούχου ταλκ χορηγήθηκε στο ημιθωράκιο του ασθενούς μέσω του σωλήνος παροχέτευσης. Η παροχέτευση αφαιρέθηκε την επόμενη ημέρα. Οι ασθενείς είχαν ηλικίες μεταξύ 26 και 88 ετών (μέσος όρος 50 έτη). Σε 35 ασθενείς η πλευριτική συλλογή οφειλόταν σε καρκίνο του μαστού, 26 σε καρκίνο πνεύμονα, 6 σε καρκίνο του εντέρου, 3 σε καρκίνο ωοθηκών, 3 σε καρκίνο του νεφρού, 2 σε καρκίνο της μήτρας, 2 είχαν σάρκωμα και 1 είχε καρκίνο του οισοφάγου. Έγιναν διαδοχικές ακτινογραφίες θώρακος για την εκτίμηση της πλευρόδεσης σε όλους τους ασθενείς. Η περίοδος παρακολούθησης των ασθενών κυμάνθηκε από 1 έως 24 μήνες (μέσος όρος 4,5). Δεν παρατηρήθηκε καμία επιπλοκή. Το ποσοστό επιτυχίας της πλευρόδεσης ήταν 94,5%. Αυτές οι παρατηρήσεις δείχνουν ότι η χρήση εναιωρήματος ιωδιούχου ταλκ είναι ασφαλής, κατάλληλη και αποτελεσματική θεραπεία για την ανακούφιση καρκινοπαθών με πλευριτικές συλλογές. Πνεύμων 1999, 12 (1): 26-31
     
  • ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Το ευρύτερα χρησιμοποιούμενο φάρμακο για τοπική αναισθησία στη διάρκεια της ινοπτικής βρογχοσκόπησης είναι η λιδοκαΐνη. Η τοξικότητα του φαρμάκου σχετίζεται με τα επίπεδά του στον ορό. Σκοπός της εργασίας αυτής είναι η μέτρηση των επιπέδων λιδοκαΐνης στον ορό προ, κατά τη διάρκεια της βρογχοσκόπησης και μετά απο αυτήν, καθώς και η αξιολόγηση της χρησιμοποιούμενης δόσης για την αναισθητοποίηση του ρινικού βλεννογόνου και του τραχειοβρογχικού δένδρου στη συνολική δόση και στα μέγιστα επίπεδα του φαρμάκου. Μελετήθηκαν 12 ασθενείς ηλικίας 57±3 έτη ΣΕΜ. Η μέση διάρκεια της βρογχοσκόπησης ήταν 27±2 min. Η λιδοκαΐνη χορηγήθηκε ως αλοιφή 2%, ως διάλυμα 2% με λαρυγγοσύριγγα για αναισθητοποίηση του στοματοφάρυγγα και των φωνητικών χορδών και τέλος ως διάλυμα 2% για ενδοβρογχικές εγχύσεις. Οι αιμοληψίες έγιναν πριν την έναρξη της τοπικής αναισθησίας και σε χρόνους 5, 10, 20, 30, 45, 60, 90 και 120 min από την έναρξή της. Συγχρόνως γινόταν καταγραφή της καρδιακής συχνότητας, του ρυθμού, της αρτηριακής πίεσης και του κορεσμού της αιμοσφαιρίνης με παλμική οξυμετρία. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα μέγιστα επίπεδα λιδοκαΐνης στον ορό διαπιστώθηκαν σε 8 ασθενείς στα 20 min μετά την έναρξη της τοπικής αναισθησίας (2.15±0.4 μg/ml), σε 3 ασθενείς στα 30΄ (1.9±0.3 μg/ml) ενώ σε ένα ασθενή στα 60 min (1.81 μg/ml). Η συνολική δόση ξεπέρασε σε όλους τους ασθενείς το όριο των 400 mg (622±20 mg) με τη ρινική αλοιφή να αποτελεί το 30% αυτής. Δύο ώρες μετά την έναρξη της τοπικής αναισθησίας η λιδοκαΐνη εξακολουθούσε να βρίσκεται σε μετρήσιμα επίπεδα στον ορό των ασθενών (1.48±0,15 μg/ml). Υπήρξε σημαντικά θετική συσχέτιση των μέγιστων επιπέδων λιδοκαΐνης στον ορό και της συνολικά χορηγούμενης δόσης (r=0.63 p=-0.02). Χωρίζοντας την ενδοβρογχικά χορηγούμενη λιδοκαΐνη από τη χορηγούμενη με τη μορφή της ρινικής αλοιφής 2%, βρέθηκε θετική συσχέτιση της πρώτης με τα μέγιστα επίπεδα λιδοκαΐνης στον ορό (r=0.64 p=0.02). Δεν παρατηρήθηκε ανάλογη συσχέτιση με τη ρινική αλοιφή (r=0.37 p=0.2). Συμπερασματικά, η τοπική χορήγηση της λιδοκαΐνης συνήθως υπερβαίνει το δοσολογικό όριο των 400 mg με τα μέγιστα επίπεδα να καταγράφονται μεταξύ 20 και 30 min από την έναρξη της τοπικής αναισθησίας. Η δόση της ρινικής αλοιφής αποτελεί σημαντικό ποσοστό στη συνολικά χορηγούμενη δόση χωρίς όμως να συσχετίζεται με τα μέγιστα μετρούμενα επίπεδα στον ορό. Αν και εξακολουθεί να ανιχνεύεται στο πλάσμα έως και 120 min από την έναρξη της αναισθησίας δεν παρουσιάζει παρενέργειες και η χορήγησή της είναι ασφαλής. Πνεύμων 1999, 12 (1): 32-38
     
  • ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Περιγράφονται δύο περιπτώσεις υποφωσφαταιμίας που παρουσιάστηκαν σε αντίστοιχους ασθενείς που νοσηλεύτηκαν στην Μ.Ε.Θ./Π.Γ.Ν. Νικαίας στο διάστημα 1998-1999 λόγω αναπνευστικής ανεπάρκειας μετεγχειρητικής αιτιολογίας στον έναν και απότοκο φαρμακευτικής δηλητηρίασης στον άλλον. Οι ασθενείς αυτοί παρουσίασαν δυσκολία στην απελευθέρωσή τους από τον αναπνευστήρα παρά την επιτυχή αντιμετώπιση του αρχικού αιτίου της αναπνευστικής τους δυσλειτουργίας. Διαπιστώθηκε και στους δύο οξεία βαριά υποφωσφαταιμία, με τιμές φωσφόρου ορού μικρότερες του 1 mgr/dl, της οποίας η διόρθωση βελτίωσε σε τέτοιο βαθμό την ισχύ των αναπνευστικών μυών, ώστε έγινε εφικτή η απελευθέρωσή τους από τον μηχανικό αερισμό. Από την μελέτη των περιστατικών που προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι η οξεία βαριά υποφωσφαταιμία μπορεί να αποτελέσει την αιτία της αδυναμίας απελευθέρωσης από τον μηχανικό αερισμό όταν παρατηρείται ανεξήγητη μείωση της ισχύος των αναπνευστικών μυών. Πνεύμων 1999, 12 (1): 39-45
     
  • ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Σκοπός της εργασίας ήταν η μελέτη της συσχέτισης του άσθματος και της ψωρίασης και η διερεύνηση της σχέσης μεταξύ του βαθμού και της έκτασης της ψωριασικής βλάβης και του ποσοστού διαταραχής της αναπνευστικής λειτουργίας. Υλικό και μέθοδος: Μελετήθηκαν 57 ασθενείς με ψωρίαση. Αφού έγινε καταγραφή των στοιχείων τους και διαχωρισμός τους σε ομάδες ανάλογα με το αν είχαν γνωστό ιστορικό βρογχικού άσθματος ακολούθησε σπιρομέτρηση όπου μετρήθηκαν οι FEV1, FVC, FEV1/FVC και ΜΜΕF. Στη συνέχεια ελέγχθησαν από δερματολόγο για τον καθορισμό της βαρύτητας της ψωρίασης (ερύθημα, διήθηση βλαβών, στάσιμη ή ενεργός νόσος). Αποτελέσματα: Από τους 57 ασθενείς που ελέγχθησαν, οι 12 είχαν γνωστό ιστορικό βρογχικού άσθματος. Η μέση τιμή της FEV1 (ως εκατοστιαίο ποσοστό της προβλεπόμενης τιμής) ήταν 81,8% για τους ασθενείς με άσθμα και 98,03% για τους ασθενείς χωρίς άσθμα. Φυσιολογική σχέση FEV1/FVC βρέθηκε στο 60% (18/30) των ασθενών με ερύθημα > 1 και στο 88% (22/25) αυτών με ερύθημα  1. Ακόμη φυσιολογική σχέση FEV1/FVC βρέθηκε στο 68,75% (33/48) των ασθενών με διήθηση των ψωριασικών βλαβών και στο 100% (7/7) αυτών χωρίς διήθηση. Τέλος, φυσιολογική σχέση FEV1/FVC παρατηρήθηκε στο 59,9% (13/28) των ασθενών με ενεργό ψωρίαση και στο 81,8% (27/33) αυτών με στάσιμη νόσο. Η ΜΜΕF (μεσοεκπνευστική ροή) ήταν φυσιολογική στο 36,3 % (8/22) των ασθενών με ενεργό νόσο και στο 60,6% (20/33) αυτών με στάσιμη νόσο. Συμπεράσματα: Υπάρχει συσχέτιση της βαρύτητας της ψωρίασης και της διαταραχής της αναπνευστικής λειτουργίας. Τέλος υπάρχουν ενδείξεις κοινού παθογενετικού μηχανισμού στις δύο νόσους. Πνεύμων 1999, 12 (1): 46-51
     
  • ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Ασθενής 44 ετών, καπνιστής, με ιστορικό ενεργού πνευμovικής φυματίωσης, προσήλθε αιτιώμενος αδυναμία, καταβολή και άλγος σπονδυλικής στήλης αρχόμενα από διετίας, λαμβάνοντας αντιφυματική αγωγή με ΙΝΗ και RMP. Από τον κλινικοεργαστηριακό έλεγχο διεπιστώθηκε ενεργός πνευμονική φυματίωση και σπονδυλίτιδα της κατώτερης θωρακικής μοίρας της Σ.Σ. και των ανωτέρων οσφυϊκών σπονδύλων. Διαπιστώθηκε, επίσης, ψυχρό απόστημα εκτεινόμενο από τον 01 έως τον 04 σπόνδυλο. Αν και η φυματίωση της σπονδυλικής στήλης αποτελεί τη συχνότερη εξωπνευμονική εκδήλωση της φυματίωσης, στην εποχή μας με σωστή παρακολούθηση της αγωγής και της ευαισθησίας του μυκοβακτηριδίου έχει γίνει σπάνια εκδήλωση, με σοβαρές όμως επιπτώσεις στην αποκατάσταση των αρρώστων. Στην περίπτωσή μας το μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης ήταν ανθεκτικό σε ΙΝΗ και RMP. Πνεύμων 1999, 12 (1): 52-56
     
  • ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Παρουσιάζεται η περίπτωση γυναίκας 54 ετών με επαναλαμβανόμενες πνευμονίες, επιχείλιο έρπητα και ελαφρά πανκυτοπενία, όπου η τελική διάγνωση ήταν Συστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος. Πνεύμων 1999, 12 (1): 57-61
     
  •  
Βρέθηκαν 10 αποτελέσματα. Σελίδα 1 από 1
© 2011 PNEUMON Magazine, Hellenic Bronchologic Society.
Developed by LogicONE Logo LogicONE